Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ozon François. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ozon François. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 9 Οκτωβρίου 2013

JEUNE & JOLIE (2013), του François Ozon



Δεκαπέντε χρόνια μετά την ηχηρή εμφάνιση του Sitcom, το έργο και η προσφορά του François Ozon παραμένει ένας γρίφος για κριτικούς και σινεφίλ. Ανομοιογενής όσο κι ανισόρροπη, η φιλμογραφία του αναδεικνύει ένα δημιουργό ικανό για το καλύτερο (5x2, Swimming Pool,Sous le sable) και το χειρότερο (Les Amants Criminels, Potiche). Το Jeune & Jolie δε συγκαταλέγεται απλά στην πρώτη κατηγορία, αλλά κρυφοκοιτάζει τις υψηλότερες κορφές της. Η θεματική της "οικειοθελούς" εκπόρνευσης μαθητριών και φοιτητριών στο δυτικό κόσμο θυμίζει μοτίβα γνώριμα στον κινηματογράφο εδώ και πολλές δεκαετίες. Η επί πληρωμής σεξουαλική απόλαυση ασκεί μια αρχετυπική γοητεία στους καλλιτέχνες της εικόνας, καταδικασμένοι θαρρείς να αναζητούν ψήγματα ουσίας πίσω από τη λαμπερή επιφάνεια. Ο Ozon αποδέχεται την κληρονομιά, όχι όμως ανεπιφύλακτα. Η πλαστική ομορφιά της ταινίας, με τη σοφά υπολογισμένη χρήση της χρωματικής παλέτας και τα στιλιζαρισμένα καδραρίσματα, δε γεννά σε κανένα σημείο συμπάθεια προς την ηρωίδα του. Η αυθάδης ομορφιά κι ο αβίαστος αισθησιασμός της Marine Vacth περισσότερο απομακρύνουν, παρά ελκύουν συναισθηματικά το θεατή. Το ...ξεχειλωμένο σχήμα της "πόρνης με τη χρυσή καρδιά" δεν έχει καμία θέση εδώ.

Η αφήγηση αγγίζει σε σημεία έναν ακραίο νατουραλισμό. Παρατηρούμε την Isabelle να δίνει συστηματικά το κορμί της έναντι μιας διόλου ευκαταφρόνητης χρηματικής ανταμοιβής, αλλά δεν μαθαίνουμε ποτέ το πραγματικό της κίνητρο. Το κάνει για τα λεφτά (έστω κι αν δεν μοιάζει καθόλου να τα έχει ανάγκη με όρους επιβίωσης); Υποκύπτει στη γοητεία του "απαγορευμένου"; Ή σε εκείνη του κινδύνου; Μήπως το - αγαπημένο στους "ερμηνευτές των φιλμικών γραφών" κι όχι μόνο - οιδιπόδειο σύμπλεγμα μπορεί να προσφέρει μια ικανοποιητική εξήγηση; Το εκνευριστικά απαθές βλέμμα και οι υπολογισμένες αντιδράσεις της ηρωίδας γεννούν μια αποστασιοποίηση απαγορευτική για ψυχαναλυτικές εξηγήσεις. Έτσι, η Isabelle του Ozon αναδεικνύεται σε έναν εξολοθρευτή άγγελο που με την, παράλογη για τις καθιερωμένες μας συμβάσεις, συμπεριφορά ξεσκεπάζει την υποκρισία μιας κοινωνίας σε όλα της τα επίπεδα. Είτε ως οικονομική είτε ως ηθική στάση, η εκπόρνευση είναι ένα αμάρτημα για το οποίο είμαστε όλοι ένοχοι. 

Το κοινωνικοπολιτικό σχόλιο είναι εύγλωττο, οξύ και αρκούντως εγκρατές (με κάποιες εξαιρέσεις, όπως η κατά τα λοιπά ευφυέστατη σκηνή της οικονομικής συνδιαλλαγής με το ψυχαναλυτή). Ο Ozon υιοθετεί εδώ μια ματιά κοινωνιολογική, σχεδόν δημοσιογραφική, εγγύτερα στο Une Femme Mariée ή το 2 ou 3 choses que je sais d'elle, παρά στο θεματικά παρεμφερές Vivre Sa Vie (αν πρέπει οπωσδήποτε να βρούμε ένα γαλλικό και δη γκονταρικό πρόγονο). Εξάλλου, η δεκαεπτάχρονη ηρωίδα του Jeune & Jolie - κι εδώ βρίσκουμε το διεισδυτικό κι άκρως ανησυχητικό εκσυγχρονισμό της κινηματογραφικής πόρνης -  είναι σε πλήρη γνώση των κανόνων της προσφοράς και της ζήτησης που κυβερνούν τον κόσμο μας. Κι ακόμα παραπέρα, η εκμετάλλευσή τους λειτουργεί ως αυτοσκοπός (κέρδος για το κέρδος ή αλλιώς "καπιταλισμός"...). Μόνη ελπίδα η συνειδητοποίηση μιας άλλης ζωής που ίσως έρχεται στο αμφίσημο φινάλε και στην εσωτερική αποκάλυψη που θα φέρει μια απρόσμενη συνάντηση.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

*** ½



Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

POTICHE (2010), του François Ozon


Στη βόρεια Γαλλία του 1977, ήσυχη στα πλούτη που απολαμβάνει δίχως να κόπιασε στιγμή για να αποκτήσει, η Σουζάν, γυναίκα τοπικού βιομηχάνου, αρχίζει να ζει για πρώτη φορά μετά από χρόνια, όταν η ζωή της παίρνει μια αναπάντεχη τροπή: Οι εργάτες που απασχολεί ο σύζυγός της αποφασίζουν όχι μόνο να απεργήσουν, αλλά και να απαγάγουν τον ίδιο και η Σουζάν καλείται να διαχειριστεί την κατάσταση. Με τη βοήθεια του παλιού της εραστή και σημερινού τοπικού άρχοντα, Μπαμπέν, θα αναδειχθεί σε μία προσωπικότητα για την οποία κανείς δεν είχε την παραμικρή ιδέα.

Θα νόμιζε κανείς πως ο Οζόν τυχαία επιλέγει ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα για κάθε του θέμα. Όπως η συλλογικότητα των εργασιακών συνθηκών και η ηθική της εξουσίας, έτσι και ο καρκίνος θα μπορούσε να έχει γίνει μια υστερική κωμωδία αντί για ένα ασφαλές, δακρύβρεχτο δράμα-και σίγουρα πολύ πιο επιτυχημένα. Εξάλλου, όπως σχεδόν όλες οι ταινίες του, θα ήταν κι αυτή προορισμένη να αναπνέει αυστηρά στη διάρκειά της, αποσπώντας σχόλια για ένα ακόμη ερμηνευτικό ρεσιτάλ. Δυστυχώς για τον ίδιο, το πολιτικό σινεμά μπορεί να είναι κωμωδία όταν αυτή υπακούει στους κανόνες του πρώτου και όχι το αντίθετο. Ο δύσμοιρος ο Οζόν απέχει έτη φωτός από έναν κινηματογραφιστή με αυθεντικές ανησυχίες κι ας βιάστηκαν κάποιοι να τον χαρακτηρίσουν τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά. Τρομερό ίσως, επιφανειακό σίγουρα. Βλέπετε, η σύγκρουση του εργατικού κινήματος με το καπιταλιστικό σύστημα βεβαίως και μπορεί να ξεσκεπάζει καλά κρυμμένους κινδύνους και χαρακτηρολογικά, μέσα στην υπερβολή του, ο Οζόν τα καταφέρνει: Οι τυραννικές μέθοδοι του βιομηχάνου με τις οποίες διαχειρίζεται τόσο τη γυναίκα του όσο και τα παιδιά, την ερωμένη, τη δουλειά, τους εργαζομένους του, οδήγησαν σε ένα απρόσμενο ξέσπασμα μιας...γυναικούλας των τίτλων αρχής (και, φυσικά, «γλάστρας» του ίδιου του τίτλου) που με τη σειρά της μεταμορφώθηκε(;) στερεοτυπικά σε αγία προστάτιδα της εργατιάς.

Ξανά πίσω από την ασφάλεια ενός επιτυχημένου θεατρικού έργου, ο Οζόν παρεκτρέπεται σκανδαλιζόμενος συνεχώς: Η υψηλή τάξη μετατρέπει την ανεργία σε τραγούδι, το άγχος της επιβίωσης σε πολύχρωμο κάδρο και την αβάσταχτη επί των μικροαστών εξουσία σε νοικοκυροπούλα που σκουντουφλά στα σκαλοπάτια της αριστοκρατίας. Η ταξική διαφορά, αιτία διαχρονικής πάλης και πολέμου, γίνεται χαριτωμένη κουτοπονηριά και παρωδία μιας μόδας και μιας αδιεξοδικής καθημερινότητας του ανάλαφρου που αναγκάστηκε να γίνει κουλτούρα. Για όλα υπάρχει ένας παραμορφωτικός καθρέφτης, στο μοναδικό και πιο ενδιαφέρον σχόλιο της ταινίας, που κατάφερε να μη γίνει χονδροειδές: Ακόμα και για το μοντέρνο κομμουνισμό που ξαπλώνει νωρίς για να ονειρευτεί μεγαλοαστικά. Τι στο 1977, τι στο σήμερα; Λίγα άλλαξαν και ο κύριος Οζόν μας εξέπληξε με αυτή του τη γνώση, πολύ αργά όμως σε ένα φιλμ που είχε γίνει προ πολλού αντιπαθητικό.

Πάνος Τράγος

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

5 x 2 (2004), του Francois Ozon


Γιατί πέντε φορές το δύο; Το αποτέλεσμα φέρνει την μονάδα, δηλαδή το άτομο στην μόνη κατάσταση όπου ο απόλυτος αυτοπροσδιορισμός είναι εφικτός - την μοναξιά, δίπλα στο μηδενικό. Πλάι στους φόβους και τις αγωνίες που μας ωθούν στην αναζήτηση συντροφιάς, όπου το ένα θα γίνει δύο και θα μας φέρει ένα σκαλοπάτι πιο μακριά από την άβυσσο του μηδέν. Ο έρωτας είναι εγωιστικό συναίσθημα, γεννιέται μέσα από τις προσωπικές μας ανάγκες, και ο Ozon το γνωρίζει καλά. Περιορίζει αισθητά (αν και όχι ολοκληρωτικά) τις υπερβολές και τους μελοδραματισμούς των προηγούμενων ταινιών του, για να παραδώσει ένα από τα πλέον κυνικά φιλμ πάνω στις ανθρώπινες σχέσεις. Ό,τι ξεκινάει ρομαντικά, με μια βόλτα στο ηλιοβασίλεμα, θα καταλήξει στο γραφείο του δικηγόρου και στην ανάγνωση των όρων του διαζυγίου. Η πορεία μοιάζει αναπόφευκτη και οι διαφορετικές ιστορίες που θα μπορούσε να διηγηθεί το κάθε ζευγάρι υπάγονται όλες σε αυτήν με την μαθηματική ακρίβεια του τίτλου.

Δεν έχει νόημα να αναζητήσουμε τις ευθύνες. Φταίνε και οι δύο ή, καλύτερα, δεν φταίει κανείς τους. Η φροντισμένη χαρακτηρολογία μεταθέτει διαρκώς την συμπάθειά μας μεταξύ των δύο πόλων του ζευγαριού. Αμφότεροι κάνουν λάθη, αμφότεροι πληγώνουν και πληγώνονται, συχνά χωρίς να προλαβαίνουν να σταθμίσουν με τη λογική τα πώς και τα γιατί – απλά θύματα των έμφυτων μηχανισμών της επιβίωσης και της επιβολής. Η ταινία στέκεται στα κόμματα και τις άνω τελείες της σχέσης του Gilles και της Marion, στα πριν και τα μετά όσων μας είχε μάθει το σινεμά ότι σημαδεύουν ένα ζευγάρι. Αυτές οι σκηνές από έναν γάμο είναι χαμηλόφωνες, συντίθενται από στιγμιότυπα σιωπηλά γι’ αυτό και τόσο εύγλωττα.

Ο Ozon δεν προσπαθεί να εξηγήσει τον λόγο που οι ήρωες καταλήγουν στο χωρισμό. Πρόθεσή του είναι μόνο να δείξει βήμα προς βήμα την αποκόλληση της μονάδας από το ζεύγος, την επιστροφή στην φυσική της κατάσταση. Η γνωριμία, ο γάμος, η γέννα, οι αμφιβολίες, το διαζύγιο. Ο ενθουσιασμός και η ελπίδα δεν διαρκούν για πάντα, ούτε και οι συμβιβασμοί. Ακόμα και στο πρώτο επεισόδιο, όταν η Marion θα εναποθέσει στον Gilles τα όνειρά της και εκείνος θα ενσαρκώσει σε αυτήν τις επιθυμίες του, η αντίθεση που τους καθιστά υπάρξεις διακριτές είναι εκεί. Στο ηλιοκαμμένο κορμί του δίπλα στο άσπρο της δέρμα. Και θα την κουβαλήσουν μαζί τους σε όλες τις φάσεις της σχέσης, στην εύθραυστη φωνή του Stéphane Freiss και στα μάτια της συγκλονιστικής Valeria Bruni Tedeschi.

Δεν μπορεί να υπάρξει happy end, παρά μόνο αν διηγηθείς την ιστορία αντίστροφα. Ο σκηνοθέτης Ozon, έχοντας πλήρη συναίσθηση του ρόλου του ως δημιουργού, επιλέγει αυτό το δραματουργικό εύρημα όχι τόσο προκειμένου να μας πείσει για τον καταδικασμένο χαρακτήρα κάθε έρωτα, όσο για να ρίξει την αυλαία σε ένα φως ελπίδας. Μένει να αναρωτηθούμε εάν και πόση δημιουργικότητα μπορούμε να φέρουμε εμείς στην καθημερινότητά μας.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής