Κυριακή, 27 Μαΐου 2012

CANNES 2012 - Λίγο πριν τα βραβεία



The Hunt του Thomas Vinterberg

Πολύ θερμή υποδοχή επεφύλαξαν οι κριτικοί στην επιστροφή του τρομερού παιδιού του Δόγματος, πολλοί δε μίλησαν για την καλύτερή του ταινία από την εποχή του Festen. Ο σταθερά καλός Mads Mikkelsen κατεβαίνει ως ένα από τα φαβορί στην κατηγορία της ανδρικής ερμηνείας. 

Amour του Michael Haneke

Η μοναδική ταινία του φετινού διαγωνιστικού που έτυχε ομόφωνης αποδοχής είναι, πιθανότατα, και η καλύτερη ταινία του φεστιβάλ. Συνεχίζοντας την μελέτη του πάνω στην ανθρώπινη βία (σωματική και μη), αυτή τη φορά όμως με μεγαλύτερη θέρμη και στοργή για τους ήρωές του (πορεία που ξεκίνησε από το Caché για τους πιο παρατηρητικούς), ο Αυστριακός φιλόσοφος ελέγχει πλήρως το υλικό του και για μία ακόμα φορά εντυπωσιάζει. Η πολύ πρόσφατη βράβευσή του δύσκολα θα του επιτρέψει ένα νέο θρίαμβο. Αλλά εξίσου δύσκολα θα μείνει εκτός βραβείων, ακόμα κι αν ο φοίνικας καταλήξει αλλού.

Vous n’avez encore rien vu του Alain Resnais 

Συνεχίζοντας το ίδιο μοτίβο με τα Coeurs και Les Herbes Folles, ο Resnais ολοκληρώνει την τριλογία της «μεγάλης επιστροφής» με ταπεραμέντο, σιγουριά κι αθεράπευτη σινεφιλία. Δεν ενθουσίασε στο βαθμό που το έκαναν οι δυο προηγούμενες ταινίες του, αλλά δεν απογοήτευσε κιόλας. Και οι Κάννες χρωστάνε ένα βραβείο σε αυτή τη γενιά των Γάλλων δημιουργών.

In Another Country του Hong Sangsoo                   
                 
Άκρως ελκυστικό, αν και πρωτίστως φορμαλιστικό, πείραμα από τον Κορεάτη σκηνοθέτη που σε 89 λεπτά καταφέρνει να στήσει ένα ξεκάθαρο φόρο τιμής στο γαλλικό σινεμά (η παρουσία της Huppert εγγυάται για το αποτέλεσμα σε αυτό το επίπεδο) με γενναίες δόσεις αυτοαναφορικότητας. Δύσκολα όμως θα δώσει το παρόν στα βασικά βραβεία.

Like Someone in Love του Abbas Kiarostami

Ένα παιχνίδι αναζήτησης ταυτότητας μπλέκει σε ατμόσφαιρα ερωτικού μυστηρίου και ο Kiarostami συνεχίζει τον προβληματισμό του παραγνωρισμένου Copie Conforme διατηρώντας τις αμφίσημες αφηγηματικές του τακτικές. Οι περισσότεροι αποξενώθηκαν, οι προσωπικές μου προσδοκίες όπως πάντα υψηλές.

The Angel’s Share του Ken Loach

Επιστροφή του σπουδαιότερου αγγλόφωνου δημιουργού ενός κινηματογράφου πολιτικού, αυτή τη φορά με μια light κωμωδία που θυμίζει σε επίπεδο προθέσεων την προ τριετίας συμμετοχή του στο φεστιβάλ με το Looking for Eric. Όπως και τότε, όλοι καταχειροκρότησαν το φιλμ και μην εκπλαγείτε αν ο Paul Laverty βραβευτεί για το σενάριό του, για δεύτερη φορά μετά το Sweet Sixteen. Αν αποφάσιζε η κριτική επιτροπή να μην το παίξει υπέρ του δέοντως αυστηρή.

Killing Them Softly του Andrew Dominik              

Πέρασαν κιόλας πέντε ολόκληρα χρόνια από το αριστουργηματικό Jesse James του και το μεγαλύτερο εμπόδιο που είχε μπροστά του ο ανερχόμενος Νεοζηλανδός σκηνοθέτης είναι οι συγκρίσεις. Κι αν τελικά δεν κατάφερε όπως τότε να θαμπώσει τους πρώτους θεατές του (με πολλά παράπονα για την απόδοση του πολιτικού του σχολίου), κέρδισε ωστόσο επαίνους για ένα crime film που θυμίζει περασμένες εποχές του αμερικανικού κινηματογράφου. Μετά τη Βενετία, ίσως ήρθε η ώρα της βράβευσης του Pitt και στις Κάννες.
  
Holy Motors του Leos Carax

Η επιστροφή του άσωτου υιού του γαλλικού κινηματογράφου δε θα μπορούσε παρά να είναι αμφιλεγόμενη. Καμιά άλλη ταινία δε ξεσήκωσε συζητήσεις και καβγάδες στο φετινό φεστιβάλ όσο το φιλμικό παράδοξο του Carax. Κι όσοι το υπερασπίζονται μιλούν με τα πλέον ενθουσιώδη λόγια. Με άλλο πρόεδρο αντί του soft Moretti, θα πήγαινε κατευθείαν για ένα από τα τρία βασικά βραβεία (Χρυσό Φοίνικα, Μεγάλο Βραβείο, Σκηνοθεσία).

Me and You του Walter Salles

Ο ταλαντούχος Βραζιλιάνος σκηνοθέτης καταπιάνεται με ένα μνημειώδες έργο, όχι μόνο για τη γενιά των beat, αλλά για ολόκληρη την αμερικανική λογοτεχνία. Το αποτέλεσμα άφησε πάντες νωθρούς. Όχι κακό, αλλά πολύ λίγο για τις φιλοδοξίες του...

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Πέμπτη, 24 Μαΐου 2012

CANNES 2012 - Day 4, 19 Μαΐου


Lawless του John Hillcoat


Τρία χρόνια με το The Road, ο Hillcoat επιστρέφει με την αληθινή ιστορία των αδερφών Bondurant που άγγιξαν το αμερικάνικο όνειρο πουλώντας αλκοόλ την εποχή της ποτοαπαγόρευσης. Ο Αυστραλός σκηνοθέτης δηλώνει οπαδός των ταινιών είδους και για αρκετό καιρό έψαχνε μια καλή ιδέα για ένα γκανγκστερικό φιλμ διαφορετικό από τα άλλα. Τη λύση έφερε το αυτοβιογραφικό βιβλίο του Matt Bondurant μαζί με την ιδέα να προστεθούν γενναίες δόσεις από το είδος του γουέστερν, στο οποίο έχει ήδη δώσει τα διαπιστευτήριά του προ επταετίας με το The Proposition. Πιο προσβάσιμο από εκείνο αλλά τελικά λιγότερο αξιομνημόνευτο, το Lawless αντιμετωπίστηκε σχεδόν ομόφωνα ως ένα εντυπωσιακά στιλιζαρισμένο φιλμ με εμφανή αδυναμία να αγγίξει βαθύτερες δραματουργικές χορδές. Το σίγουρο είναι πως με την εκπληκτική συνύπαρξη των Nick Cave (σεναριογράφος), Thomas Hardy, Guy Pearce, Jessica Chastain και Shia LaBeouf, η παρουσία του φιλμ στις Κάννες μας χάρισε την πιο cool συνέντευξη τύπου της πρόσφατης μνήμης.

Beyond the Hills του Cristian Mungiu 


Το φιλμ επικεντρώνεται στη σχέση ανάμεσα σε δύο γυναίκες που αφού μεγάλωσαν μαζί στο ίδιο ορφανοτροφείο, οι δρόμοι τους χωρίστηκαν. Η μία κατέληξε μετανάστρια στη Γερμανία, η άλλη αφοσιώθηκε στο Θεό βρίσκοντας καταφύγιο σε ένα μοναστήρι. Ο Mungiu δήλωσε ευθαρσώς ότι πρώτο του μέλημα υπήρξε να κάνει κάτι τελείως διαφορετικό από το άκρως πετυχημένο (και βραβευμένο με Χρυσό Φοίνικα) «4 Months, 3 Weeks, 2 Days». Το αποτέλεσμα είναι ένα εγκεφαλικό μελόδραμα, πιστό στον τραχύ μα απέριττο ρεαλισμό που πλέον μοιάζει σήμα κατατεθέν του Ρουμάνου σκηνοθέτη – κάτι σαν τη σκληρή εκδοχή των αδερφών Dardenne (το όνομα των οποίων εμφανίζεται στην παραγωγή του φιλμ) – με το δίπολο αγάπη-εγκατάλειψη να συνιστά τη θεματική σταθερά του. Το ζητούμενο σε ένα τέτοιας φύσεως εγχείρημα είναι το αποτέλεσμα να ξεπερνά τη στεγνή λιτότητα και να αγγίζει τα μεταφυσικά όρια μιας κινηματογραφικής κατάνυξης, όπως στα έργα του Dreyer, του Bresson ή, για να αντλήσουμε από τις πρόσφατες εμπειρίες στις Κάννες, στο αριστουργηματικό Περί Θεών κι Ανθρώπων του Beauvois. Εκεί ακριβώς μοιάζει το Beyond the Hills να βρίσκει τα όριά του, ωστόσο υπήρξαν αρκετοί που ενθουσιάστηκαν και με τον σκηνοθέτη του Habemus Papam για πρόεδρο της κριτικής επιτροπής, κανείς δεν πρέπει να ξεγράψει τον Mungiu στην κούρσα για τα πρωτοκλασσάτα βραβεία.  

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή, 20 Μαΐου 2012

CANNES 2012 - Day 3, 18 Μαΐου


Paradise: Love του Ulrich Seidl


Ο Ulrich Siedl έχει κερδίσει για τα καλά την προσοχή μας με το προηγούμενο φιλμ του, Import/Export, το οποίο είχε επίσης παρουσιαστεί στις Κάννες. Αφού εντυπωσίασε εκεί με την ανατριχιαστική επικαιρότητα της γραφής του και την ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια της κάμεράς του, στη νέα του προσπάθεια συνεχίζει στην ίδια λογική. Ζωντανή απόδειξη της προτίμησής του σε έναν αυστηρό ρεαλισμό αποτέλεσε η παρουσία του Peter Kazungu στην Κρουαζέτ, ενός νεαρού εικοσάχρονου από την Κένυα, τον οποίο ο Siedl γνώρισε σε ένα μπαρ και μετά από μια μικρή κουβέντα τον έχρισε πρωταγωνιστή στην ταινία του. Διατηρώντας το ίδιο γκροτέσκο μα ευθύ ύφος, ο σκηνοθέτης παρουσιάζει την ιστορία της συνάντησης ανάμεσα σε πενηντάχρονες γυναίκες και νεαρά έγχρωμα αγόρια, ανάμεσα στην Ευρώπη και την Αφρική, καθώς επίσης και τις σχέσεις εκμετάλλευσης που υποθάλπουν εκεί. Η οικονομική πολιτική ιδωμένη μέσα από το πρίσμα της αναζήτησης προσωπικής ευτυχίας φέρνει στο νου το υποτιμημένο Casa de los Babys του John Sayles. Μετά την Αμερική, είναι η σειρά της Ευρώπης να κοιταχτεί στον καθρέφτη της αυτοκριτικής, όπως ακριβώς συνέβη στο Vers le Sud του (βραβευμένου με Φοίνικα, ας μη ξεχνιόμαστε) Laurent Cantet. Οι δυο ταινίες μοιράζονται το θέμα του sex tourism, δηλαδή της νέας μορφής αποικιοκρατικής πολιτικής που η γηραιά ήπειρος εφαρμόζει στο αφρικανικό έδαφος. 

Ωστόσο, ο ίδιος ο Siedl ξεκαθάρισε πως για εκείνον το βασικό θέμα στο φιλμ είναι το γυναικείο φύλο στην ωριμότητά του. Το Paradise: Love αποτελεί το πρώτο μέρος μιας τριλογίας με επίκεντρο τρεις γυναίκες και τρεις διαφορετικές εκδρομές - εξορμήσεις (τα επόμενα δύο θα φέρουν τους υπότιτλους Faith και Hope).  Στόχος του ήταν να εκφράσει το συναίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης για τις γυναίκες της Ευρώπης, η άσβεστη αναζήτηση της ευτυχίας των οποίων περνάει μέσα από τη σεξουαλικότητά τους. Η ερμηνεία της Margarete Tiesel  συγκέντρωσε επαίνους για το θάρρος της, καθώς παρά τα 52 της χρόνια και τα (αρκετά) παραπανίσια κιλά, αποδείχτηκε άφοβη στις ουκ ολίγες προκλητικές σκηνές του φιλμ. Η αποδοχή για το φιλμ δεν ήταν ομόφωνη, αλλά όλοι παραδέχτηκαν την ικανότητα του Αυστριακού σκηνοθέτη να παρουσιάζει ένα έργο ολοκληρωμένο που επιβάλλει την αφοσίωση και το σεβασμό του θεατή. Μένει να δούμε αν αυτό είναι αρκετό για να του αποφέρει κάτι χειροπιαστό τη βραδιά των βραβείων.

Reality του Matteo Garrone


Ο Matteo Garrone έφτασε στις Κάννες με μία κωμωδία, σκοτεινή μεν, αρκετά πιο χαλαρή όμως από το έρεβος της Gomorra που χάρισε στο νεαρό Ιταλό σκηνοθέτη το Μεγάλο Βραβείο στο φεστιβάλ του 2008, μαζί και την ευθύνη της αναγέννησης σύσσωμου του ιταλικού κινηματογράφου. Αυτή τη φορά το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για τη νότιο Ιταλία, και τη Νάπολη ειδικότερα, εκφράζεται μέσα από μια αδυσώπητη σάτιρα των τηλεοπτικών δρώμενων στη γειτονική χώρα. Πιο κοντά στο σκορσεζικό King of Comedy παρά στο αποπροσανατολισμένο Slumdog Millionaire, το φιλμ αντιμετωπίζει επικριτικά την τηλεόραση που τυλίγει κάθε εικόνα και ιδέα με το απαστράπτον περιτύλιγμα του μύθου. Μέσα από το εύκολο χρήμα των reality και των τηλεπαιχνιδιών, ο πλαστ(ικ)ός τηλεοπτικός κόσμος μετατρέπεται σε γη της επαγγελίας για όλους τους φτωχούς που αδυνατούν να αντισταθούν στους ρυθμούς της. Το cast αποτελείται σχεδόν αποκλειστικά από θεατρικούς ηθοποιούς, εδώ στην πρώτη τους κινηματογραφική εμφάνιση, με αποκορύφωμα τον Aniello Arena. Ο Garrone τον ανακάλυψε σε μια θεατρική ομάδα τρόφιμων φυλακής, καθότι ο Arena έχει καταδικαστεί για ισόβια και για ...προφανείς λόγους δεν έδωσε το παρόν στην Κρουαζέτ. Αυτό βέβαια δε θα τον εμποδίσει να ξεκινήσει ως ένα από τα φαβορί στο βραβείο ερμηνείας την άλλη βδομάδα. Όσο για το ίδιο το φιλμ, οι κριτικοί είδαν τις προφανείς συγγένειες με την μεγάλη ιταλική κληρονομιά, τους νεορεαλιστές και τον Fellini, αλλά ενοχλήθηκαν από την αδυναμία του φιλμ να βρει τον κατάλληλο τόνο στον οποίο και θα επενδύσει την αφήγησή του. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Σάββατο, 19 Μαΐου 2012

CANNES 2012 - Day 2, 17 Μαΐου


De Rouille et d’Os του Jacques Audiard


Αφού κέρδισε το Μεγάλο Βραβείο για τον Un Prophète το 2009 και το Βραβείο Σεναρίου για το Un Héros Très Discret το 1996, ο Audiard επιστρέφει στο φεστιβάλ με μία αναπάντεχη – για τα δεδομένα του – ταινία. Ένα μελοδραματικό love story στα χέρια του είναι σίγουρο πως δε θα ξεφύγει προς κατευθύνσεις ανεπιθύμητες - παρά το γεγονός ότι η Stéphanie καθηλώνεται μετά από ένα ατύχημα σε αναπηρικό κοριτσάκι τη στιγμή που ο Ali αποτελεί τον μάλλον κοινότυπο ήρωα του μυώδη, ακαλλιέργητου άντρα με τις υπέρμετρες ευαισθησίες. Η σήμα κατατεθέν πειθαρχημένη αφήγηση του σκηνοθέτη αφήνει χώρο για συναισθηματικές εξάρσεις στους δύο ηθοποιούς του, την Marion Cotillard και τον Matthias Schoenaerts, οι οποίοι ανταποκρίνονται επιτυχώς στην ευθύνη. Κρατήστε τις ερμηνείες τους για τη βραδιά των βραβείων. Οι πρώτες κριτικές είναι διχασμένες, προδικάζοντας κατά πάσα πιθανότητα μία ακόμα άκαρπη υποψηφιότητα του Audiard για το Χρυσό Φοίνικα, ας κρατήσουμε όμως τα πολύ επίκαιρα λόγια του στη συνέντευξη τύπου: «Η ταινία μας αφορά ανθρώπους σε εποχή κρίσης, όταν η κοινωνία στρέφεται προς τη βαρβαρότητα, όταν ο κόσμος ψάχνει για φαγητό στους κάδους απορριμάτων. Γι’αυτό η φυσική δύναμη εδώ γίνεται ξανά τόσο σημαντική». Βλέποντας τα ονόματα των αδερφών Dardenne στην παραγωγή, η παραπάνω δήλωση αποκτά διαφορετικό νόημα και σίγουρα μας κάνει να ανυπομονούμε. Ας σημειωθεί ότι το De Rouille et dOs είναι η δεύτερη ταινία στις φετινές Κάννες, μετά το Moonrise Kingdom, όπου τη μουσική συνθέτει ο Alexendre Desplat.  

After the Battle του Yousry Nasrallah 


Η πρώτη ταινία που καταπιάνεται με την Αραβική Άνοιξη φτάνει στις Κάννες, δίνοντας στο φεστιβάλ την ευκαιρία να περηφανευτεί για την πολιτική του επικαιρότητα. Τα γεγονότα στην Πλατεία Ταχίρ που οδήγησαν στην εκθρόνιση του Μουμπάρακ βρίσκονται στην εκκίνηση του After the Battle, πριν το φιλμ του Nasrallah προτιμήσει να επικεντρωθεί στη σχέση δύο ανθρώπων, της παθιασμένης Reem και του πρώην αξιωματικού Mahmoud, και τη σύγκρουση των δύο κόσμων που αυτοί συμβολίζουν. Έχοντας διαρκώς στο μυαλό του το πολιτικό μήνυμα που επιθυμεί να κοινωνήσει στο θεατή, ο Nasrallah φαίνεται πως πέφτει στην παγίδα να αμελήσει τις δραματουργικές εκείνες λεπτομέρειες που θα συνέδεαν τη μυθοπλασία του με την εδώ-και-τώρα πραγματικότητα της χώρας του. Οι πρώτες κριτικές μιλούν για μια χαοτική μείξη πολιτικής και δράματος, όπου κάποιες στιγμές εντυπωσιακές καταπνίγονται από αφόρητα διδακτικούς διαλόγους. Πιο σημαντική, καθώς φαίνεται, κι από το ίδιο το φιλμ, είναι η δήλωση του σκηνοθέτη στη συνέντευξη τύπου ότι η παρουσία τους στις Κάννες είναι μια πολιτική διακήρυξη αφοσίωσης στον ιστορικό αγώνα του αιγυπτιακού λαού και στην ίδια την τέχνη του σινεμά. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Παρασκευή, 18 Μαΐου 2012

Cannes 2012 - Day 1, 16 Μαΐου

Τελετή Έναρξης


Με τα λόγια της ίδιας της κριτικής επιτροπής: 

«Αυτό που έχει σημασία είναι να παρακολουθήσουμε όλες τις ταινίες με το ίδιο ενδιαφέρον και τον ίδιο σεβασμό», Nanni Moretti, πρόεδρος της κριτικής επιτροπής
«Είναι μεγάλη τιμή να είμαι μέλος αυτής της κριτικής επιτροπής. Ωστόσο, νιώθω λίγο τρομαγμένη γιατί θαυμάζω κάθε ένα από τα υπόλοιπα μέλη!», Diane Kruger
«Το φεστιβάλ των Καννών είναι ένα ξεχωριστό μέρος όπου πολλά νέα ταλέντα περιμένουν να ανακαλυφθούν», Ewan McGregor
«Για ένα σκηνοθέτη, το να συμμετέχει στο επίσημο διαγωνιστικό είναι από μόνο του ένα τεράστιο επίτευγμα», Alexander Payne
«Θα δω τις ταινίες έχοντας το μυαλό μου όσο πιο ανοιχτό γίνεται. Θα είναι σαν ένα σπίτι με τις πόρτες και τα παράθυρά του ορθάνοιχτα!», Andrea Arnold
«Έκανα την καριέρα μου χάρη στο σινεμά. Ήταν ένα φιλμ του Jean Becker που με έκανε να ασχοληθώ με το χώρο της υψηλής ραπτικής», Jean-Paul Gaultier
«Νιώθω μικροσκοπικός έτσι περιτριγυρισμένος από όλους αυτούς τους αστέρες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Είναι μια πραγματικά μεγάλη ευθύνη», Hiam Abbas
«Οι ταινίες θα πρέπει να ξεχωρίσουν με τις δικές τους δυνάμεις», Raoul Peck

Moonrise Kingdom του Wes Anderson


Η τελετή έναρξης κορυφώθηκε με την προβολή του Moonrise Kingdom του Wes Anderson, ταινία που άνοιξε το διαγωνιστικό τμήμα του 65ου φεστιβάλ των Καννών. Στο σενάριο συνεργάζεται εκ νέου με τον Roman Coppola ενώ για μία ακόμα φορά τραβάει τα βλέματα όλων (μαζί και τα φλας των φωτογράφων στο κόκκινο χαλί της Κρουαζέτ) χάρη στο σπουδαίο cast που περιλαμβάνει παλιούς γνώριμους (Bill Murray, Jason Schwartzman) και νέα πρόσωπα (Edward Norton, Bruce Willis, Tilda Swinton, Frances McDormand, Harvey Keitel) στο σύμπαν του σκηνοθέτη. 

Εν έτη 1965 σε ένα μικρό νησί της Νέας Αγγλίας, δύο δωδεκάχρονοι ερωτεύονται κεραυνοβόλα, συνάπτουν μια μυστική συμφωνία και το σκάνε με τελικό προορισμό την αδάμαστη φύση ενώ όλη η κοινότητα ξεσηκώνεται και καταπιάνεται με την αγωνιώδη αναζήτησή τους. Είναι γνωστό ότι ο Anderson ξεκινάει κάθε φορά από τους χαρακτήρες, εδώ όμως το σημείο εκκίνησης υπήρξε ένα συγκεκριμένο συναίσθημα, ο πρώτος έρωτας, το καρδιοχτύπι που ταράζει και καθορίζει μια και καλή τα παιδικά μας χρόνια, μετατρέποντας την αναβίωσή του σε βασικό στόχο του φιλμ. Μια προ-Woodstock ευαισθησία αιωρείται στην ατμόσφαιρα τη στιγμή που η πρωτόλεια ανακάλυψη των σεξουαλικών ενστίκτων πέρασε χωρίς αντιδράσεις, πιθανότατα χάρη στο εκκεντρικό περιτύλιγμα στο οποίο μας έχει συνηθίσει ο Αμερικάνος δημιουργός (εδώ στην πρώτη του παρουσία στις Κάννες). Το πρωταγωνιστικό δίδυμο των Jared Gilman και Kara Hayward έκλεψε τις εντυπώσεις στη συνέντευξη τύπου, μαζί με τη δήλωση του Norton με την οποία χαρακτήρισε ως όνειρο κάθε ηθοποιού τη συμμετοχή σε ένα θίασο σαν αυτό που ο Wes Anderson χτίζει μέσα στα χρόνια.

Γεμάτο στιλιζαρισμένα κάδρα κι ένα αφηγηματικό σύμπαν που δηλώνει ευθαρσώς την καταγωγή του από τις προηγούμενες ταινίες του σκηνοθέτη, το Moonrise Kingdom φαίνεται πως θα αγαπηθεί από τους δηλωμένους φίλους του Anderson αλλά δύσκολα θα πυκνώσει τη σειρά των οπαδών του. Εκτός κι αν η παθιασμένη περιπέτεια των δύο μικρών πρωταγωνιστών ερμηνευθεί ως απόπειρα απόδρασης από ένα γιγάντιο κουκλόσπιτο γεμάτο από εκκεντρικούς ενήλικες που πεισματικά αρνούνται να μεγαλώσουν – δηλαδή από το σινεμά του Anderson στο σύνολό του. Το σίγουρο είναι ότι τα χαμόγελα στις Κάννες πολλαπλασιάστηκαν μετά την προβολή κι αυτό δεν μπορεί παρά να αναγνωριστεί σε εκείνον. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

MONEYBALL (2011), του Bennett Miller

Ο Bennett Miller του Capote άφησε την αίσθηση ενός διακριτικού μα στιβαρού σκηνοθέτη, πλήρως αφοσιωμένου στο θέμα και στους ήρωές του και με σαφή ροπή προς μια εσωστρεφή, βουβή κλιμάκωση. Ευτυχώς ή δυστυχώς, ελάχιστα αλλάζουν στο Moneyball. Λίγο μετά τους τίτλους τέλους, παλεύεις από την μία με το ενοχλητικό αίσθημα του ανικανοποίητου κι από την άλλη με μία ανίκητη αδυναμία να μη συμπαθήσεις την ταινία που μόλις είδες. Υπάρχει ένας ακαδημαϊσμός ευγενής και καλότροπος, μπολιάζεται όμως με αφηγηματικές επιλογές που πνέουν καθαρό ευρωπαϊκό αέρα. Αναμφισβήτητα ιδιαίτερο, το σκηνοθετικό ύφος του Miller είναι ωστόσο ξεκάθαρο στην ειλικρινή του διακήρυξη, αφήνοντας έτσι τις προκλήσεις στο σενάριο των περιβόητων Sorkin και Zaillian (βασισμένο στο μυθιστόρημα του Michael Lewis). Οι απολύσεις των αθλητών που δεν ταιριάζουν με το φθηνό μα αποτελεσματικό σύστημα που εισάγουν οι Billy Beane και Peter Brand «χτυπούν» ως ύπουλα αντιδραστικές, ειδικά αν ληφθεί υπόψη ο light, απενοχοποιημένος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζονται μέσα στη ροή των δρώμενων. Θαρρείς πως μετά τον Clooney και το Up in the Air, ήρθε η ώρα του κυρίου Pitt να πληρώσει το δικό του φόρο στη βιομηχανία που τον ανέδειξε. Αν και υπερτιμημένη, η ερμηνεία του είναι πλημμυρισμένη από λεπτές επιλογές και κερδίζει το στοίχημα χάρη σε ένα σαρκασμό που υποσκάπτει την ίδια την εικόνα του σταρ.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Πέμπτη, 3 Μαΐου 2012

TURN ME ON, DAMMIT (2011), της Jannicke Systad Jacobsen


Οι ιστορίες ενηλικίωσης έχουν πλημμυρίσει τις μεγάλες οθόνες εδώ και πολλά χρόνια, το ίδιο ισχύει και για τις πρώτες περιπέτειες σεξουαλικής αφύπνισης. Κι αν η αντρική οπτική στο ζήτημα μοιάζει εξαντλημένη (κυρίως από τον εξ Αμερικής σωρό των σαχλών εφηβικών σεξοκωμωδιών), οι αντίστοιχες αγωνίες των κοριτσιών έχουν τεθεί κινηματογραφικώς σε δεύτερη μοίρα. Η ταινία της Jacobsen κερδίζει ήδη σε φρεσκάδα με την επιλογή να μας θυμίσει ότι η ανεβασμένη λίμπιντο κυριεύει αμφότερα τα φύλα. Περιβάλει την ηρωίδα της με θέρμη και χρησιμοποιεί το χιούμορ, ανέκαθεν λυτρωτικό εργαλείο αποστασιοποίησης, για να προσγειώσει το υπερμεγεθυμένο εφηβικό πόνο του ανικανοποίητου στις πραγματικές του διαστάσεις. Παραλληλίζει την πολυπόθητη ερωτική κορύφωση με την απόδραση από το ασφυκτική φυλακή της νορβηγικής επαρχίας, τόπος που εξορισμού αδυνατεί να αναδείξει τις ανάγκες μιας νεολαίας που σιγοβράζει. Η ένταξη των χαρακτήρων στο εξωτικά ψυχρό φυσικό περιβάλλον μοιάζει ίδιον της βορειοευρωπαϊκής παραγωγής και το Turn me on, dammit! φαντάζει σαν το ανάλαφρο αδερφάκι του ισλανδικού Noi Albinoi. ‘Η μια λιγότερο εμπνευσμένη (και λιγότερο εξυπνακίστικη) εφηβική εκδοχή του Garden State. Υπερβολικά μετρημένο σε φιλοδοξίες, ωστόσο, δεν αποτελεί τίποτα περισσότερο από ψυχαγωγία μιας χρήσης.  

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τετάρτη, 2 Μαΐου 2012

HUGO (2011), του Martin Scorsese

Το Hugo είναι ο φόρος τιμής σε όλους εκείνους που δίνουν στα όνειρά τους σάρκα και οστά (η εικόνα και η ζωοφόρος κίνηση αντίστοιχα) και στη συνέχεια έχουν τη γενναιοδωρία να τα μοιραστούν μαζί μας. Και το πράττουν ανεξαρτήτως κόστους, σαν ένα καθήκον ιερό, υπαγορευμένο από ανάγκη ασίγαστη. Ανάμεσα σε αυτούς πρωτοστατεί ο Martin Scorsese. Μόνο που ο ίδιος μοιάζει να το αγνοεί (το μεγαλείο της ταπεινότητας), έτσι βουτηγμένος καθώς είναι στο πάθος του για το έργο των άλλων. Τα μάτια του είναι εκείνα του μικρού Hugo Cabret, ενός ορφανού που διόλου τυχαία βρίσκει την οικογενειακή θαλπωρή μέσα στη σκοτεινή αίθουσα. «Ο κινηματογράφος είναι το αγαπημένο μας μέρος», θα εξηγήσει στην Isabelle. Εκείνη του συστήνει τη λογοτεχνία, εκείνος της χαρίζει το σινεμά και μαζί συναντούν την περιπέτεια.

Το σκηνικό θα στηθεί σε μια απολαυστική εναρκτήρια σεκάνς, χωρίς περιττά λόγια, μόνο με το καθαρό, αγνό σινεμά της εικόνας. Αποπνέοντας τον προβληματισμό του χιτσκοκικού Rear Window (1954), ο μικρός μας ήρωας υπάρχει σα φύσει και θέσει θεατής. Μαθαίνει τη ζωή παρακολουθώντας τις καθημερινές, μικρές τελετουργίες των θαμώνων του παρισινού σιδηροδρομικού σταθμού. Το σπίτι του βρίσκεται μέσα στα τεράστια ρολόγια που διευθύνουν το συγχρονισμό των τρένων, τα παράθυρά του στον κόσμο ανοίγουν ανάμεσα σε λεπτά και δευτερόλεπτα κι ενώ οι μεγαλόπρεποι δείκτες τα προσπερνούν σαν αερικά. Ο παντοκράτορας Χρόνος στρογγυλοκάθεται στο θρόνο του (όπως και στο σινεμά του Méliès, όπου το ρολόι είναι ένα εκ των πλέον συχνών συμβόλων), ξεβολεύεται όμως εντός της μεγάλης οθόνης, την μοναδικά βεβαιωμένη μορφή αθανασίας σε αυτόν τον κόσμο.

Η επιλογή του Scorsese, που σιγά-σιγά πλησιάζει τα εβδομήντα, είναι διπλά τολμηρή. Αφενός δοκιμάζει τον εαυτό του για πρώτη φορά στο έδαφος της οικογενειακής ταινίας, αφετέρου χρησιμοποιεί την τεχνολογία του 3D. Και θριαμβεύει εις διπλούν. Χτίζει ένα φιλμ ενήλικου προβληματισμού, αλλά αγνής, παιδικής αθωότητας που πηγάζει από (πού αλλού;) τον μεγάλο του έρωτα για την μαγεία του σινεμά. Ταυτόχρονα, αριστεύει σε επίπεδο εικονογράφησης χωρίς καμία έκπτωση στο γνωστό του σκηνοθετικό στιλ. Η αεικίνητη κάμερά του εκμεταλλεύεται πλήρως τις τρισδιάστατες διαδρομές που σχεδίασε ο Martin κι εκτέλεσαν οι πρωτοκλασάτοι συνεργάτες του (Robert Richardson στη φωτογραφία, Dante Ferretti στην καλλιτεχνική διεύθυνση) λειτουργώντας έτσι κι ως η επιβεβαίωση για τον εναγκαλισμό που επεφύλασσε ο σημαντικότερος εν ζωή Αμερικανός δημιουργός στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας. Έχοντας συνδέσει το όνομά του με μια ολόκληρη σταυροφορία για τη διαφύλαξη και συντήρηση της κινηματογραφικής κληρονομιάς, τώρα μοιάζει να αφιερώνει ένα φιλμ σε αυτόν ακριβώς τον σκοπό.

Κι αν η σχέση του Hugo με τον πατέρα του θυμίζει ανάλογα εγχειρήματα του Spielberg, ο Scorsese ξεγελά τους πάντες αποκαλύπτοντας στο δεύτερο μισό τον αληθινό σκοπό της ταινίας του: ο μικρός ήρωας δεν είναι παρά το όχημα για έναν συγκινητικό αφιέρωμα στο Georges Méliès, τον πρώτο σκηνοθέτη που αντιλήφθηκε τη στενή συγγένεια του κινηματογράφου με το όνειρο. Μπροστά στα μάτια μας εκτυλίσσεται ένας ύμνος για την έμπνευση, την Τέχνη, τη δημιουργία με τα απλά υλικά της καθημερινότητας – όσοι δυσπιστούν, ας παρακολουθήσουν μερικά από τα έργα του Γάλλου πρωτοπόρου, τα «φτωχικά» τρικ του οποίου μας αφήνουν ακόμα με το στόμα ανοιχτό με τον τρόπο που τα ακριβοθώρητα CGI ποτέ δε θα πετύχουν.

Δεν είναι η πίστη σε μια ανώτερη ή έξωθεν δύναμη που γεννά την αληθινή μαγεία, αλλά η δημιουργικότητα που ενυπάρχει στον εδώ και τώρα εαυτό μας: ο Hugo θα κρεμαστεί από το τεράστιο ρολόι όπως ακριβώς είδε τον Harold  Lloyd στο πανί και θα ζήσει την περιπέτεια στις γραμμές του τρένου όπως ακριβώς συνέβη στο όνειρό του. Κι έχει τόσους φίλους για να τον προμηθεύουν με πρώτη ύλη – ο Buster Keaton, ο Charlie Chaplin, ο Alfred Hitchcock, ο Martin Scorsese και φυσικά ο Georges Méliès. Άλλοτε με σκηνές από κλασικά φιλμ ενταγμένα οργανικά στην αφήγηση, άλλοτε με μια περιήγηση «πίσω από τις σκηνές» παρακολουθώντας τον Méliès στα γυρίσματα, και πάντα με μάτια και καρδιά ορθάνοιχτα στη μαγεία, το Hugo είναι η ταινία που θα γεννήσει σινεφίλ, πιστούς επιβάτες στο ταξίδι για το όνειρο.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τρίτη, 1 Μαΐου 2012

George Méliès - Ταξίδι στα όνειρα του μέλλοντος

Ο Georges Méliès γεννήθηκε το 1861 στο Παρίσι, τρίτος γιος ενός υποδηματοποιού που προόριζε τα παιδιά του για κληρονόμους της οικογενειακής επιχείρησης. Η εκπαίδευση του διακόπηκε προσωρινά λόγω του γαλλοπρωσικού πολέμου, ωστόσο ολοκληρώθηκε στα καλύτερα και πιο φημισμένα σχολεία. Αρκετά αργότερα, το σινεμά θα εμπλακεί σε μια πολύχρονη μάχη για να αναγνωριστεί ως μία εκ των τεχνών και μια από τις πλέον διαδεδομένες κατηγορίες που είχε να αντιμετωπίσει ήταν η υποτιθέμενη έλλειψη καλλιέργειας των κινηματογραφιστών – ο Méliès αρεσκόταν να προβάλει τη δική του κλασικότροπη παιδεία ως απάντηση. Γεγονός είναι, βέβαια, ότι κλήθηκε πολλές φορές να απολογηθεί στους καθηγητές του που στα τετράδιά του, αντί για λυμένες ασκήσεις, έβρισκαν πάσης φύσεως σκίτσα.

Κανείς δεν μπορούσε να τον αποθαρρύνει από την αληθινή του κλίση. Ήδη σε ηλικία δέκα ετών είχε κατασκευάσει το δικό του κουκλοθέατρο και περίτεχνες μαριονέτες. Μετά από μια τρίχρονη στρατιωτική θητεία, θα επιδιώξει να σπουδάσει ζωγραφική, ο πατέρας του όμως είχε αντίθετη άποψη και θα τον στείλει στο Λονδίνο ως υπάλληλο. Εκεί θα ενθουσιαστεί από τον μάγο John Nevil Maskelyne, παρακολουθώντας αμέτρητες φορές τις παραστάσεις του στο διάσημο Egyptian Hall. Όταν επέστρεψε στο  Παρίσι, έγινε συχνός θαμώνας του Théâtre Robert-Houdin, κάνοντας παράλληλα και μαθήματα ως ταχυδακτυλουργός. Μόλις ο πατέρας του απεβίωσε, πούλησε το μερίδιό του από την επιχείρηση στα αδέρφια του και μαζί με την προίκα της γυναίκας του, κατάφερε να αγοράσει στο όνομά του το Théâtre Robert-Houdin.

Ως διευθυντής, σκηνοθέτης και παραγωγός, κατάφερε να προσελκύσει το κοινό με θεατρικά έργα, σόου μαγείας, επίδειξη οπτικών εφέ αλλά και παραστάσεις …ρομπότ. Το 1895 παρευρέθηκε εντελώς συμπτωματικά σε μια από τις πρώτες προβολές των αδελφών Lumière. Ο έρωτάς του με τον κινηματογράφο ήταν κεραυνοβόλος. Διαισθάνθηκε αμέσως τις άπειρες δυνατότητες του νέου μέσου και ζήτησε από τους εφευρέτες του να συνεργαστούν. Εκείνοι αρνήθηκαν θεωρώντας ότι δεν υπήρχε κανένα μέλλον για το σινεμά. Πεπεισμένος για το λάθος των Lumière, όχι απλά δεν πτοήθηκε αλλά κατασκεύασε τη δική του κάμερα ενώ σύντομα είχε χτίσει και το δικό του κινηματογραφικό στούντιο.

Ασχολούμενος προσωπικά με όλα τα στάδια της παραγωγής ενός φιλμ (μέχρι την εμφάνιση και τον επιχρωματισμό του στο χέρι!), ο Méliès θα δημιουργήσει μέσα στην επόμενη δεκαετία περισσότερες από πεντακόσιες ταινίες, καλύπτοντας (και πολύ συχνά εφευρίσκοντας) κάθε κινηματογραφικό είδος: κωμωδίες, ιστορικά και θρησκευτικά δράματα, ντοκιμαντέρ στο ύφος των Lumière, ακόμα κι έργα πολιτικής επικαιρότητας όπως η Υπόθεση Dreyfus (1899). Οι μεγαλύτερες επιτυχίες του ωστόσο βρίσκονταν στο πεδίο του φανταστικού. Η αυξανόμενη δημοτικότητά του ήταν τέτοια που ο Thomas Edison προσπάθησε να εμποδίσει την εισαγωγή των έργων του Γάλλου πρωτοπόρου στις αίθουσες των ΗΠΑ. Προκειμένου να προστατευθεί, ο Méliès ίδρυσε το Συνδικάτο των Κινηματογραφιστών, διατελώντας χρέη προέδρου μέχρι και το 1912.

Μετά από μια ακανθώδη διαδρομή, γεμάτη νομικές και οικονομικές δυσκολίες απέναντι σε μια βιομηχανία σε στάδιο ακόμα νηπιακό, ήρθε σε συμφωνία με το στούντιο Pathé. Πίστεψε πως έτσι θα κέρδιζε τη δυνατότητα να ασχοληθεί με μεγαλύτερης διάρκειας και προϋπολογισμού φιλμ. Ωστόσο, οι διαρκείς παρεμβάσεις των νέων αφεντικών στο μοντάζ, οι εσφαλμένες από εμπορικής απόψεως επιλογές και το σαρωτικό πέρασμα του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, οδήγησαν τον Méliès στη χρεοκοπία. Το 1923 έμελε να έρθει το τελειωτικό, και μάλιστα διπλό, χτύπημα. Οι αρχές γκρέμισαν το αγαπημένο του Théâtre Robert-Houdin, την ίδια στιγμή που το προσωπικό του στούντιο εξαγοράστηκε. Εξοργισμένος και βαθύτατα απογοητευμένος, έκαψε τα αρνητικά των φιλμ του, μαζί με όλα τα διάσημα κουστούμια και σκηνικά του. Από καθαρή τύχη, διασώθηκαν και φτάνουν μέχρι τις μέρες μας περίπου διακόσια από τα έργα του – ένας πραγματικός θησαυρός της κινηματογραφικής κληρονομιάς .

Ο πρώτος auteur complet στα κινηματογραφικά χρονικά

Στα εκατό χρόνια που ακολούθησαν το έργο του Méliès, η κινηματογραφική θεωρία πολλές φορές διχάστηκε στην αντιμετώπισή του. Το περίφημο auteur theory απέκρουσε εξονυχιστικά τους ισχυρισμούς που υποβίβαζαν το Γάλλο σε απλό συνεχιστή της θεατρικής παράδοσης και αμφισβητούσαν τον κινηματογραφικό χαρακτήρα της δουλειάς του. Επισημάνθηκε η συνέχεια στη φιλμογραφία του σε χαρακτήρες και θεματολογία, όπως συμβαίνει με την επανεμφάνιση του Αστρονόμου στο La Lune A Un Metre (1898) και, φυσικά, το διάσημο Le Voyage dans la Lune (1902), μια επική -για τα δεδομένα της εποχής - παραγωγή που κόστισε περισσότερα από δέκα χιλιάδες φράγκα.

Επίσης, στην καριέρα του Méliès συνοψίζονται πολλά από τα κατοπινά κεφάλαια της ιστορίας του σινεμά. Από την τακτική των sequel – η παγκόσμια επιτυχία του Le Voyage Dans la Lune έφερε μετά από δύο χρόνια το Voyage à travers l’impossible (1904) – μέχρι την μοναχική πορεία ανόδου και πτώσεως σκηνοθετών που απομονώθηκαν από τη βιομηχανία επειδή δεν εγκατέλειψαν το όραμά τους – παρόμοια με αυτόν τύχη θα έχουν στο μέλλον σκηνοθέτες όπως ο Buster Keaton ή ο Orson Welles.

Ένα από τα πλέον διάσημα διλήμματα της κριτικής συνοψίζεται στο δίπολο Lumière ή Méliès. Οι υπέρμαχοι της πρώτης «σχολής» κατηγόρησαν τη δεύτερη για την παντελή απουσία ρεαλισμού και την προσήλωση στον κινηματογράφο της απόδρασης κι όχι του προβληματισμού. Σήμερα, ωστόσο, είμαστε σε καλύτερη θέση να κρίνουμε την επιμονή του Méliès να τονίζει την τεχνητή φύση της δουλειάς του. Ερωτευμένος με τις δυνατότητες της τέχνης του, δεν επιθυμεί να κρύψει το ρόλο του δημιουργού (πρώιμη τεχνική αποστασιοποίησης;). Αντιθέτως, κάθε φιλμ του αποτελεί μια πρόσκληση στο θεατή να ονειρευτεί μαζί με ένα αχαλίνωτο γητευτή της φαντασίας.

Οι σουρεαλιστές θα τον εκθειάσουν ως ύψιστο ποιητή και δεν είναι δύσκολο να καταλάβουμε το γιατί. Στις ταινίες του καταργούνται όλα τα σύνορα: χρονικά –  παρελθόν, παρόν και μέλλον συμπυκνώνονται, αλλά και χωρικά - από την κατάρα των δύο διαστάσεων που τυραννούσε τους υπόλοιπους, σύγχρονους και επόμενους, σκηνοθέτες μέχρι την αφηγηματική απελευθέρωση του μοντάζ. Την ίδια στιγμή, θόλωσε τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία, τη ζωή και το θάνατο. Τα έβαλε ακόμα και με τη σκλαβιά του σώματος, βάζοντας τους ήρωές του να εξαφανίζονται, να πολλαπλασιάζονται, ακόμα και να τεμαχίζονται επί της οθόνης.

Σήμερα μπορεί να θεωρείται πατέρας της επιστημονικής φαντασίας, το ίδιο ωστόσο συμβαίνει με το είδος του horror (αν και το χιούμορ βρισκόταν πάντα στην πρώτη γραμμή). Την παραμονή Χριστουγέννων 1896, στο Théâtre Robert-Houdin, πάνω στη Boulevard des Italiens στο Παρίσι, έγινε η προβολή της πρώτης ταινίας τρόμου στην ιστορία, με τον τίτλο Le Manoir du Diable. Θα ακολουθήσουν οι περιπέτειες του Διαβόλου σε πολλές συνέχειες (ενδεικτική προβολή το Le Diable Noir του 1905), αλλά στοιχεία του genre συναντά κανείς και στα υπόλοιπα φιλμ του. Πώς αλλιώς να χαρακτηρίσεις το σκετς στο Le Mélomane (1903), όπου ο κεντρικός ήρωας …ξεριζώνει το κεφάλι του, το εναποθέτει δια ρίψεως στο πεντάγραμμο που σχηματίζουν τα καλώδια του ρεύματος στο δρόμο, πριν επαναλάβει το ίδιο στο κεφάλι που φύτρωσε εκ νέου, εωσότου συνθέσει μια πραγματική μελωδία;

Η παραπάνω περιγραφή συγκεντρώνει με μοναδικό τρόπο τη διορατικότητα του Méliès, την ικανότητά του να εμπνέεται εκ του μηδενός και να δημιουργεί μαγευτικά αποτελέσματα με τα φτωχότερα των υλικών. Προκειμένου να ζωντανέψει το όραμά του, πρωτοπόρησε κι εξέλιξε (συνειδητά κι ασυνείδητα) τη γραμματική και το συντακτικό της κινηματογραφικής γλώσσας: διπλοτυπίες, cross-cutting, πολλαπλή έκθεση, πρώιμα οπτικά εφέ. Σε ένα μέσο που βρισκόταν ακόμα εν τη γενέσει του, τεράστιο θαυμασμό προκαλεί η εξαιρετική αίσθηση του timing και η τεχνική αρτιότητα των τρικ (ενδεικτικά παραδείγματα, τα The Vanishing Lady του 1896 και L’ Impressioniste Fin de Siècle του 1899).

Τι μπορεί να πει κανείς σήμερα για τον τρόπο που μπορούσε να χωρέσει μέσα σε λιγότερο από δύο λεπτά μια αφήγηση για την μάχη ανάμεσα στο καλό και το κακό, το φως και το σκοτάδι σε μια αέναη δυαδικότητα, όπως στο εμπνευσμένο Le Papillon Fantastique (1909);  Ή για την εύστοχη αξιοποίηση συμβόλων, όπως είναι στο Cinderella (1899) η μεφιστοφελική φιγούρα με το ρολόι; Μια προβολή του L’ Homme a la Tête en Cahoutchouc  (1901) αρκεί για να μας πείσει για την εκπληκτική του αντίληψη στη σύνθεση του κάδρου και στην αξιοποίηση του τρισδιάστατου χώρου μπροστά από την κάμερα (χρόνια πριν το βάθος πεδίου του Renoir και του Welles ή τη 3D τεχνολογία).

Επίλογος

Το μακρινό και το άπιαστο ήταν το όριο για τον Méliès και διόλου τυχαία το φεγγάρι εμφανίζεται ως χαρακτήρας σε πολλά από τα φιλμ του. Όπως, φυσικά, στο περίφημο Ταξίδι στη Σελήνη, προφητικό αν μη τι άλλο, μισό αιώνα και βάλε πριν την πρώτη «απόβασή» μας στη σεληνιακή επιφάνεια. Εν έτη 1967, ο Γκοντάρ θα έβαζε έναν ήρωα στην Κινέζα του να επιβεβαιώνει τη διαχρονικότητα του Méliès: «Κάποτε θεωρούσαμε τις ταινίες του φαντασίας, επιστημονικής και μη. Τώρα διαπιστώνουμε πως δεν ήταν παρά ρεαλισμός». Σήμερα, η προβολή των ταινιών του μας επιστρέφει σε μια αθώα εποχή όπου το σινεμά δεν ήταν το μέσο του εμπορίου και της βιομηχανίας αλλά η τέχνη της έμπνευσης. Σε αυτήν και μόνο οφείλονταν τα μαγικά που σκάρωνε στην μεγάλη οθόνη ο Γάλλος δημιουργός, ικανά να κρατήσουν σε όλη τη διάρκεια της προβολής τα στόματα των θεατών ανοιχτά και να στοιχειώσουν τον ύπνο πολλών εξ αυτών για νύχτες μετά. Για έναν αιώνα μετα.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής