Σάββατο, 31 Μαρτίου 2012

PANDORA'S BOX (1929), του Georg Wilhelm Pabst

Σήμερα, το Κουτί της Πανδώρας θεωρείται ένα αδιαφιλονίκητο αριστούργημα κινηματογραφικού αισθησιασμού. Ο ερωτισμός πλημμυρίζει κάθε κάδρο, φωτίζει τις σκιερές γωνίες του φθαρμένου σελιλόιντ και διεγείρει με έναν εντυπωσιακό τρόπο το θεατή που το συναντά έναν ολόκληρο αιώνα μετά. Η Λούλου, περισσότερο από ένα πρωτόλειο δείγμα femme fatale του μεταγενέστερου χρονικά film noir, ενσαρκώνει την σταθερή μέσα στα χρόνια συναισθηματική ήττα του ανδρός από τη γυναίκα. Η Louise Brooks μαγνητίζει με μια άνευ προηγουμένου ισχύ την οθόνη και ερμηνεύει με βωβή τραγικότητα μια γυναίκα ελεύθερου πνεύματος, καταδικασμένη από τον ίδιο της τον εαυτό σε βαθιά μοναξιά.
Πριν από τη συνεργασία της με τον σπουδαίο G. W. Pabst, η ηθοποιός ήταν μια ασήμαντη στάρλετ. Τώρα πια, θεωρείται ένα είδωλο, άρρηκτα συνδεδεμένο με την ηρωίδα της στο Pandora’s Box. Αν ο D.W. Griffith ανακάλυψε το κοντινό κάδρο, θαμπωμένος από την ομορφιά του προσώπου της Lillian Gish, ο Pabst απογείωσε αυτό το εργαλείο της κινηματογραφικής γλώσσας σε επίπεδα ξεκάθαρης σαγήνης με αντικείμενο την Brooks. Μάστορας της υφής των κάδρων, ο Αυστριακός δημιουργός γεννά εικόνες ικανές να ερεθίζουν όλες τις αισθήσεις μαζικά. Μπορεί να λείπει ο ήχος, το πλάνο της Λούλου όμως με το όπλο στο χέρι να καπνίζει ισοδυναμεί με την πιο ηχηρή έκρηξη, από αυτές που μας συνήθιζε η Jazz Age την οποία και το φιλμ απηχεί.
Κι όμως η μοντέρνα, φυσική της ερμηνεία (απόρροια της έλλειψης όποιας υποκριτικής παιδείας), αντιμετωπίστηκε με δυσπιστία πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’20, ειδικά στη Γερμανία όπου η επιλογή της για το ρόλο έναντι της Marlene Dietrich προκάλεσε σάλο. Σα να μην έφτανε αυτό, στην Αμερική η ταινία υπέφερε από σοβαρές παρεμβάσεις της λογοκρισίας που αλλοίωναν σε μεγάλο βαθμό τη μυστηριώδη γοητεία της. Η καταξίωση θα έρθει από την κριτική γενιά της δεκαετίας του 50’ που θα εξυμνήσει – δικαίως – την ατμοσφαιρική, σκοτεινή αφήγηση του Pabst που πολύ σοφά κρατά μια ελλειπτικότητα στη χαρακτηρολογία: η πατρική φιγούρα του Schigolch προσεγγίζει μάλλον το ρόλο ενός νταβατζή, την ώρα που η κόμισσα Geschwitz είναι πιθανότατα η πρώτη ομοφυλόφιλη γυναίκα στην ιστορία του σινεμά. Πέρα από όλα, όμως, το φιλμ κέρδισε την αθανασία χάρη στο ανεπανάληπτο tour de force της Brooks, ικανό να στοιχειώσει το θεατή κάθε εποχής.
Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δευτέρα, 26 Μαρτίου 2012

GREED (1924), του Erich Von Stroheim

Όπως πληροφορούν οι υπέρτιτλοι της «αποκατεστημένης» κόπιας του Greed, στις 12 Ιανουαρίου του 1924, μια μικρή ομάδα ανθρώπων παρακολούθησε το φιλμ στην αρχική του εκδοχή συνολικής διάρκειας εννιάμιση ωρών ύστερα από απαίτηση του ίδιου του σκηνοθέτη. Μέχρι την οριστική του κυκλοφορία στις αίθουσες περίπου ένα χρόνο μετά, η διάρκεια είχε ψαλιδιστεί σε κάτι παραπάνω από δύο ώρες. Το υπόλοιπο υλικό καταστράφηκε από τους ιθύνοντες του στούντιο και σήμερα, έναν ολόκληρο αιώνα μετά, εξακολουθεί να θεωρείται ως το ιερό δισκοπότηρο του σινεμά, ο χαμένος θησαυρός και μαζί μια από τις μεγαλύτερες ενδοκινηματογραφικές τραγωδίες. Ο ίδιος ο Stroheim θα δήλωνε τη βραδιά της πρεμιέρας στη Νέα Υόρκη: «Ακόμα κι αν σου μιλούσα για τρεις συνεχόμενες βδομάδες, δε θα μπορούσα να σου περιγράψω τον πόνο καρδιάς που ένιωσα από την κατακρεούργηση της δουλειάς μου».
Παραδόξως, ακόμα και η κομμένη βερσιόν του Greed συναντά αποθεωτικές κριτικές και για χρόνια κατατάσσεται ανάμεσα στα μεγαλύτερα αριστουργήματα της έβδομης τέχνης. Γεγονός που μόνο εντείνει τα ερωτήματα (και μαζί το γνήσιο σινεφιλικό παράπονο) για το πόσο σπουδαίο έργο τέχνης θα ήταν η αυθεντική εκδοχή της ταινίας που ποτέ δε θα δούμε. Μετά από χρόνια ερευνών και σκληρής δουλειάς, κυκλοφόρησε μια νέα τετράωρη κόπια, βασισμένη σε σημειώσεις και φωτογραφικό υλικό του Stroheim που υποτίθεται πως βρίσκεται εγγύτερα στο αρχικό του όραμα. Το οποίο ακόμα και σήμερα δε θα μπορούσε παρά να μοιάζει πρωτοποριακό.
Είναι εντυπωσιακή για τα αφηγηματικά δεδομένα της εποχής, η ψυχρή, σχεδόν κλινική ματιά με την οποία ο Stroheim παρατηρεί από απόσταση τους βυθισμένους στην υπαρξιακή (και ως εκ του αποτελέσματος ηθική) διαφθορά χαρακτήρες του. Διόλου τυχαία, ούτε ο McTeague ούτε ο Marcus μπορούν να διεκδικήσουν με αξιώσεις τη συμπάθεια του θεατή και η σκηνή της τελικής τους αναμέτρησης μοιάζει βγαλμένη από την κόλαση εντός μας. Ωστόσο, δεν υπάρχει εδώ καμία πρόθεση κοινωνικής, οικονομικής ή ιδεολογικοπολιτικής ανάλυσης. Ο Stroheim είναι αρκετά σοφός ώστε να αφήσει τέτοιου είδους κρίσεις και συμπεράσματα εκτός της αίθουσας κι εντός του θεατή, όσο ο ίδιος, σαν επιστήμονας που αντλεί σαρδόνια απόλαυση παρακολουθώντας τα πειραματόζωά του να σφάζονται, αρκείται στην νατουραλιστική παρουσίαση των δρώμενων.
Το σκοτάδι κυριαρχεί από τους τίτλους αρχής κιόλας, προειδοποιώντας για τα όσα πρόκειται να αντικρύσει ο θεατής στον καθρέφτη του σελυλόιντ. Μια σειρά από αισθητικές επιλογές έρχονται για να σφίξουν τη θηλιά – προσέξτε την επισήμανση του λαμπερού χρώματος του χρυσού και των νομισμάτων, «ηχηρό» οπτικό εφέ για τα δεδομένα του ασπρόμαυρου, βωβού κινηματογράφου. Το φιλμ ασκεί αδυσώπητη κριτική σε όλα τα αστικά ιδεώδη με μια σειρά συμβολικές σκηνές (όπως εκείνη της γαμήλιας τελετής, ξεκάθαρος πρόδρομος του Bunuel) και δε θα μπορούσε παρά να σοκάρει και να προκαλέσει την μανιασμένη αντίδραση των μεγάλων κεφαλιών στο Hollywood της εποχής, τον κατεξοχήν τόπο όπου οι καπιταλιστικοί μύθοι γιγαντώνονταν.
Ο Stroheim κεντάει εν συντομία τον ιστό της δράσης για να επικεντρωθεί, από το τέλος της πρώτης ώρας κιόλας, στο πραγματικό του θέμα. Τον αλληλοσπαραγμό των ανθρώπων υπό τη σαρωτική επίδραση του χρήματος. Ο ατομικισμός που έρχεται ως αναπόφευκτο επακόλουθο της μανιασμένης επιδίωξης του κέρδους δεν μπορεί παρά να οδηγεί στον ανταγωνισμό, στη βία και στο θάνατο. Το Greed σηματοδοτεί την πρώτη φορά που η κινούμενη εικόνα, με την εγγενή δυναμική της, περιέγραψε με οδυνηρή γλαφυρότητα αυτό το ταξίδι καταβύθισης για το ανθρώπινο γένος. Δεν είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς πως πρόκειται για μια ταινία καταδικασμένη να είναι αυτόματα κλασική και με μια αξία αναμφισβήτητης διαχρονικότητας.
Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τρίτη, 20 Μαρτίου 2012

FRED ZINNEMANN Part II - A man's character is his destiny

Τι σημαίνει όμως «χαρακτήρας»; Μια ιδιότητα σταθερή και παγιωμένη που μας διαλέγει και, τελικώς, μας προσδιορίζει; Μια απλή ανασκόπηση των ηρώων που κατοικούν το φιλμικό σύμπαν του Zinnemann μας πείθει για το αντίθετο. Από τον σερίφη Kane του High Noon και τον Prewitt του From Here To Eternity, μέχρι τον Thomas More του A Man For All Seasons και το ψυχρό «Τσακάλι» του Edward Fox, το συμπέρασμα παραμένει ίδιο. Ο χαρακτήρας είναι δημιούργημά μας και τον χτίζουμε μέρα με τη μέρα, λεπτό προς λεπτό με τις επιλογές μας. Στο Kid Glove Killer (1942), λίγο αφότου ο McKay του Van Heflin ανακαλύπτει την ταυτότητα του δολοφόνου, αποφασίζει τι θα πράξει διαβάζοντας το ρητό του James Russell Lowell: «Once to every man comes the moment to decide in the strife of truth and falsehood for the good or evil side». Πεισματάρηδες, εσωστρεφείς, θα μπορούσε κάποιος να τους πει και ξεροκέφαλους, το έργο του Zinnemann εστιάζει ακριβώς σε εκείνους τους ανθρώπους που δε φοβούνται να επιλέξουν και να πάρουν την ευθύνη που τους αναλογεί. Προκειμένου να ακολουθήσουν τη φωνή της συνείδησής τους, είναι καταδικασμένοι να έρθουν σε ανοιχτή σύγκρουση με τον κομφορμισμό που επιβάλλει η ομάδα. Από το στρατό (From Here To Eternity), στην εκκλησία (A Nun’s Story) και από εκεί στην πολιτική (A Man For All Seasons), οι ήρωες του Zinnemann βρίσκονται στην ίδια πλευρά, μόνοι απέναντι σε ένα σύστημα που, όχι απλώς δεν τους καταλαβαίνει, αλλά τους πολεμά μέχρις εσχάτων.

Ο τρόπος που κινηματογραφείται η είσοδος του More στο δικαστήριο, λίγο πριν το φινάλε στο A Man For All Seasons (1966), είναι ενδεικτικός. Η κάμερα τον ακολουθεί καθώς εισέρχεται στην αίθουσα, περνώντας μέσα από μια εξαιρετικά στενή πόρτα - δεν υπήρχε κανένας άλλος δρόμος, καμία εναλλακτική πορεία στο μυαλό και τη ψυχή του. Αμέσως μετά, θα τον αφήσει για να αποκαλύψει μέσα από ένα βασανιστικά αργό τράβελινγκ το πλήθος των κατήγορων και των απλών θεατών που καλείται να αντιμετωπίσει – μόνος έναντι όλων. Απέριττο αλλά οξυδερκές, το ντεκουπάζ του Zinnemann αναδεικνύει σε βάθος την ανθρώπινη αλήθεια πίσω από το εκάστοτε σενάριο. Ας θυμηθούμε και το εναρκτήριο κάδρο του From Here To Eternity (1953). Η κάμερα στέκει ακίνητη και καταγράφει την πορεία του Prewitt από το βάθος μέχρι το προσκήνιο ενόσω από πίσω του ο λόχος παρελαύνει. Η μοναχική στάση του ήρωα αναδεικνύεται από τα πρώτα δευτερόλεπτα και αντιπαραβάλλεται στην τυφλή ομοιογένεια της στρατιωτικής μηχανής.

Η εμμονή του Zinnemann περί διαρκούς μάχης του ατόμου με τους ευρύτερους θεσμούς αποκτά ιδιαίτερη σημασία αν υπογραμμιστεί το χωροχρονικό πλαίσιο των ταινιών του: Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, τα μεταπολεμικά τραύματα της Αμερικής, Ψυχρός Πόλεμος, ΜακΚάρθι. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι ήρωές του στέκουν ως σύμβολα αντίστασης, θάρρους κι αξιοπρέπειας. Προχωρώντας ακόμα παραπέρα, καθρεφτίζουν πάνω τους την κοινωνία που τους περιβάλλει και υπογραμμίζουν τις ευθύνες της. Act of Violence, A Hatful of Rain, A Man For All Seasons, όλα τους σκιαγραφούν ένα περιβάλλον όπου ο καθένας θα μπορούσε να είναι πληροφοριοδότης και κάθε σκοτεινή γωνιά μπορεί να αποκαλύψει ένα καλά κρυμμένο μυστικό.

Στο The Seventh Cross (1944), ο Zinnemann επικεντρώνεται στον τρόπο με τον οποίο οι υπόλοιποι χαρακτήρες αντιδρούν απέναντι στον George (Spencer Tracy) και στην έκκλησή του για βοήθεια. Όπως και ο σερίφης του Gary Cooper κάποια χρόνια αργότερα, έτσι και ο ήρωας του Tracy τίθεται ενώπιον μιας σειράς ανθρώπων εκ των οποίων άλλοι δε τολμούν να τον βοηθήσουν κι άλλοι τον αποφεύγουν επιδεικτικά. Διόλου τυχαία, στο κέντρο της αφήγησης θα βρεθεί ένας παλιός φίλος του George, ο φιλήσυχος Paul Roeder (ο υποτιμημένος Hume Cronyn που έφτασε μέχρι και στην οσκαρική υποψηφιότητα εδώ). Μαθαίνοντας την περιπέτεια του πρώτου, ο Paul θα αναγκαστεί να επανεκτιμήσει τις υποστηρικτικές του δηλώσεις για τον Χίτλερ, και μάλιστα έμπρακτα. Το φιλμ προβληματίζεται, έτσι, πάνω στις συνθήκες που αναγκάζουν έναν άνθρωπο α-πολιτικό να πάρει θέση. Ο Paul έχει γυναίκα, παιδιά και μια σταθερή δουλειά με μισθό παραπάνω από ικανοποιητικό. Ωστόσο, θα ξεσκεπάσει με τις επιλογές του τη φενάκη αυτής της αντιεπαναστατικής και κομφορμιστικής ιδεολογίας.

Στο High Noon (1952), η απεικόνιση της Δύσης είναι ανατρεπτική. Υπάρχει ελάχιστη δράση και οι μυθικές διαστάσεις που προκύπτουν από τη σύγκρουση του ανθρώπου με το τοπίο αποφεύγονται πλήρως για χάρη ενός πρωτόγνωρου για το είδος ρεαλισμού. Το βάρος βρίσκεται αλλού: ο Ήρωας επιθυμεί να συγχρωτιστεί με την κοινότητα. Εκείνη όμως νιώθει μάλλον άβολα ότι ανακύπτει το ζήτημα της ευθύνης της (συλλογικά, αλλά και ατομικά του κάθε μέλους της) απέναντι στον Ήρωα. Η πραγματική αιτία πίσω από την άρνησή τους να βοηθήσουν το σερίφη είναι ο φόβος που έχει βυθίσει την μικρή τους κοινωνία στη διαφθορά. Είναι ξεκάθαρη η αλληγορία για την ατολμία των ανθρώπων του Hollywood να αντιμετωπίσουν την Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Ας σημειωθεί ότι ο Zinnemann ήταν ένας από τους 25 σκηνοθέτες που με την υπογραφή τους προκάλεσαν την έκτακτη συνδιάσκεψη του Screen Directors Guild, τον Οκτώβριο του 1950, προκειμένου να σταματήσει η προσπάθεια της επονομαζόμενης πτέρυγας DeMille να καθαιρέσει τον Joseph L. Mankiewicz, σε μια πρωτοβουλία να ξεριζωθεί το …«κακό» του κομμουνισμού από το Hollywood. Ο Zinnemann θα θυμάται για πάντα αυτή τη νύχτα ως μία από τις σημαντικότερες της ζωής του: «A night in which people were really compelled to stick their necks out for what they believed in».

Φυσικά, ο μοναχικός δρόμος της συνείδησης δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Οι ήρωες του Zinnemann δεν είναι σε καμία περίπτωση υπεράνθρωποι, άμεμπτα όντα μιας άλλης φύσης. Θα τους δούμε να αμφιβάλλουν, να παλεύουν, να ξορκίζουν δαίμονες προσωπικούς πολύ πριν κληθούν να αντιμετωπίσουν τους εξωγενείς παράγοντες. Είναι συνταρακτικός ο αγώνας της Gabrielle (Audrey Hepburn) να αναδειχθεί ενώπιον του εαυτού της αντάξια της αποστολής της στο A Nun’s Story (1959). Σε μια εξόχως συμβολική σκηνή, όπου μέσω της εμφανούς βίας απελευθερώνεται και η συσσωρευμένη πίεση που ασφυκτιά στην εγκράτεια της ηρωίδας, θα πεισθεί από μία τρόφιμο του ασύλου στο οποίο εργάζεται, να ανοίξει το κελί για να της φέρει λίγο νερό. Η ασθενής όμως θα της επιτεθεί και η μάχη κινηματογραφείται από τον Zinnemann σαν την εξωτερίκευση του βαθύτερου αγώνα μέσα στη ψυχή της Gabrielle. Δεν είναι τυχαίο ότι η τρόφιμος αυτοαποκαλείται Αρχάγγελος Γαβριήλ. Τελικά, η ηρωίδα σύντομα θα συνειδητοποιήσει ότι μπορείς να ξεγελάς τους άλλους επί μακρόν, ποτέ όμως τον εαυτό σου. Και η σκηνοθεσία του Zinnemann την υποστηρίζει. Παρά το γεγονός ότι η αφήγηση δεν απομακρύνεται ποτέ από την Hepburn, η απειλή και το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου πλανώνται στην ατμόσφαιρα. Η λαίλαπα του ναζισμού είναι γεγονός και η Gabrielle αποφασίζει ότι κάποια φαινόμενα και καταστάσεις, προκειμένου να καταπολεμηθούν, απαιτούν πολλά περισσότερα από τυφλή υπακοή και παθητικότητα.

Στο The Day of the Jackal (1973), όταν ο μοναχικός και ψυχρός ήρωας πληροφορείται ότι οι μυστικές υπηρεσίες έχουν εντοπίσει την ταυτότητά του, φτάνει με το αυτοκίνητό του σε μία διασταύρωση: να στρίψει προς Ρώμη προκειμένου να ξεφύγει με ασφάλεια ή να ακολουθήσει τη διαδρομή προς Παρίσι και προς την ολοκλήρωση της αποστολής που έχει αναλάβει; Όπως ο Van Heflin διαβάζοντας το ρητό του Lowell στο Kid Glove Killer, όπως ο μικρός Karel ευρισκόμενος ανάμεσα στην ελευθερία του δρόμου και την αγκαλιά του Steve στο The Search (1948), όπως φυσικά ο σερίφης Kane στην αρχή κιόλας του High Noon, έτσι και το τσακάλι θα διαλέξει ενστικτωδώς, θα αναλάβει την απόλυτη ευθύνη των επιλογών του και θα τις υπηρετήσει μέχρι τέλους. Γνήσιοι outsider, έχουν επίγνωση του πεπρωμένου που έχουν εκλέξει και δεν αποζητούν να ξεφύγουν. Κάπου στη μέση του From Here To Eternity, o Prewitt (Montgomery Clift) και ο Warden (Burt Lancaster), μεθυσμένοι, κάθονται οκλαδόν στη μέση του δρόμου φωνάζοντας ότι δε θα σηκωθούν για κανέναν. «Δε νομίζω ότι θα μπορούσα να σηκωθώ έτσι κι αλλιώς», θα ψελλίσει ο Prewitt σε μια ατάκα που συνοψίζει το ταυτόχρονο του ατομικού θριάμβου και της κοινωνικής συντριβής εκείνου που δρα γνωρίζοντας πως «they’re gonna get him sooner or later», χωρίς όμως να φοβάται ή να δειλιάζει.

Υπόδειγμα συνέπειας ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, ο Fred Zinnemann ακολούθησε βίο παράλληλο με τους ήρωές του. Χωρίς τυμπανοκρουσίες, μεγάλα λόγια ή ροπή προς την προσωπική του προβολή, αγωνίστηκε προκειμένου να ακολουθήσει την εκ των έσω φωνή του. Δεν έσκυψε το κεφάλι ούτε όταν η οικογένεια του απαγόρευσε τις κινηματογραφικές σπουδές, ούτε όταν τη δεκαετία του ’40 το αφεντικό της MGM, Eddie Mannix, τον έθετε σε διαθεσιμότητα (διακοπή μισθού χωρίς να μπορεί να εργαστεί σε άλλο στούντιο) επειδή απέρριπτε το ένα μετά το άλλο τα σενάρια που του ανέθεταν. Μένοντας πιστός στον εαυτό του, κέρδισε τελικά το σεβασμό του Hollywood κάνοντας ταινίες με τους δικούς του, συχνά πρωτοποριακούς για τα δεδομένα της εποχής, όρους (ας σημειωθεί ότι το The Search ήταν εν έτη 1948 η πρώτη αμερικανική παραγωγή γυρισμένη σε φυσικούς χώρους στη βομβαρδισμένη Ευρώπη, όπως και την εν γένει προτίμησή του σε ερασιτέχνες ή άγνωστους ηθοποιούς). Και σαν την Gabrielle στο σιωπηρό φινάλε του Nun’s Story, συνέχισε μέχρι το τέλος να επιλέγει, μοναχικά αλλά ενσυνείδητα, την πορεία του.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή, 18 Μαρτίου 2012

FRED ZINNEMANN Part I - Ο παραγνωρισμένος των εμιγκρέδων

"A personal movie from a fool is far less interesting to me than a narrative movie from Fred Zinnemann. I would much rather watch Fred Zinnemann do one of his brilliant, craftsmanlike, sometimes inspired storytelling films than a personal blowing-up of someone who has nothing to say. And from his “narrative” movies, I actually know a great deal about Zinnemann"

Sidney Lumet

Ο Fred Zinnemann γεννήθηκε στη Βιέννη στις 29 Απριλίου του 1907. Ήταν ο μεγαλύτερος γιος του Oscar, γιατρός στο επάγγελμα, και της Anna Zinnemann. Το αρχικό του όνειρο να ακολουθήσει μια καριέρα στη μουσική εγκαταλείφθηκε γρήγορα και κατέληξε να σπουδάζει στη Νομική σχολή της Βιέννης. Παράλληλα με τις σπουδές του, άρχισε να ανακαλύπτει το σινεμά. Το Greed (1923) του Erich Von Stroheim, το Battleship Potemkin (1925) του Sergei Eisenstein, το The Big Parade (1925) του King Vidor και το The Passion of Joan of Arc (1928) του Carl Theodore Dreyer ήταν οι ταινίες που τον οδήγησαν στην απόφαση να γίνει σκηνοθέτης. Καθώς η απόκτηση του πτυχίου της νομικής ήταν, σύμφωνα με τα λεγόμενά του, μια εξαιρετικά βαρετή διαδικασία, η καριέρα στον κινηματογράφο ήταν μονόδρομος. Ωστόσο τα πράγματα δεν ήταν εύκολα. Αντιδρώντας στην απόφασή του αυτή, οι γονείς του ξεκίνησαν μια μακροχρόνια προσπάθεια να μεταπείσουν τον νεαρό Fred και κάλεσαν για βοήθεια συγγενείς και φίλους προκειμένου να του κάνουν ...πλύση εγκεφάλου. Τα συντηρητικά ήθη της Βιέννης εκείνης της εποχής αντιμετώπιζαν με επιφύλαξη το χώρο της έβδομης τέχνης. Όμως η αξιοθαύμαστη επιμονή του Fred - και αυτός ο αγώνας του απέναντι στον πρώτο των κοινωνικών θεσμών, την οικογένεια, συνιστά σαφή προοικονομία του έργου του - έφερε καρπούς και το 1927, σε ηλικία είκοσι ετών, ξεκίνησε τις κινηματογραφικές σπουδές στο Παρίσι. Στη συνέχεια, πήγε στο Βερολίνο κι εργάστηκε σε ορισμένες ταινίες, κυρίως ως βοηθός οπερατέρ. Μια από αυτές ήταν το Menschen am Sonntag (1929), καρπός του ενθουσιασμού και της συνεργασίας μερικών εκ των ανερχόμενων ονομάτων του ευρωπαϊκού σινεμά που όλοι τους έμελλε να κάνουν καριέρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού: Robert Siodmak και Edgar G. Ulmer στη σκηνοθεσία, Billy Wilder στο σενάριο και ο Zinnemann ως οπερατέρ.

Τον Οκτώβρη του 1929 έφτασε στην Αμερική. Με την πολύτιμη βοήθεια του αφεντικού των Universal Studios, Carl Laemmle (στον ίδιο πιστώνεται και η «ανακάλυψη» του William Wyler), ο Fred βρήκε δουλειά αρχικά ως κομπάρσος. Κάπου εκεί ήρθε η γνωριμία, σταθμός για τη ζωή και το έργο του, με τον κορυφαίο ντοκιμαντερίστα, Robert Flaherty. Ο σκηνοθέτης του Nanook of the North (1922) ήταν μια επιβλητική προσωπικότητα που επηρέασε βαθύτατα τον Zinnemann και σημάδια αυτής της επιρροής μπορούν να βρεθούν ακόμα και σε ταινίες της ύστερης περιόδου του. Όπως ο ίδιος παραδέχεται, η συνεργασία του με τον Flaherty του γέννησε την επιθυμία να ασχοληθεί αποκλειστικά με το ντοκιμαντέρ. Έτσι, η πρώτη του σκηνοθετική δουλειά - The Wave (1936) - αποτελεί ένα χρονικό της καθημερινότητας ψαράδων του Μεξικό με σαφείς πολιτικούς προσανατολισμούς (δώδεκα χρόνια πριν τον Βισκόντι). Ωστόσο, η περιφρόνηση που το σύστημα των στούντιο έδειχνε προς το συγκεκριμένο είδος τον έστρεψε σε άλλες κατευθύνσεις. Βρήκε δουλειά στο shorts department της MGM και άρχισε να σκηνοθετεί ταινίες της μια μπομπίνας (one reels), που η διάρκεια τους δηλαδή δε ξεπερνούσε τα δέκα λεπτά. Γρήγορα ξεχώρισε από τους υπόλοιπους και το 1938 κέρδισε το πρώτο του όσκαρ, στην κατηγορία μικρού μήκους με το That Mothers Might Live. Το 1942 πήρε την πολυπόθητη προαγωγή και με το Kid Glove Killer ουσιαστικά ξεκίνησε η καριέρα του στην μεγάλου μήκους σκηνοθεσία.

Σήμερα ο Zinnemann αγνοείται επιδεικτικά από την κατεστημένη κριτική. Το πολύκροτο auteur theory (που λίγο έλειψε να καταδικάσει και τον Wyler) τον κατηγοριοποίησε με χαρακτηριστική άνεση ως απλό τεχνίτη, οι ταινίες του οποίου δεν είχαν προσωπική σφραγίδα. Σε αντίθεση όμως με τον Michael Curtiz (για παράδειγμα), ο Zinnemann δεν έβαλε την υπογραφή του σε εκατό φιλμ - αναθέσεις. Ανάμεσα στο ντεμπούτο του, Kid Glove Killer (1942) και το κύκνειο άσμα του, Five Days One Summer (1982), δηλαδή σε ένα διάστημα σαράντα ετών, παρέδωσε μόλις είκοσι δύο ταινίες. Ήταν από τους ελάχιστους που είχαν την τόλμη να απορρίπτουν σενάρια (σε μια εποχή που μια τέτοια πρακτική ήταν σχεδόν ανήκουστη) και να τα βάζουν με τους μεγαλοπαραγωγούς των studio, με αποτέλεσμα να δει περισσότερα του ενός project του να εγκαταλείπονται στη μέση. Δεν ήταν μόνο η απαράμιλλη τεχνική του (αυτή τουλάχιστον δεν αμφισβητήθηκε ποτέ) που τον ξεχώριζε, αλλά και ο μέγιστος σεβασμός που έδειχνε στους ηθοποιούς και τον θεατή. Αναφορικά με τους πρώτους, ας μη ξεχνάμε ότι πολύ μεγάλα ονόματα, όπως ο Marlon Brando, o Montgomery Clift και η Meryl Streep, πραγματοποίησαν το ντεμπούτο τους υπό τη σκηνοθετική του μπαγκέτα, ενώ συνολικά δεκαεννέα ηθοποιοί απέσπασαν οσκαρική υποψηφιότητα πρωταγωνιστώντας σε ταινία του (οι επτά εξ αυτών βραβεύτηκαν κιόλας). Όλοι τους υπηρέτησαν την έμμονη ιδέα που σα βασικό μοτίβο διαπερνάει ολόκληρη τη φιλμογραφία του και συνοψίζεται στη φράση: ο Χαρακτήρας είναι το Πεπρωμένο.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Σάββατο, 3 Μαρτίου 2012

HUNGER (2008), του Steve McQueen

66 μέρες πείνας: Πείνα, όπως η εσωτερική ανάγκη, η ανεξέλεγκτη φυσική ορμή για ικανοποίηση του ενστίκτου για εύρεση τροφής. Και πείνα, όπως η ακόρεστη, μα εξωτερικευμένη και εκλογικευμένη πια, ανάγκη για ικανοποίηση μιας συνειδητής επιλογής.
Η απεργία πείνας και η επαναστατική δράση ως μια σύγκρουση εσωτερική, ανάμεσα στο ένστικτο και την επιλογή. Η εξωτερική σύγκρουση Αγγλίας – Β. Ιρλανδίας, ως αναγκαίο πλαίσιο και γενεσιουργός αιτία, περιορίζεται στην παραβολή κάποιων εξαγγελιών της Μάργκαρετ Θάτσερ και του γεμάτου παράσιτα σήματος ενός κλεφτού ραδιοφώνου σ'ένα κελί της φυλακής Μέιζ.
Κι ύστερα, η άβυσσος του εγκλεισμού.

Η συνειδητή, απόλυτα πολιτική επιλογή του σκηνοθέτη Στηβ ΜακΚουήν είναι να παραβλέψει το πριν και το μετά, και να στρέψει το φακό του μέσα στη φυλακή, μέσα στο κελί, μέσα στο μυαλό του επαναστάτη φυλακισμένου Μπόμπι Σαντς, αφήνοντας την άλλη πλευρά στα κλεφτά βλέμματα ένοχης και τις σφιγμένες ματωμένες γροθιές. Και όσο θορυβώδης και εκρηκτική είναι η δράση του ΙΡΑ που τον ενέπνευσε να γυρίσει την ταινία, τόσο υπόκωφη και βραδυφλεγής είναι η κινηματογράφησή του. Με εικόνες τόσο αβάσταχτα ρεαλιστικές που είναι σχεδόν αφόρητες στη θέασή τους (σε πολλά σημεία, κυριολεκτικά), δεν έχει ανάγκη από ιαχές και μελόδραμα -συγχρόνως όμως κάθε πλάνο του είναι υπολογισμένα δραματοποιημένο. Από τις αδυσώπητα σκληρές σκηνές των ξυλοδαρμών, στον αμείλικτο, στεγνό διάλογο/εσωτερικό μονόλογο του Σαντς με έναν καθολικό ιερέα πριν τη μεγάλη απόφαση, μέχρι και τις ποιητικά απογυμνωμένες τελευταίες στιγμές πριν το θάνατο, κάθε κεφάλαιο αυτού του ημερολογίου αποκαλύπτει μετρημένα μια διαφορετική πτυχή του πρωταγωνιστή του. Φυλακισμένος, διανοούμενος, αγωνιστής.
Και ήρωας;

Ίσως, μονάχα, όταν γίνεται άνθρωπος

Μαριάννα Ράντου

Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

SHAME (2011), του Steve McQueen

Εξαρχής το εγχείρημα του McQueen καταγράφεται ως ένα εκ των πιο θαρραλέων της πρόσφατης κινηματογραφικής μνήμης. Η αποτύπωση της σύγχρονης αστικής αποξένωσης των μεγαλουπόλεων και του ανικανοποίητου των σχέσεων που τις κατοικούν χρειάζεται τόλμη, έμπνευση και περίσσευμα ειλικρίνειας. Στοιχηματίζει στο πουλέν του (ένας συγκλονιστικός Michael Fassbender), δεν τον αφήνει όμως μόνο του (πολύ κακώς). Οι ασθμαίνουσες διαδρομές του περιβάλλονται από αγγίγματα υπερ-σκηνοθεσίας, στιλιζαρισμένες πινελιές έντασης για την οδύνη του ήρωα. Το τελευταίο ταγκό δε χορεύεται πια στο Παρίσι, αλλά στη θαμπωμένη γυαλάδα της Νέας Υόρκης και των κτιρίων της που κρύβουν τον ουρανό. Το διαμέρισμα δεν είναι πια εγκαταλελειμμένο στην τύχη του, αλλά φαντάζει έτσι από άποψη (έξοχη η "γεωγραφική" επιμέλεια των κάδρων εντός του σπιτιού).

Το Shame συνδέεται σε ευθεία γραμμή με το ντεμπούτο του McQueen, Hunger (2008), και ξεκαθαρίζει τη σκηνοθετική άποψη του ταλαντούχου Βρετανού. Πομπώδης αφήγηση και πρόζα ρέπουσα στη δημαγωγία, τυλιγμένα σε μια συσκευασία μεγαλόστομη και σίγουρη για τον εαυτό της. Εμμένοντας σε αυτό το στιλ, είναι εύλογο να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό πλέον από την επιλογή του θέματος. Χάρη στις επιλογές αυτές το Hunger απογειώθηκε ως ένα από τα σπουδαιότερα πολιτικά φιλμ, εξαιτίας τους το Shame σκοντάφτει και μένει να διεκδικεί τις δάφνες μιας ένδοξης αποτυχίας. Ωστόσο, και παρά τη σχηματική κατάληξη του σεναρίου (η προβλέψιμη τύχη της αδερφής του ήρωα), διατηρεί τη σημασία του ως δείγμα γραφής ενός πολλά υποσχόμενου δημιουργού.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής