Τετάρτη, 27 Απριλίου 2011

NEVER LET ME GO (2010), του Mark Romanek


Η μικρή ή μεγάλη ζωή μας είναι στο σύνολό της χρόνος. Προσδιορίζεται συνεπώς χρονικά από μία διάρκεια, τελείως υποκειμενική. Μεγάλη και αβάσταχτη ζωή για τους βασανισμένους από έγνοιες, μικρή και σύντομη για τους μακάριους. Η διάρκεια, που προσδιορίζει το χρόνο, προσδιορίζεται με τη σειρά της από ένα απόλυτο χρονικό μέγεθος με τρόπο τέτοιο που να δίνει νόημα στην υποκειμενικότητά της. Ακόμη κι αν οι διάρκειες δύο τελείως διαφορετικών ζωών συμπίπτουν ως απόλυτα χρονικά μεγέθη, σίγουρα δε θα συμπίπτουν ως προς την υποκειμενική αντίληψη για τη διάρκεια της καθεμιάς.

Το μεγαλύτερο χαρακτηριστικό του χρόνου είναι η αέναη κίνησή του. Προς τα μπρος, διότι ο χρόνος δε γυρνάει ποτέ. Το πιο οδυνηρό όμως είναι πως πρόκειται για άθροισμα στιγμών. Οδυνηρό, καθώς οι στιγμές χάνονται γρηγορότερα. Όσο αργά κι αν κινηθείς για να κουμαντάρεις το χρόνο, τόσο πιο γρήγορα οι στιγμές του θα χάνονται μακριά σου. Η μνήμη είναι ο ανοιχτός τάφος του χρόνου. Αν οι επιλογές μάς καθορίζουν, τότε τίποτα δεν μπορεί να είναι πιο εφιαλτικό, παρά η στέρησή μας από αυτές. Αν ένα πρωί ξυπνήσουμε δίχως βούληση, δε θα έχει χαθεί η ζωή μας (δηλαδή η διάρκειά, δηλαδή ο χρόνος, δηλαδή οι στιγμές της ) αλλά ο άχρονος εαυτός μας, η προσωπικότητά μας. Θα πρέπει να ζήσουμε ή, καλύτερα, να επιβιώσουμε σε έναν κόσμο χωρίς επιλογή. Ούτε καν την επιλογή να πεθάνουμε, να διαλέξουμε την αντικειμενική και υποκειμενική διάρκεια της ζωής που μας χαρίστηκε δίχως να τη ζητήσουμε.

Δε σας θυμίζει κάτι, ελπίζω.

Σε μια κοινή θέση για την αριστοτελική και τη σεξπιρική αντίληψη που, κατά τ’ άλλα, απέχουν παρασάγγας μεταξύ τους, ο τραγικός ήρωας ήταν αυτό ακριβώς: ένας καταπιεσμένος, ένας άνθρωπος ελεγχόμενος (από τους θεούς, την κοινωνία ή την πολιτεία) που ζούσε τη ματαιότητά του μέχρι το τέλος. Το τέλος που ήθελαν οι άλλοι γι’αυτόν. Στις τραγωδίες, μια ολόκληρη κουλτούρα αφιερωνόταν στον κατατρεγμένο. Τα δεινά του τραγικού ήρωα εκκινούσαν από τον ίδιο. Ο Αριστοτέλης υποστήριζε την πλοκή έναντι του χαρακτήρα ο οποίος ήταν έρμαιο των παθών και των κινήτρων του, με την προσωπική επιλογή να διευκολύνει απλώς τον τραγωδό, βαραίνοντας τη συνειδητοποίηση της μη τελειότητας του ανθρώπου απέναντι στην πλοκή/στους θεούς, πριν την κάθαρση του φόβου και του ελέους. Ο ήρωας σπανίως συναντούσε το θάνατο, σε αντίθεση με τον Σέξπιρ όπου χειρότερη από το θάνατο έμοιαζε μονάχα η βεβαιότητά του. Ευτυχέστερη κατάληξη λοιπόν ο θάνατος, αν το αναλογιστεί κανείς.

Ο τραγικός ήρωας είναι η μάζα του σήμερα. Η ιστορία του δεν προκαλεί εντύπωση, οι κακουχίες του καταπίνονται στο πρωινό ξύπνημα κάθε ημέρας της υποκειμενικά μεγάλης ή μικρής ζωής του, οι θεοί που είναι εναντίον του μπορεί να μην προκαλούν το ίδιο δέος, είναι όμως ισχυρότεροι και, φυσικά, περισσότερο υπαρκτοί. Είναι ο εφιάλτης μιας γενιάς τραγικών ηρώων, μιας γενιάς στερούμενης επιλογών και μέλλοντος. Στην ιστορία τριών παιδιών που αφηγείται την ιστορία μιας γενιάς, κανείς δεν μπορεί να κοιτάξει στα μάτια την Κάθι, τη Ρουθ και τον Τόμι από το οικοτροφείο Χάιλσαμ και να τους πει πως εδώ που γεννήθηκαν, ο χρόνος μετράει αντίστροφα για να ανταλλάξουν το θνητό τους καθήκον με την ευημερία των άλλων. Στο εφιαλτικό μέλλον μιας κοινωνίας που ενηλικιώνεται αναπαράγοντας την απάθεια και τη μαλθακότητα, η παρέα των 3 νέων δεν απαντά με αντίσταση, δεν συνθλίβει τα δεδομένα με τη δίψα της για ζωή. Υποδουλώνεται ταπεινά σε αυτό που γνώρισε ως μοίρα δίχως να ψάχνει την τύχη, αλλά ελπίζοντας για την εύνοιά της. Όσο ο θάνατος γίνεται εγγύτερος, το ένστικτο υπαγορεύει την επιλογή. Και τίποτα δεν αποκτά νόημα πριν οριοθετηθεί χρονικά. Η απεραντοσύνη της διάρκειας γίνεται χρόνος πεπερασμένος, γίνεται ελπίδα, όχι μιας αιώνιας ζωής αλλά μιας ζωής ενός αιώνα. Γίνεται η βεβαιότητα του φυσικού θανάτου και η μάχη της προσωπικότητας έναντι στο χρόνο. Γίνεται έρωτας που μετριέται με το χρόνο. Γίνεται δύο ζωές και ξανά μία. Γίνεται βαθύ σημάδι στο πρόσωπο, γίνεται απελπισία στη ματιά μιας ζωής στην κατηφόρα.

Κι αν όλα αυτά δεν είναι παρά μια ανάγνωση ενός από τα σπουδαιότερα σύγχρονα λογοτεχνικά αριστουργήματα από τον Καζούο Ισιγκούρο, ο Μαρκ Ρόμανεκ το κάνει ιδανικό σινεμά: όπως κάθε κινηματογραφική ιστορία που θέλει να καταπιαστεί με τα μέγιστα ερωτηματικά της ζωής, ο έρωτας είναι η καθαρτήρια ελπίδα της τραγωδίας των ηρώων της. Για λίγο, για όσο χρειάζεται το φόβο μιας ιστορίας που στριφογυρνάει γνώριμες αλήθειες στο κεφάλι μας, ο έρωτας μπορεί να σώσει τον ήρωα. Τον ήρωα, χωρίς τις επιλογές του. Συνεπώς μια σωτηρία κάλπικη, στιγμιαία, πνιγηρή και ματαιόδοξη, που θα γδυθεί το μανδύα της και θα εμφανίσει τη βεβαιότητα του θανάτου ξανά από την αρχή. Μέχρι να έρθει η ώρα που φαντάζει ως της επιλογής, τα φορεμένα χαμόγελα μιας ζωής στην υποταγή, μιας ζωής που τόλμησε να αναρωτηθεί πώς είναι η αγάπη δίχως τη μαγικά ουτοπική ελευθερία του χρόνου, μιας ζωής που επέτρεψε στην ελπίδα να θανατωθεί από το πεπρωμένο, θα μας προετοιμάζουν για τη μεγαλειώδη εσωτερική μας διάλυση.

Πάνος Τράγος

Σάββατο, 23 Απριλίου 2011

PANIQUE AU VILLAGE (2009), των Stéphane Aubier και Vincent Patar


Ο σημαντικότερος παράγοντας που καθόρισε το ρεύμα των κινουμένων σχεδίων του καιρού μας είναι η, τρόπον τινά, μετανάστευσή τους από το παιδικό σύμπαν προς ένα ολοκληρωτικά ενήλικο. Οι θεματικές του κινουμένου σχεδίου πολλαπλασιάστηκαν γύρω από ενήλικους προβληματισμούς, κρατώντας ως συνέπεια στην παιδαγωγική τους αξία το ηθικοπλαστικό επιμύθιο, το υστερικό κωμικό περιβάλλον που, ευτυχώς, εκλείπει και το απλοϊκό αισθητικό επιστέγασμα των δύο διαστάσεων που με τον καιρό έγιναν τρεις. Μια λατρεία ανάμεσα στους ενήλικες που μοιράζονται ανησυχίες σχετικές με την ανιδιοτελή φιλία αλλά και το χρόνο που περνά δίχως επιστροφή, απειλώντας αυτό που μικροί άκουγαν επαναλαμβανόμενα ως "ξεγνοιασιά", διατηρήθηκε στο πρόσφατο Toy Story 3, τη -μέχρι στιγμής- ναυαρχίδα της Pixar. Για τους ίδιους και ενδεχομένως περισσότερους ενήλικες, μια πλήρως αναρχική και politically incorrect σειρά που χρησιμοποιεί το "παιδικό" σχέδιο, μπαλώνει τις τρύπες της ανεπαρκούς τηλεοπτικής σάτιρας. Δεν είναι άλλη, από το South Park, δημιούργημα των Αμερικανών Trey Parker και Matt Stone που, πιστό στο απενοχοποιημένο χιούμορ που υποσχέθηκε με τα χρόνια, σχολιάζει τα πάντα, με προτίμηση σε οτιδήποτε θα προκαλέσει τη δυτική σεμνοτυφία: Ναρκωτικά, ομοφυλοφιλία, πολιτική, θρησκεία, μεταξύ άλλων, στο στόχαστρο με τον πιο ανορθόδοξο τρόπο για τους θιασώτες της συντηρητικότητας.

Σε ένα παράλληλο σύμπαν, στις ξεθωριασμένες σελίδες παλιών περιοδικών, το παράλογο και το ανεξέλεγκτο χιούμορ αποθεώνονται από έναν Γαλλοαιγύπτιο κομίστα που λατρεύεται παθιασμένα σε όλο τον κόσμο. Πίσω από το ψευδώνυμο Édika, ο Εντουάρ Καραλί έχει πλάσει ένα χάρτινο κόσμο διαφυγής, όπου γνώριμοι όσο και ιδιόρρυθμοι χαρακτήρες μπλέκονται σε ιστορίες δίχως αρχή και τέλος, σε μια αφήγηση της οποίας τη δομή κανείς δεν μπορεί να προβλέψει, ούτε καν ο ίδιος της ο δημιουργός.

Εξίσου αναρχική και φρενήρης με τις βασικές της επιρροές, η Πανικούπολη, η stop motion ταινία που προέκυψε από τη βελγική ομώνυμη σειρά των Στεφάν Ομπιέρ και Βενσάν Πατάρ, εισβάλλει στις οθόνες ξαφνιάζοντας τη φοβισμένη διανομή των ημερών. Η απαραίτητα προσχηματική σεναριακή αφορμή θέλει δύο από τους ελάχιστους κατοίκους ενός μικρού χωριού, τον Κάουμποϊ και τον Ινδιάνο (που δεν είναι παρά ζωντανά παιδικά παιχνίδια που πατάνε κολλημένα πάνω στην πλαστική τους βάση), να θυμούνται αργά τα γενέθλια του, φίλου και συγκάτοικού τους, Αλόγου. Με το χρόνο να τους πιέζει, αποφασίζουν να του φτιάξουν ένα μπάρμπεκιου, αλλά καταλήγουν με 50 εκατομμύρια τούβλα στην εξώπορτά τους. Αυτό που θα εξελιχθεί σε μια περιπέτεια μέχρι το κέντρο της Γης και το βυθό του ωκεανού είναι τόσο απρόβλεπτο όσο και αδιάφορο, όταν μπροστά στα μάτια μας την πλοκή διατάσσει ο υπέρμετρος σουρεαλισμός μιας χούφτας χαρακτήρων δίχως όνομα, έτσι για να διαπερνά το φιλμ στις ανάσες του, ένα σχόλιο στη μοναδικότητα που καυτηριάζει τις ιδιότητες πάνω από τους ανθρώπους.

Αν η επιτυχία της πρωτογενούς κωμωδίας μπορεί να αποφανθεί από το ηχηρό αποτέλεσμα του γέλιου που κατακλύζει την αίθουσα, ίσως η Πανικούπολη να μην ανήκει στο είδος, ωστόσο δεν είναι λίγες οι φορές που θα ξεκαρδιστείτε με τα αστεία της. Βλέπετε, απέχει ιδανικά τόσο από το παράλογο σύμπαν του "Πάρτι" του Μπλέικ Έντουαρντς όσο και από το ασταμάτητο γκαγκ του "Airplane!". Περισσότερο σαν τον Pingu που μετακόμισε στο South Park και πρόλαβε να εγκλιματιστεί, στα 75 λεπτά της Πανικούπολης δε θα μπορούσε να υπάρξει προμελετημένο φινάλε. Είναι εκεί που ο Édika (και το έχει κάνει πολλάκις), θα έγραφε "δεν το πιστεύω, μου μένει μόνο μισή σελίδα ακόμη!" και θα έκλεινε με ένα απροσδόκητο τέλος και την υπογραφή του, δυο-τρία καρέ αργότερα.

Πάνος Τράγος

Σάββατο, 9 Απριλίου 2011

ILLEGAL (2010), του Olivier Masset-Depasse


Η Τάνια και ο 14χρονος γιος της Ιβάν, είναι παράνομοι μετανάστες από τη Ρωσία, οι οποίοι ζουν στο Βέλγιο με πλαστά χαρτιά και ψεύτικα στοιχεία τα τελευταία 8 χρόνια. Η Τάνια ζει μέσα στο φόβο, αποφεύγει την αστυνομία και τρέμει στην ιδέα πως θα γίνει έρευνα για την ταυτότητά της. Όλα αυτά μέχρι τη στιγμή που συλλαμβάνεται και αναγκάζεται να αποχωριστεί βίαια τον Ιβάν, φυλακισμένη σε ένα κέντρο εγκλεισμού για παράνομους μετανάστες. Εκεί, θα πολεμήσει με όλες της τις δυνάμεις για να ξαναβρεί το γιο της, ενάντια σε ένα απάνθρωπο και απρόσωπο σύστημα που την απειλεί με άμεση απέλαση.

Από τα πρώτα πλάνα το νταρντενικό σύμπαν έχει στηθεί: Το κοινωνικά υγιές βελγικό περιβάλλον βαραίνει τελικά για άλλη μια φορά απειλητικά πάνω από γνώριμες καταστάσεις για την ευρωπαϊκή και γενικότερα δυτική ανησυχία του καιρού μας. Η αλήθεια πίσω από την πολυσύνθετη ανθρώπινη φύση πολλές φορές είναι λιγότερο ευχάριστη από όσο νομίζει κανείς, περισσότερο δε, όταν εκφράζεται συλλογικά. Ο ρεαλισμός των δυσκολιών της εργατικής τάξης επιβάλει μια κάλπικη ξενοφοβία, εγκατεστημένη με το στανιό στις συνειδήσεις που, ευτυχώς κατά τη γνώμη του Βέλγου δημιουργού, δεν αποσιωπά πίσω από τον κρυπτοφασισμό των σύγχρονων κρατών και των, εν έτει 2011, συγκαλυμμένων στρατοπέδων συγκέντρωσης-με τις απαραίτητα υιοθετημένες συμπεριφορές φυσικά. Κοντά στο τέλος της Οδύσσειας του μετανάστη που πάντα τον επιστρέφει στην αρχή, ο Μασέ-Ντεπάς ελπίζει αφελώς και ρομαντικά ότι μια χούφτα πολιτών θα τον γλιτώνει από τα χειρότερα και θα παρεμβαίνει δυναμικά. Εκεί, η ενοχλητική αποτύπωση της αληθινής και υπαρκτής ωστόσο κοινωνικής αποξένωσης των Νταρντέν, δίνει τη θέση σε μια γλυκιά ελπίδα αλλαγής που κλωτσάει πεισματικά το δράμα από πάνω της.

Τα συναισθήματα δεν ελέγχονται, πλημμυρίζουν το φιλμ και δε δίνουν περιθώρια για μια κριτική απάντηση στα ανθρωπιστικά ερωτήματα που μένουν ερωτηματικά, αλλά προϋποθέτουν μία με τρόπο ώστε να ισορροπεί στο λεπτό όριο του λαϊκισμού και του δόγματος με την κοινωνικοπολιτική διαλεκτική. Ωστόσο, απευθυνόμενος σε στοιχειωδώς σκεπτόμενους πολίτες ο Μασέ-Ντεπάς μονοδρομεί προς την περισσότερο ουμανιστική όσο και, δυστυχώς, ουτοπική θέση για τη μετανάστευση. Δε γνωρίζω αν υπάρχει συγχωροχάρτι στο σινεμά αλλά πραγματικά, η ακίνδυνη αβάντα της ιστορίας της "Παράνομης" που επιμένει να θυμίζει ορισμένα πράγματα που χάνονται με ευκολία στη λήθη των τεχνικά εφαρμοσμένων κοινωνικών δομών στους αιώνες, συγχωρείται δίχως δεύτερη σκέψη.

Πάνος Τράγος

Πέμπτη, 7 Απριλίου 2011

POTICHE (2010), του François Ozon


Στη βόρεια Γαλλία του 1977, ήσυχη στα πλούτη που απολαμβάνει δίχως να κόπιασε στιγμή για να αποκτήσει, η Σουζάν, γυναίκα τοπικού βιομηχάνου, αρχίζει να ζει για πρώτη φορά μετά από χρόνια, όταν η ζωή της παίρνει μια αναπάντεχη τροπή: Οι εργάτες που απασχολεί ο σύζυγός της αποφασίζουν όχι μόνο να απεργήσουν, αλλά και να απαγάγουν τον ίδιο και η Σουζάν καλείται να διαχειριστεί την κατάσταση. Με τη βοήθεια του παλιού της εραστή και σημερινού τοπικού άρχοντα, Μπαμπέν, θα αναδειχθεί σε μία προσωπικότητα για την οποία κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα.

Θα νόμιζε κανείς πως ο Οζόν τυχαία επιλέγει ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα για κάθε του θέμα. Όπως η συλλογικότητα των εργασιακών συνθηκών και η ηθική της εξουσίας, έτσι και ο καρκίνος θα μπορούσε να έχει γίνει μια υστερική κωμωδία αντί για ένα ασφαλές, δακρύβρεχτο δράμα-και σίγουρα πολύ πιο επιτυχημένα. Εξάλλου, όπως σχεδόν όλες οι ταινίες του, θα ήταν κι αυτή προορισμένη να αναπνέει αυστηρά στη διάρκειά της, αποσπώντας σχόλια για ένα ακόμη ερμηνευτικό ρεσιτάλ. Δυστυχώς για τον ίδιο, το πολιτικό σινεμά μπορεί να είναι κωμωδία όταν αυτή υπακούει στους κανόνες του πρώτου και όχι το αντίθετο. Ο δύσμοιρος ο Οζόν απέχει έτη φωτός από έναν κινηματογραφιστή με αυθεντικές ανησυχίες κι ας βιάστηκαν κάποιοι να τον χαρακτηρίσουν τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά. Τρομερό ίσως, επιφανειακό σίγουρα. Βλέπετε, η σύγκρουση του εργατικού κινήματος με το καπιταλιστικό σύστημα βεβαίως και μπορεί να ξεσκεπάζει καλά κρυμμένους κινδύνους και χαρακτηρολογικά, μέσα στην υπερβολή του, ο Οζόν τα καταφέρνει: Οι τυραννικές μέθοδοι του βιομηχάνου με τις οποίες διαχειρίζεται τόσο τη γυναίκα του όσο και τα παιδιά, την ερωμένη, τη δουλειά, τους εργαζομένους του, οδήγησαν σε ένα απρόσμενο ξέσπασμα μιας...γυναικούλας των τίτλων αρχής (και, φυσικά, «γλάστρας» του ίδιου του τίτλου) που με τη σειρά της μεταμορφώθηκε(;) στερεοτυπικά σε αγία προστάτιδα της εργατιάς.

Ξανά πίσω από την ασφάλεια ενός επιτυχημένου θεατρικού έργου, ο Οζόν παρεκτρέπεται σκανδαλιζόμενος συνεχώς: Η υψηλή τάξη μετατρέπει την ανεργία σε τραγούδι, το άγχος της επιβίωσης σε πολύχρωμο κάδρο και την αβάσταχτη επί των μικροαστών εξουσία σε νοικοκυροπούλα που σκουντουφλά στα σκαλοπάτια της αριστοκρατίας. Η ταξική διαφορά, αιτία διαχρονικής πάλης και πολέμου, γίνεται χαριτωμένη κουτοπονηριά και παρωδία μιας μόδας και μιας αδιεξοδικής καθημερινότητας του ανάλαφρου που αναγκάστηκε να γίνει κουλτούρα. Για όλα υπάρχει ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, στο μοναδικό και πιο ενδιαφέρον σχόλιο της ταινίας, που κατάφερε να μη γίνει χονδροειδές: Ακόμα και για το μοντέρνο κομμουνισμό που ξαπλώνει νωρίς για να ονειρευτεί μεγαλοαστικά. Τι στο 1977, τι στο σήμερα; Λίγα άλλαξαν και ο κύριος Οζόν μας εξέπληξε με αυτή του τη γνώση, πολύ αργά όμως σε ένα φιλμ που είχε γίνει προ πολλού αντιπαθητικό.

Πάνος Τράγος