Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

AMERICA (1924), του D.W. Griffith


Με τα οικονομικά προβλήματα να πιέζουν αφόρητα, οι σύμβουλοι του
Griffith τον καθοδήγησαν να διαδεχτεί το μεγαλεπήβολο Orphans of the Storm με μια σειρά από μικρότερα σε φιλοδοξίες φιλμ. Εκείνος ακολούθησε τις εισηγήσεις και παρέδωσε τα One Exciting Night (1922) και The White Rose (1923). Ειδικά το δεύτερο, ολοκληρώθηκε σε κόστος χαμηλότερο του προβλεπόμενου κι αν ο Griffith συνέχιζε στο ίδιο πλαίσιο, δεν αποκλείεται να γλίτωνε σύντομα από τα πιεστικά χρέη του. Κάτι τέτοιο, όμως, θα πήγαινε ενάντια στο χαρακτήρα ενός οραματιστή καλλιτέχνη που αρεσκόταν όσο τίποτα άλλο να μεταφέρει στο πανί τις larger than life ιδέες του. Έτσι, το 1924 έμελλε να ξεκινήσει τα γυρίσματα εκείνου του φιλμ που θα έμενε στην ιστορία ως το τελευταίο βωβό έπος του σπουδαίου αυτού σκηνοθέτη. Το America πραγματεύεται την αμερικανική επανάσταση και την περίφημη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Ακολουθώντας μια συνταγή ολότελα προσωπική, ο Griffith κινείται από το ειδικό στο γενικό, από τις μικρές ιστορίες των ηρώων του στη μεγάλη Ιστορία, υπηρετώντας ένα σινεμά διδακτικό, βγαλμένο θαρρείς μέσα από σχολικά βιβλία Ιστορίας, ταυτόχρονα όμως στρατευμένο σε σημείο προπαγάνδας.

Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται η ερωτική ιστορία ανάμεσα στον Nathan Holden (Neil Hamilton), αγωνιστή της επανάστασης, και τη Nancy Montague (Carol Dempster), κόρη ενός επιφανούς πολιτικού που συνέχιζε να εκφράζει πίστη και υπακοή στην "μητέρα" Αγγλία. Η ρομαντική σχέση τους αποκτάει μπουρλέσκ διαστάσεις με αγγίγματα σαιξπηρικής έμπνευσης. Είναι δυστύχημα, όμως, που η Dempster δεν έχει ούτε ίχνος της τσαχπινιάς και του screen magic της Lillian Gish. Δεν είναι λίγες οι φορές που η νέα μούσα του Griffith μοιάζει να βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου, κάνοντας τις συγκρίσεις αναπόφευκτες, πάντα σε βάρος του America. Ωστόσο, η ταινία παραμένει ένα εντυπωσιακό υπερθέαμα με τη - γνωστή στο γκριφιθικό σινεμά - ροπή προς το μελόδραμα, χωρίς να λείπει πάλι και η καυστική ειρωνεία (εδώ απέναντι στους Loyalists, δηλαδή τους "βασιλικούς"). Η εικονογράφηση των κακουχιών των στρατιωτών αποκτά διαστάσεις ντοκουμέντου, ωστόσο αυτή τη φορά ο Griffith φαίνεται να χάνεται μέσα στο πληθωρικό υλικό του και δεν είναι τυχαίο που βασικοί χαρακτήρες παραμερίζονται χωρίς λόγο για πολλά λεπτά. Παράλληλα, ο μανιχαϊσμός της ιστορίας είναι τόσο έντονος που οι "κακοί" της  υπόθεσης καταντούν αδιάφορες καρικατούρες. 

Σε στιλιστικό επίπεδο, τα establishing shots ανάγονται πλέον σε απαράβατο κανόνα για την αφηγηματική μετάβαση σε άλλο διεγετικό χώρο, ενώ το μοντάζ της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης μπαίνει σιγά-σιγά στον αυτόματο πιλότο. Μετά το γενικό πλάνο που εγκαθιδρύει τις θέσεις των ηθοποιών μπροστά από το ντεκόρ, ακολουθεί η εναλλαγή σαν-κοντρσαν, που στήνονται με την αμόρσα του ηθοποιού που ακούει - άλλη μια καθυστερημένη μεν, σημαντική δε διαφυγή από το καταραμένο μετωπικό καδράρισμα του πρώιμου κινηματογράφου. Η δεξιοτεχνία του Griffith θα αποκαλυφθεί, σε όλο το ευρηματικό της μεγαλείο, λίγο πριν το κλείσιμο της πρώτης ώρας: η έφιππη καταδίωξη εικονογραφείται άλλοτε με εντυπωσιακά τράβελινγκ (παράλληλα και προς τα πίσω), άλλοτε με την κάμερα καρφωμένη στο έδαφος, δημιουργώντας κάδρα αρχετυπικά του κατεξοχήν αμερικανικού genre, του γουέστερν. Ακόμα, υπάρχει και μια απροσδόκητη χρήση slow motion, φρέσκια προσθήκη στο φορμαλιστικό οπλοστάσιο του πρωτοπόρου σκηνοθέτη.

Στο America συναντάμε πολλά από χαρακτηριστικά μοτίβα της φιλμογραφίας του Griffith: το ζήτημα των οικογενειακών σχέσεων, το ηθικό δίλημμα που καλείται να αντιμετωπίσει ο ήρωας (ανάμεσα στη γυναίκα που αγαπά και την πατρίδα που υπηρετεί), ακόμα και οι φιλόδοξες σκηνές μάχης. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι η απόλαυση που αντλεί ο σκηνοθέτης να εικονογραφεί μικρές, καθημερινές, ιδιοσυγκρασιακές λεπτομέρειες της ζωής μεγάλων προσωπικοτήτων. Εδώ πρόκειται για τον George Washington, στο Orphans of the Storm ήταν ο Ροβεσπιέρος και στο The Birth of a Nation ο Lincoln. Τέλος, η κλιμάκωση του φινάλε μαρτυρά μια τεχνική απαράμιλλη και γεννά στο θεατή το αίσθημα ότι παρακολουθεί επί της οθόνης το τέλος του κόσμου - και τη γέννηση ενός καινούριου (οι συγκρίσεις με το κλείσιμο του σκορσεζικού Gangs of New York δίνουν αφορμή για απολαυστικές συζητήσεις). Πρόκειται για ένα συλλογικό ride to rescue για την, κυριολεκτική αυτή τη φορά, γέννηση ενός έθνους. Ωστόσο, το America ήταν μια ηχηρή εμπορική αποτυχία, σφραγίζοντας το τέλος μιας εποχής για τον ίδιο τον Griffith αλλά και για ολόκληρο το αμερικάνικο σινεμά. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου