Σάββατο, 28 Αυγούστου 2010

INCEPTION (2010), του Christopher Nolan


Υπάρχει μία σαφέστατη συνέχεια στην προβληματική του Christopher Nolan, όπως αυτή αναπτύσσεται στη θεματολογία των ταινιών του μέσα στο χρόνο. Στην ουσία πρόκειται για μια μελέτη της σχέσης του κινηματογραφικού μέσου με τον θεατή και κατ’ επέκταση της δύναμης του σκηνοθέτη – δημιουργού. Στο Prestige, o τελευταίος παραλληλίζεται με έναν μάγο, έναν ταχυδακτυλουργό που δεν εξαντλεί ποτέ τους άσσους που κρύβει στα μανίκια, όντας έτσι διαρκώς σε θέση να εκπλήξει και να ξαφνιάσει το κοινό του. Στο Memento καταπιάνεται με το ζήτημα της μνήμης ως αναγκαίο (αλλά όχι επαρκή;) όρο για οποιαδήποτε δημιουργία (συνεπώς και της καλλιτεχνικής). Στο Inception, που αποτελεί το αναμφισβήτητο magnum opus του (τουλάχιστον μέχρι το επόμενο), ο Αμερικανός σκηνοθέτης προσπαθεί να διεισδύσει στη φύση και τους μηχανισμούς του ονείρου. Οι ομοιότητές του με την τέχνη του κινηματογράφου είναι καταφανείς: ως πρώτο υλικό χρησιμοποιούνται οι εικόνες, σε μία σύνθεση που αποτελεί δημιουργική ανάπλαση πραγματικών (μνήμες) και φανταστικών (σκέψεις, επιδιώξεις, κα) στοιχείων, όπως αυτά έχουν συσσωρευτεί στην αχανή και απροσδιόριστη περιοχή του υποσυνείδητου και υπακούοντας σε ένα εντελώς ιδιότυπο χρονικό σύστημα. Μελετώντας τη δομή του ονείρου, ο Nolan επιχειρεί μια αποδόμηση της κινηματογραφικής αφήγησης όπως τη γνωρίσαμε, σε μια προσπάθεια δημιουργικής επαν – εφεύρεσής της. Και με αυτήν την έννοια, το Inception (όπως και σε μικρότερο βαθμό οι προηγούμενες ταινίες του) αποτελεί μια ιστορική αναγκαιότητα στο σινεμά, η «παρέμβαση» της οποίας δεν αποκλείεται να αποδειχτεί σωτήρια.

Με το πανέξυπνο εύρημα του ονείρου μέσα στο όνειρο, το φιλμ μαρτυρά την πρόθεσή του να φιλοσοφήσει πάνω στις κατασκευαστικές αρχές ενός κινηματογραφικού έργου (μια ταινία μέσα στην ταινία). Εξερευνώντας τα επίπεδα της ονειρικής καταβύθισης, φανερώνει εκείνα μιας ταινίας και ταυτόχρονα προ(σ)καλεί τον θεατή μαζί του – το ταξίδι αυτό είναι ασφαλώς δύσκολο και σίγουρα όχι κατάλληλο για τον καθένα. Ουσιαστικά πρόκειται για μια έρευνα πάνω στα όρια του σινεμά, στη δύναμη της πειθούς ενός φιλμ και στο βαθμό που μπορεί να κυριαρχήσει πάνω στο συνειδητό και το υποσυνείδητο του θεατή. Το Prestige είχε σε μεγάλο βαθμό προϊδεάσει για το τι θα επακολουθούσε και, όντως, το Inception τολμά κάτι ριζοσπαστικό. Επιχειρεί να ανοίξει διάλογο με τον θεατή, του παρέχει έναν ρόλο ενεργητικό και αναγνωρίζει ότι με τη στάση του, εκείνος τελικά, θα καθορίσει το βαθμό επιτυχίας ή όχι του ίδιου του έργου. Οι ήρωές του κατεβαίνουν το ένα μετά το άλλο τα επίπεδα του λαβυρίνθου, λες και περιμένουν να δουν μέχρι ποιο σημείο μπορεί να τους ακολουθήσει ο θεατής. Η ιδέα του Nolan κάθε επίπεδο να κινείται στο δικό του, διαφορετικό χρόνο, δίνει την ευκαιρία για μια νέα επαναστατική χρήση του cross cutting – γεγονότα που συμβαίνουν ταυτόχρονα αλλά όχι σύγχρονα, πλήρης ανακολουθία του αντικειμενικού με τον βιωμένο χρόνο. Η εμπειρία του τελευταίου είναι πρωτίστως ψυχολογικής τάξεως. Στα όνειρα, όπου το συνειδητό έχει αποσυρθεί, κάτι τέτοιο γίνεται αντιληπτό ανεμπόδιστα (σε πέντε λεπτά ύπνου χωράνε ώρες και ώρες ονειρικής αφήγησης). Με ανοιχτά τα μάτια, μόνο ο κινηματογράφος μπορεί να προσεγγίσει το φαινόμενο αυτό: ο σκηνοθέτης χειρίζεται το φιλμικό χρόνο μοιράζοντας συναισθηματικές, ψυχολογικές και νοητικές κατευθύνσεις στο θεατή – το πλέον προφανές παράδειγμα είναι ο μηχανισμός του σασπένς, η επιμήκυνση μιας στιγμής για την κορύφωση της αγωνίας.

Τα επίπεδα του ονείρου που εξερευνούν οι χαρακτήρες της ταινίας για χάρη της επικίνδυνης αποστολής τους δεν μπορούν παρά να παραπέμπουν στα επίπεδα μιας δουλεμένης, αφηγηματικής ταινίας. Η πρώτη επαφή είναι η αισθητική, δίνοντας τη θέση της στη συναισθηματική – ψυχολογική, για να καταλήξει στο τελευταίο στάδιο, το νοητικό. Φυσικά, δεν ενδιαφέρεται (ή δεν μπορεί) ο κάθε θεατής να ακολουθήσει αυτήν την πορεία, η οποία δεν είναι καινούρια και υφίσταται από τις απαρχές του αφηγηματικού σινεμά (όπου φυσικά υπάρχει και ενδιαφέρον από τον σκηνοθέτη να χτίσει μια τέτοια διαδρομή, ούτε αυτό συμβαίνει πάντα βλέπετε), αλλά ίσως εδώ, για πρώτη φορά γίνεται μέσω της πλοκής μια τόσο φανερή χαρτογράφηση της σχέσης ενός φιλμ με τον κάθε θεατή ατομικά. Η παραπομπή στη τριμερή διάκριση της ανθρώπινης ψυχής από τον Πλάτωνα είναι αναπόφευκτη: λογιστικό, θυμοειδές και επιθυμητικό. Το προβάδισμα δίνεται στην νόηση μέσω της οποίας το άτομο μπορεί να ξεπεράσει τη φενάκη του αισθητού κόσμου και να συλλάβει τις ιδέες στην καθαρή, πρωτογενή τους μορφή. Η αντίστιξη ανάμεσα στον πραγματικό κόσμο και τις κάλπικες προβολές του είναι, άλλωστε, ένας ακόμα προβληματισμός του φιλμ. Αν το δυϊστικό, ιεραρχικά μεταφυσικό σύστημα του φιλοσόφου διέκρινε σαφέστατα ανάμεσα στις ιδέες και τις ορατές στον άνθρωπο σκιές τους, ο κεντρικός ήρωας του Inception βρίσκεται μπλεγμένος κάπου στη μέση καθώς αρνείται να δεχτεί την απατηλή πραγματικότητα του ονείρου ως τέτοια. Η αιτία δεν είναι άλλη από την μνήμη, τη συνεπακόλουθη ενοχή και την αγάπη που με νύχια και με δόντια προσπαθεί να κρατήσει ζωντανή. Και αν η θεματική σύνδεση με τα προηγούμενα φιλμ του Nolan γίνεται άμεσα αντιληπτή, το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση του θαυμάσιου πρωταγωνιστή, Leonardo DiCaprio. Η σύγχυση ανάμεσα στο όνειρο και την πραγματικότητα, την αλήθεια και το ψέμα, ως μηχανισμός αντιμετώπισης της καταστρεπτικής θύμησης και της ανακυκλούμενης ενοχής, αποτελεί κοινό τόπο για τον Cobb του Inception και τον Teddy του Shutter Island φέρνοντας στην επιφάνεια το εξής ερώτημα: εκτός από σκηνοθέτες, μήπως έχουμε να κάνουμε και με auteur ηθοποιούς (στο πλαίσιο της δημιουργικής ανάπτυξης ενός κινηματογραφικού χαρακτήρα);

Δυστυχώς, η επιλογή του σκηνοθέτη για υιοθέτηση των αρχών ενός blockbuster, ενώ αναδεικνύει το αξιοθαύμαστο του κατορθώματος, ταυτόχρονα φανερώνει και τα εγγενή όρια του φιλμ. Οι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες ως και επαναστατικές ιδέες καταπνίγονται από έναν ασταμάτητο και κουραστικό σαματά κυνηγητών και δράσης, ενώ η διαλογική φλυαρία του σεναρίου αλλά και της μουσικής θολώνει τον προβληματισμό του. Τα εφέ είναι εντυπωσιακά και, όπως έχει αποδείξει και στο πρόσφατο παρελθόν, ο Nolan μπορεί να χορογραφήσει τις σκηνές με έναν μοναδικό τρόπο. Άλλωστε, είναι προφανές ότι δεν ενέδωσε στις επιταγές του εμπορικού κινηματογράφου των multiplex από πίεση, αλλά από ξεκάθαρη επιλογή. Και πρέπει να αναγνωριστεί το επίτευγμά του: ίσως έχουμε να κάνουμε με το τέλειο blockbuster, με την ταινία που στο μέλλον θα αποδειχτεί ότι έσωσε αυτό το ταλαιπωρημένο είδος . Έτσι, το Inception καταλήγει ως κινηματογραφικό μανιφέστο να κλίνει περισσότερο προς το Matrix παρά προς το Citizen Kane. Δεδομένης της συνταγής της hi-tech, pop αισθητικής που κρύβει βαθύτερους, σχεδόν ελιτίστικους προβληματισμούς, η αναμενόμενη ευρεία απήχηση του φιλμ μόνο ευεργετική μπορεί να αποδειχτεί για την έβδομη τέχνη.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή, 22 Αυγούστου 2010

ΟΙ ΚΑΛΥΤΕΡΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ ΤΗΣ ΣΕΖΟΝ 2009 - 2010

1.SHUTTER ISLAND, του Martin Scorsese


Η καλύτερη στιγμή του Martin Scorsese από το Casino και ύστερα αποτίει φόρο τιμής στα νευρώδη horror b-movies της δεκαετίας του 40, κυρίως αυτά παραγωγής Val Lewton (Isle of the Dead, The Seventh Victim κ.α.), ενσωματώνοντας την σταθερή του προβληματική, αυτή του ενοχικού ήρωα. Αυτή τη φορά, οι εσωτερικοί δαίμονες έχουν ωθήσει τον ήρωα σε προσωρινή απώλεια της ταυτότητας του και ο Scorsese έντεχνα παίζοντας με τους κώδικες του σινεμά ακολουθεί τον ήρωα του στην προσπάθεια επανασύνδεσης με την αντικειμενική (;) πραγματικότητα, η οποία όμως δεν απαλύνει αυτομάτως το βάρος της ύπαρξης και τις σύμφυτες με αυτήν ενοχές.

Γιώργος Μπουκάτσας


Δεν είναι ακριβώς παραίτηση (με την έννοια που τα βρόντηξαν νωρίτερα ο Μπέργκμαν στον Μάγο ή ο Ίστγουντ στον Million Dollar Baby), αλλά κάτι πολύ σοβαρότερο: Μια απόφαση ζωής, μια στάση που τείνει στην κοσμική κατάρρευση όσων αναζητούσε η καθολική πίστη του Μάρτι, τυλιγμένη στον μανδύα ενός από τα καλύτερα θρίλερ που έγιναν ποτέ. Πίσω από την ενοχή του ψέματος και τις πληγή της αλήθειας που φέρνει κάθε θύμηση, κρύβεται μια αβάσταχτη αλλά ακατανίκητη επιθυμία για λύτρωση. Για να την πλησιάσει κανείς πρέπει να διαλέξει αν θα ζήσει σαν τέρας ή θα πεθάνει σαν καλός άνθρωπος.

Πάνος Τράγος

2. DAS WEISSE BAND, του Michael Haneke


Αν υπάρχει κάποιο μάθημα που η Ιστορία επίμονα μας διδάσκει και η ανθρωπότητα (εξίσου επίμονα) μοιάζει να αγνοεί, είναι πως ό,τι σπείρεις, θερίζεις. Μέσα από το κλίμα τρόμου, τη διαρκή απειλή της τιμωρίας, την υποκρισία των τύπων, δεν μπορεί παρά να γεννάται σαρωτική βία. Όταν τελικά αυτή ξεσπάσει, ο κόσμος στέκει έκπληκτος και την αποδίδει σε μεταφυσικές αιτίες και σε σχιζοφρενείς αποδιοπομπαίους τράγους. Και ο κύκλος καλά κρατεί. Ο Haneke, μελετητής της βίας σε όλη τη φιλμογραφία του, αποφασίζει να γυρίσει το χρόνο εκατό χρόνια πίσω. Ελπίζει πως η γνώση μας για ό,τι επακολούθησε της φιλμικής του ιστορίας, θα φέρει σοφία για όσα βρίσκονται μπροστά μας. Η απάντηση βρίσκεται μέσα μας.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


Κάποιοι είδαν απαντήσεις σχετικά με την προέλευση του φασισμού εκεί που ο Χάνεκε γελάει εκστατικά. Λες και μια κοινωνία που μεγάλωσε και ενέδωσε τελικά στην ενοχή, την τιμωρία, τον καθωσπρεπισμό, την σεξουαλική βία, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση από μέσα, από την οικογένεια, την θρησκεία, την παιδεία, που ο Χάνεκε ιδιοφυώς ταυτίζει προσγειώνοντας την ιστορία του στην Γερμανία των αρχών του αιώνα, δεν θα οδηγούσε με μαθηματική ακρίβεια σε ένα ξέσπασμα αρρωστημένης εκδίκησης, φυλαγμένης καλά πίσω από την φαινομενική πειθαρχία της επιβολής και την κάλυψη της συγκατάβασης. Ας είναι, για τον Αυστριακό φιλόσοφο σκηνοθέτη τούτο εδώ είναι σαν ένα ντοκυμαντέρ.

Πάνος Τράγος

3. INGLOURIOUS BASTERDS, του Quentin Tarantino


Σε μια χρονιά που το σινεμά ασχολήθηκε έντονα με τη σημειολογία και τη δύναμη των λέξεων (βλ. Porumboiu, Λάνθιμος) το επιστέγασμα ήρθε με ένα πολεμικό φιλμ που συντίθεται αποκλειστικά από λεκτικά πυρά. Δεν σκεφτόμαστε μόνο με λέξεις, πολεμάμε κιόλας ή, αν είμαστε αρκετά θρασείς, αλλάζουμε και την Ιστορία. Το θράσος του Tarantino ξεκινάει από το αδιαμφισβήτητο ταλέντο του, αλλά εν τέλει πετυχαίνει το στόχο του χάρη στον παιδικό του έρωτα για μία Τέχνη που στεγάζει όλες τις τέχνες, τις μνήμες, τα όνειρα, την αλήθεια και το ψέμα. Η αποθέωση του κινηματογράφου όπως την ονειρευόμασταν.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


4. A SINGLE MAN, του Tom Ford


Όταν η υψηλή αισθητική υπηρετεί την τέχνη, τότε μπορεί η κομψότητα να
αποκτήσει ουσία και το εστέτ να μετατραπεί σε σπαραγμό. Η απώλεια, ο
πόνος και η ερμητική μοναξιά σπάνια αποτυπώθηκαν με τόση τελειότητα
επί της -οθόνης: σιωπηλά, υπόκωφα και «με αξιοπρέπεια» -όπως θα το
ήθελε άλλωστε και ο πρωταγωνιστής Τζωρτζ Φάλκονερ- ξεδιπλώνεται ο
εσωτερικός λυγμός, η βουβή κραυγή βοήθειας ενός άνδρα μόνου.

Μαριάννα Ράντου


Εκκινώντας από ένα καυστικό σχόλιο πάνω στην κοινωνική προκατάληψη και τον ρατσισμό, ο Τομ Φορντ παραληρεί με ένα αριστουργηματικό όσο και σύνθετο ψυχολογικό πορτρέτο ενός άνδρα σε σύγχιση, περνώντας από την ασυγκράτητη αισθητική τελειότητα στο συναισθηματικό μεγαλείο της απώλειας. Ο Κόλιν Φερθ ολοκληρώνει μεγαλοπρεπώς τον πιο επικίνδυνο χαρακτήρα τον τελευταίων ετών σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας και αναζήτησης, ένα παραισθησιογόνο road movie δίχως τέλος, όπως ακριβώς οι δυσκολίες του έρωτα και της μοναξιάς.

Πάνος Τράγος

5.UN PROPHETE, του Jacques Audiard


Με αφηγηματική δεξιοτεχνία αντάξια των καλύτερων στιγμών του κλασικού
αμερικανικού κινηματογράφου, ο Audiard δίνει αφενός ένα άκρως
συναρπαστικό δράμα επιβίωσης σε έναν εχθρικό και απόλυτα ιεραρχημένο
μικρόσκοσμο και αφετέρου μια μελέτη πάνω στη σύνθετη διαδικασία της
κοινωνικοποίησης. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας του αρχικώς tabula
rasa ήρωα γίνεται με βάση την αδήριτη ανάγκη της επιβίωσης σε ένα
Χομπσιανό κόσμο, όπου η παραμικρή ένδειξη αδυναμίας μπορεί να αποβεί
ολέθρια, διατηρώντας μολοταύτα κάποια ενδογενή χαρακτηριστικά που
διαχωρίζουν εν τέλει τον ήρωα από τις απολυταρχικές πατριαρχικές
φιγούρες της νοσηρής καθεστηκυίας τάξης.

Γιώργος Μπουκάτσας



Για άλλη μία φορά πολύ πιο κοντά στον άνθρωπο, το τρομερό παιδί του γαλλικού σινεμά, γκρεμίζει ένα ένα τα κλισέ της φυλακής και των αποδράσεων, εμμένοντας παράδοξα στον ρεαλισμό δια μέσου του άκρατου λυρισμού που εδώ και χρόνια τον οδηγεί. Το δράμα φυλακής βράζει στα εσωτερικά μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας που ψυχρά διατείνεται την κυριαρχία του μεγάλου ψαριού έναντι του μικρού.

Πάνος Τράγος

6. POLICE, ADJECTIVE, του Corneliu Porumboiu


Mε απέριττη, όσο και διεισδυτική κινηματογράφιση, ο Porumboiu διευρευνά την διάσταση μεταξύ γράμματος του νόμου και ατομικής ηθικής, όπως και το ρόλο της γλώσσας στην εδραίωση του πρώτου. Με μακρά υπομονετικά πλάνα παρατηρεί τον άγωνα του ήρωα μέχρι την ολική υποταγή του σε δυνάμεις που τον ξεπερνούν.

Γιώργος Μπουκάτσας


Με βάση το ρητό «σκεφτόμαστε με λέξεις», αν αυτές είναι εύπλαστες και ευπροσάρμοστες στις διαθέσεις της κάθε άρχουσας τάξης, πόσο εύπλαστα και εύπιστα είναι τα άτομα ως ηθική, νόηση και ψυχολογία της μονάδας; Σε μια σύγχρονη Ρουμάνια όπου ελάχιστα έχουν αλλάξει από την εποχή του Τσαουσέσκου, ο Porumboiu και το σπουδαίο φιλμ του ξεπερνούν τις διαστάσεις μιας απλής εγχώριας κριτικής και στήνουν το πρώτο, ίσως, σημειολογικό θρίλερ στην ιστορία του σινεμά.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

7.
LOURDES, της Jessica Hausner


Δεν βγάζει απλά την γλώσσα στην κουλτούρα που συντηρεί μια τυφλή αφοσίωση σε θαύματα και παραμυθένιες νεκραναστάσεις, αλλά με την ψύχραιμη εσωτερικότητα ενός τέτοιου ταξιδιού και την φιλοσοφική εγκράτεια της Χάουσνερ, καλύπτει την άκρατη κυνικότητα κάθε της πλάνου, κάθε της λέξης, κάθε της κίνησης. Η τυφλή και όχι εθελοτυφλούσα, τελικά, Εκκλησία δίνει το πράσινο φως για να οργιάσει η Αυστριακή οργανώνοντας ένα επιθετικό timing ενοχλητικών λεπτομερειών για λίγους, στοχεύοντας τη βιομηχανία του θαύματος, την εμπορευματοποίηση της πίστης, τη μεροληψία του έρωτα, τον φθόνο ως θανάσιμο αμάρτημα σε μια κοινωνία προσωπείων και κάλπικης πίστης, ολοκληρώνοντας τελικά μια ανθρώπινη κωμωδία των ηθών που αναρωτάται επίμονα: Ευτυχισμένος ο κανονικός άνθρωπος;

Πάνος Τράγος

8. KATALIN VARGA, του Peter Strickland


Σε αυτό το άκρως ελπιδοφόρο σκηνοθετικό ντεμπούτο, ο Peter Strickland
αποδομεί μια ιστορία εκδίκησης στα πρωτογενή της χαρακτηριστικά
προκειμένου να αναδείξει τις τραγικές συνέπειες μιας διπολικής ερμηνείας
προσώπων και καταστάσεων. Μια άκρως ατμοσφαιρική διαδρομή στις σκοτεινές
περιοχές του ανθρώπινου ψυχισμού και στην διαιώνιση του κύκλου της βίας
που αυτός επιφέρει.

Γιώργος Μπουκάτσας


Το θέμα της εκδίκησης μοιάζει να έχει διερευνηθεί πλήρως στον κινηματογράφο και δύσκολα μπορεί ακόμα να εκπλήξει. Αν όμως το Katalin Varga το κατορθώνει, είναι επειδή δεν ασχολείται με το τι ή το γιατί, αλλά μόνο με το πώς. Δέχεται το προβλέψιμο και το μετατρέπει σε αναπόφευκτο, φιλοξενώντας μια πανταχού παρούσα απειλή σε κάθε γωνιά του κάδρου, όπως τα σύννεφα που τριγυρίζουν τα Καρπάθια. Η βροχή που εγκυμονούν δε θα φέρει μαζί της την κάθαρση, αλλά μια σειρά από εκστατικές σκηνές στο πιο (υποβλητικά) τρομακτικό φιλμ της χρονιάς.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


Τιθασσεύοντας με πρωτοφανή ωριμότητα το χειμαρρώδες σενάριο του, ο πρωτοεμφανιζόμενος Πίτερ Στρίκλαντ δεν σκονταύτει στην θεματική της τυφλής ή μη εκδίκησης, κατεξοχήν νούμερο ένα κινηματογραφικής τρικλοποδιάς, και λειτουργεί κρυφούς προβληματισμούς γύρω από την ανάγκη της αυτοδικίας σε έναν κόσμο που κατά πολλούς βουλιάζει στον βούρκο. Προσέχοντας να μην καταλήξει ένα φρενήρες φασιστικοκαυλωτικό μανιφέστο που θα εξιτάρει καταπιεσμένους και μη, επιβάλλει τον ρυθμό του, παρασύρει τον θεατή και εγείρει τις αμφιβολίες που κάθε σκεπτόμενος δημιουργός οφείλει να κρατά.

Πάνος Τράγος


9. LES HERBES FOLLES, του Alain Resnais
Με ικμάδα δυσανάλογη της ηλικίας του, ο μυθικός Alain Resnais ανατέμνει δηκτικότατα τον κωδικοκρατούμενο και συμβασιοκρατούμενο αστικό τρόπο ζωής. Οι εγκλωβισμένοι σε ένα συμπεριφορικό φορμαλισμό ήρωες της ταινίας επιζητούν την επανασύνδεση με τον αυθορμητισμό των υποσυνείδητων επιθυμιών και φόβων, η διαρκής απώθηση και περιστολή των οποίων τους έχει μετατρέψει σε ετεροκατευθύνομενα όντα με τα «Άγριόχορτα» του τίτλου να προβάλλουν ως ευπρόσδεκτοι φορείς αναταραχής και αντίδρασης.Εξαιρετική αντίστιξη απόλυτα ελεγχόμενης κινηματογραφικής φόρμας και ακαθόριστης σεναριακής εξέλιξης.

Γιώργος Μπουκάτσας



Σαν τα αγριόχορτα που ξεμυτίζουν τυχαία εδώ κι εκεί, σαν την αέρινη κάμερα που όλο πλησιάζει και όλο απομακρύνεται, σαν το αχαλιναγώγητο μοντάζ που υπακούει μόνο στη λογική των συνειρμών, σαν το σινεμά του Ρενέ που θυμόμαστε και αγαπάμε - όλα είναι μια σειρά από συμπτώσεις, τυχαίες ασημαντότητες σε μια συνάθροιση ονειρική και απολαυστικά σινεφιλική.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

10. ΚΥΝΟΔΟΝΤΑΣ, του Γιώργου Λάνθιμου


Με την αποστασιοποιημένη, παρατηρητική ματιά ενός δοκιμιογράφου (Haneke) και μια κριτική διάθεση λανθάνουσα στο σαρδόνιο χιούμορ του (Bunuel), ο Λάνθιμος μελετά τη δύναμη των λέξεων πάνω στην ανθρώπινη σκέψη αλλά αποφαίνεται υπέρ των ενστίκτων που προϋπάρχουν και οδηγούν, ακόμα και σε συνθήκες απόλυτου (χρονικά και χωρικά) εγκλεισμού, σε μια ακατανίκητη επιθυμία για ελευθερία. Το ευφυές σενάριο που δεν εξαντλείται ούτε στιγμή και η υποδειγματική, πολυσημική σκηνοθεσία συνθέτουν το αριστούργημα του ελληνικού κινηματογράφου για τη δεκαετία που μόλις πέρασε.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


Η λίστα περιλαμβάνει τα συγκεντρωτικά αποτελέσματα της ψηφοφορίας των συντακτών του blog για τις ταινίες που κυκλοφόρησαν στις ελληνικές αίθουσες από 20/08/2009 μέχρι 19/08/2010

Αναλυτικά οι επιλογές:


Γιώργος Μπουκάτσας

1. Shutter Island
2. Un Prophète
3. Das Weisse Band
4. Inglourious Basterds
5. Les Herbes Folles
6. Police, Adjective
7. Katalin Varga
8. Thirst
9. District 9
10. A Serious Man
11. A Single Man.
12. Lourdes
13. Κυνόδοντας
14. The Ghost Writer
15. The Limits Of Control


Αχιλλέας Παπακωνσταντής

1. Shutter Island
2. Das Weisse Band
3. Inglourious Basterds
4. Κυνόδοντας
5. Police, Adjective
6. Lourdes
7. Katalin Varga
8. A Serious Man
9. Antichrist
10. Les Herbes Folles
11. The Time That Remains
12. Un Prophète
13. The Girlfriend Experience
14. The Limits Of Control
15. A Single Man


Μαριάννα Ράντου

1. Shutter Island
2. Up
3. Das Weisse Band
4. Inglourious Basterds
5. A Single Man
6. Fantastic Mr. Fox
7. Nanjing! Nanjing!
8. Moon
9. Toy Story 3
10. In The Loop
11. Where The Wild Things Are
12. The Ghost Writer
13. Unmade Beds
14. (500) Days Of Summer
15. Κυνόδοντας


Πάνος Τράγος

1. Shutter Island
2. A Single Man
3. Un Prophète
4. Lourdes
5. Das Weisse Band
6. Inglourious Basterds
7. Police, Adjective
8. Tatarak
9. Katalin Varga
10. Paranormal Activity
11. Bad Lieutenant
12. Centurion
13. Thirst
14. The Hurt Locker
15. The Limits Of Control

Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

WELCOME (2009), του Philippe Lioret


Μετρώντας ήδη τα πρώτα χρόνια της πραγματικής και αδιαμφισβήτητης παρακμής του, το καπιταλιστικό οικονομοπολιτικό σύστημα αφήνει πίσω μία μεγάλη κληρονομιά (θετικών και αρνητικών, όπως και όλα τα προηγούμενα στην πορεία της Ιστορίας άλλωστε) αλλά, κυρίως, παραδίδει στον όποιο διάδοχο έναν πλανήτη που γέρνει επικίνδυνα. Η Δύση εξασφάλισε την ευημερία της μέσω της αφαίμαξης της Ανατολής, αφήνοντας τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού στη φτώχεια, την αμάθεια, το σκοτάδι και το έλεος θεών και δαιμόνων. Γύρω τους παντού συντρίμμια, η (όποια) πατρίδα δεν είναι παρά ένα κατεδαφισμένο τοπίο χάνοντας το νόημά της ως εστία και καταδεικνύοντας την απόδραση ως τη μόνη σανίδα επιβίωσης. Η πληθυσμιακή μετατόπιση προς δυσμάς, μάρτυρες της οποίας είμαστε αναπόφευκτα σε έντονο βαθμό στην Ελλάδα λόγω γεωγραφικής θέσης, είναι φυσικό επακόλουθο - αναπόφευκτη τάση αποκατάστασης της ισορροπίας του πλανήτη. Οι μάζες κινούνται προς τις περιοχές συσσώρευσης του πλούτου με τη δύναμη ενός φυσικού κανόνα αναίρεσης του περίφημου παράδοξου της φτώχειας καταμεσής της αφθονίας (κατά Τσόμσκι).

Αν μεταθέσουμε το επίκεντρό μας από το γενικό στο ειδικό, θα δούμε ότι η ως άνω πληθυσμιακή μετακίνηση συντίθεται από δεκάδες χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων που μέσα από κακουχίες και κάθε λογής αντιξοότητες αποτελούν ο καθένας τους και από έναν Οδυσσέα, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει ξεκάθαρος προορισμός (ο ήρωας της ταινίας θα δούμε πως οδηγείται από συγκεκριμένο προορισμό, εξωτερικό και συναισθηματικό). Πολλοί από αυτούς δεν προλαβαίνουν καν να φτάσουν στην Ευρώπη, αρκετοί μένουν κολλημένοι κάπου στη μέση, θύματα της ανικανότητας των προηγμένων κρατών να χειριστούν το φαινόμενο, ενώ ελάχιστοι εξασφαλίζουν τη «νόμιμη» εγκατάσταση σε κάποια χώρα – «γη της επαγγελίας». Τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα και το λιγότερο που μπορεί να προσφέρει ο γραπτός λόγος για να δικαιολογήσει την εξωφρενική αλήθεια που τόσοι πολλοί δέχονται ως φυσικό νόμο και υπερασπίζονται μέχρι αηδίας: εν έτη 2010 υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται ένα μάτσο χαρτιά για να ζήσουν στον πλανήτη τους.

Η ταινία του Philippe Lioret, με το εξόχως ειρωνικό καλωσόρισμα του τίτλου της, εστιάζει στην περίπτωση εκείνων που μένουν κολλημένοι κάπου στη μέση της οδύσσειάς τους, ανεπιθύμητοι από τους πάντες, άνθρωποι που περισσεύουν. Πιο συγκεκριμένα, πραγματεύεται την ιστορία μιας ομάδας προσφύγων που έχουν ξεμείνει στο βροχερό Calais της Γαλλίας και προσπαθούν σχεδόν καθημερινά (μερικοί για χρόνια ολόκληρα) να περάσουν στην Αγγλία. Μπορεί οι γαλλικές αρχές (και η συνείδηση των περισσότερων πολιτών) να τους έχουν στριμώξει σε μια γωνιά του λιμανιού, προφυλάσσοντας την είσοδο των …μολυσμένων στην πόλη, όμως κανείς δεν μπορεί να υποκριθεί ότι αγνοεί την παρουσία τους. Βρίσκονται εκεί, δίπλα – δίπλα με ευτυχισμένους ή μη Γάλλους και κάθε λογής «νόμιμους πολίτες» που όσο σφυρίζουν αδιάφορα, θα γεννούν την ανάγκη σε καλλιτέχνες σαν τον Lioret να επιχειρούν να φέρουν τους πάντες ενώπιον των ευθυνών τους. Μπροστά σε ένα πρόβλημα φλέγον μα κυρίως υπαρκτό (και εδώ το Welcome γίνεται συνεχιστής της γαλλικής και εν γένει, ευρωπαϊκής κινηματογραφίας – βλ. και τα γραφόμενα του Ηλία Δημόπουλου). Έτσι, με τη βοήθεια της κάμερας και της κινηματογραφικής αφήγησης, δύο κόσμοι που λόγω περιστάσεων βρέθηκαν να γειτνιάζουν, θα κοιτάξουν ο ένας στα μάτια τον άλλο (και οι θεατές την αρκούντως μορφωτική αντιπαράθεσή τους). Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Simon, γάλλος μεσοαστός, μεσήλικας, πρώην πρωταθλητής και νυν εκπαιδευτής στην κολύμβηση, και ο Bilal, έφηβος Κούρδος με προορισμό το Λονδίνο.

Η συνάντησή τους είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του νεαρού να υποστεί την απαραίτητη διαδικασία προκειμένου να περάσει τα σύνορα με τον τρόπο που έχουν καθιερώσει οι προηγούμενοι «λαθρομετανάστες» (κρυμμένοι μέσα σε νταλίκες, με μια σακούλα στο κεφάλι για να μην μπορούν να ανιχνευτούν από την αναπνοή τους) και της επιτακτικής του, από καρδιάς, ανάγκης να βρεθεί στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Αποφασίζει ότι η μοναδική του λύση είναι να διασχίσει κολυμπώντας τη θάλασσα που χωρίζει το βρετανικό νησί από την ηπειρωτική Ευρώπη. Και απευθύνεται στον Simon για να τον εκπαιδεύσει. Μια καταπληκτική σκηνή λίγο πριν το φινάλε και οι θεσπέσιες ερμηνείες των Vincent Lindon και Firat Ayverdi στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μας αιχμαλωτίζουν συναισθηματικά στην ιστορία του νεαρού Bilal. Το επίτευγμα του Welcome όμως βρίσκεται στην ανάστροφη πλέον πορεία από το ειδικό στο γενικό. Από τη μία οι άνθρωποι που βολεμένοι και παραιτημένοι στην αστική τους αδιαφορία δεν είναι διατεθειμένοι να διασχίσουν ούτε έναν δρόμο για να βρουν ότι αγαπούν (ή νομίζουν πως αγαπούν). Από την άλλη, εκείνοι που με αυτοθυσία βουτάνε στην άβυσσο που μας χωρίζει από τον άλλον, γνωρίζοντας καλά πως δεν αξίζει να ζεις αν δεν προσπαθήσεις να περάσεις απέναντι. Και από πάνω τους, μια σειρά από νόμοι και διατάγματα που ορίζουν ποιος δικαιούται να ζει και ποιος όχι. Ποιος είπε ότι το (καίριο) πολιτικό σινεμά δεν μπορεί να ξεκινάει από τον έρωτα;

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τετάρτη, 18 Αυγούστου 2010

LES HERBES FOLLES (2009), του Alain Resnais


Όταν πριν από τρία χρόνια η Βενετία υποδεχόταν το Coeurs ως την επιστροφή στη φόρμα για τον μεγάλο Resnais, μου δημιουργήθηκαν προσδοκίες που δυστυχώς έμειναν ανεκπλήρωτες. Όχι ότι εκείνο το φιλμ δεν είναι καλό – αντιθέτως, αποτελεί υπόδειγμα αφηγηματικού χειρισμού μιας πλειάδας χαρακτήρων και η θερμή αισιοδοξία που αναδίδει έφερε μια ευπρόσδεκτη προσθήκη στο πλουραλισμό μιας φιλμογραφίας ανεκτίμητης. Ωστόσο, η σχετικά απρόσωπη σκηνοθεσία και το θεατρικό της στήσιμο φαντάζει λειψό μπροστά στο έργο ενός δημιουργού που μας έμαθε το σημείο τομής ανάμεσα στο πάθος και την αποστασιοποίηση. Είκοσι και βάλε χρόνια μετά από την τελευταία φορά (το Mon Oncle d’ Amerique ή έστω το Mélo), αποφασίζει να περάσει ξανά από αυτή τη χώρα που του ταιριάζει καλύτερα, εκεί όπου οι τα αγριόχορτα ανθίζουν μέσα στο παράδοξο του «μη μου άπτου» πάθους τους.

Μεταφέροντας στην μεγάλη οθόνη το μυθιστόρημα του Christian Gailly με τίτλο L’ incident, ο Resnais δεν απομακρύνεται θεματικά από του προηγούμενο φιλμ. Ρομαντικές αναζητήσεις με άφθονες δόσεις μελαγχολίας, νοσταλγίας και τρέλας διαπερνούν και το Les Herbes Folles. Ωστόσο, όλα αποκτούν διαφορετικό νόημα κάτω από τις φορμαλιστικές επιλογές του Γάλλου δημιουργού που θυμίζουν τα περασμένα μεγαλεία του αλλά – και εδώ κρύβεται η επιτυχία του – χωρίς την παραμικρή ρετρό διάθεση. Πράγματι, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλη περίπτωση ουσιαστικής και ολοκληρωτικής αναβίωσης του στυλ της nouvelle vague της δεκαετίας του ’50 και του ’60 (και ορισμένων πραγματικών εκλάμψεων του Rivette στα 70’s) που ταυτόχρονα να μοιάζει τόσο φυσικά εναρμονισμένη με τον καιρό της. Υπάρχει αυτή η ανεμελιά, αυτό το αυθόρμητο και ειλικρινές στυλ κινηματογράφησης που κινείται πρωτίστως από αμετανόητο σινεφιλικό πάθος και δεν έχει καμία διάθεση να το κρύψει. Τι και αν βρισκόμαστε πλέον στο 2010 – ο Resnais χτίζει τη γέφυρα που ενώνει την εποχή μας με τις μέρες που στις αίθουσες κυκλοφορούσαν το Paris nous Appartient και το Vivre Sa Vie. Τόσο πιστός στο πνεύμα αυτών των φιλμ και παράλληλα τόσο πιστός στο σήμερα – μία αντίφαση που μόνο ένας γνήσιος auteur του χρόνου θα μπορούσε να κατορθώσει.

Αυτόν τον χαρακτηρισμό και άλλους παρόμοιους ο Resnais τους αποποιείται σχεδόν ενστικτωδώς στις συνεντεύξεις του. Αλλά τα έργα του μιλούν από μόνα τους και είναι τουλάχιστον συγκινητικό να παρατηρείς το συνειρμικό μοντάζ του Les Herbes Folles και να αναγνωρίζεις αμέσως τον άνθρωπο που χρόνια πριν σου έδειξε - μόνο αυτός - τις εικόνες της μνήμης και της προσδοκίας, όπως ακριβώς κατασκευάζονται στο μυαλό σου. Η σκηνοθεσία διαπερνάει τη Χιροσίμα, το Μάριενμπαντ και το La Guerre est Finie, έστω με διαφορετική και πιο ανάλαφρη διάθεση (σαν εκείνη των πρώιμων Godard και Rivette), αλλά με ένα στυλ που αλάνθαστα αναγνωρίζεις που ανήκει. Και που, στα μάτια μου τουλάχιστον, έλειψε από το Coeurs. ‘Η μάλλον έλλειψε από το σινεμά για δεκαετίες. Όσο για το μυστικό της επικαιρότητας που επιτυγχάνει το φιλμ; Ίσως μια απόπειρα εξήγησης να άπτεται της σοφής επιλογής ως κεντρικών ηρώων ανθρώπων μιας τέτοιας ηλικίας και «κοψιάς» (André Dussollier, Sabine Azéma) που δε δυσκολεύεσαι να φανταστείς ότι στα νιάτα τους θα πρωταγωνιστούσαν σε έργα των απαρχών του Νέου Κύματος. Και όπως και ο σκηνοθέτης τους, μεγάλωσαν στα χρόνια αλλά εξακολουθούν να προσπαθούν να καταλάβουν τον κόσμο μέσα από τα αχόρταγα μάτια ενός μικρού και ανέμελου παιδιού.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δευτέρα, 16 Αυγούστου 2010

THE CURIOUS CASE OF BENJAMIN BUTTON (2008), του David Fincher


Κάθε ζωντανό ον στον άλλοτε μίζερο κι άλλοτε εξαιρετικά συναρπαστικό πλανήτη μας κουβαλάει πάνω του ένα ρολόι. Ένα ελαφρώς χαλασμένο ρολόι αφού άλλο μετράει γρήγορα κι άλλο αργά (βασανιστικά ή προς τέρψιν μιας ευτυχισμένης ζωής, αυτό έχει πολύ μεγάλη βιολογική, φιλοσοφική και κοινωνιολογική σημασία, αλλά είναι εκτός των στόχων του παρόντος κειμένου), πάντοτε όμως προορισμένο, με την υποχονδριακά προσεκτική, την κάκιστη ή την στοιχειωδώς καλή του συντήρηση, να κολλήσει τους δείκτες του για πάντα. Το στοίχημα τούτης της θλιβερά μικρής ή βαμπιρικά μεγάλης περιπλάνησης είναι να κερδίσουμε στα σημεία τον αντίπαλο πριν αυτός δεδομένα μας ρίξει στο καναβάτσο. Να προλάβουμε με την καρδιά μας να κλέψουμε εκείνες τις στιγμές που αργότερα θα φυλάξουμε στο μυαλό μας για πάντα (και εκεί είμαστε, ευτυχώς, θριαμβευτές), έναν μηρυκασμό δηλαδή: Απ’ το μυαλό για λίγο στην καρδιά, ένα χαμόγελο στο πρόσωπο και πίσω στο σεντούκι του μνημονικού. Και κάπως έτσι περνάνε οι ζωές όλων.

Ο Χρόνος δεν είναι σαρωτικός γιατί οδηγεί έναν προδιαγεγραμμένο βηματισμό προς τον Θάνατο, αυτό θα ήταν απαράδεκτα μοιρολατρικό. Ο Χρόνος είναι αμείλικτος μόνο για το μικρό εκείνο διάστημα, την στιγμή εκείνη, όπου το παρόν γίνεται παρελθόν και δεν προλάβαμε να αγγίξουμε, να μιλήσουμε, να νιώσουμε κάποιον, να πάρουμε μια διαφορετική απόφαση, να ζήσουμε το πάθος πριν τη λογική. Για τον λόγο αυτό άλλωστε μια εξαιρετική σπουδή στην έννοια και την επίδραση του Χρόνου σαν τούτη εδώ γίνεται εμμονοληπτική. Όλες όμως εκείνες οι αντιθέσεις που είναι η μήτρα της ανθρώπινης φύσης (η μίζερη ή συναρπαστική οπτική του κόσμου, η αξιολόγηση των στιγμών) ενώνονται υπό μια οικουμενική αλήθεια για την πραγματική ζωή του ανθρώπου, όπως αυτή πορεύεται: Από τον Έρωτα εκκινεί και στον Θάνατο καταλήγει, οτιδήποτε κι αν συμβεί ενδιάμεσα.

Η ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον είναι παράξενη απλώς γιατί αυτός γεννιέται με συνθήκες διαφορετικές: Με ένα γερασμένο σώμα ως παιδί και με ένα μωρουδιακό λίγο πριν τον φυσιολογικό του θάνατο, ωστόσο και τούτη η ζωή οδηγείται από την μεγάλη οικουμενική αλήθεια της εκκίνησης και της κατάληξής της. Όπως ο καθένας, έτσι και ο Μπέντζαμιν επιλέγει να ζήσει την (παράξενη) ζωή του όπως εκείνος θέλει (αλλά και όπως εκείνη του επιτρέπει). Και, ευτυχώς, ζει το τώρα αδιαφορώντας για το νόημα μιας ζωής που, ούτως ή άλλως, είναι μάλλον σύντομη. Από την αρχή ως το τέλος ή, εν προκειμένω, από το τέλος ως την αρχή. Πριν ο Fincher γεμίσει με ιστορίες κάτω από την ομπρέλα της χρονοϊστορίας του το φιλμ, πριν εγκλωβιστούμε μαζί με τον εκπληκτικό Μπραντ Πιτ σε βλέμματα απορίας, έχει φροντίσει να παραδοθεί στον Χρόνο, βαδίζοντας επικίνδυνα σε μια μοιρολατρική γραμμή: Ο ωρολογοποιός που φτιάχνει ένα ρολόι του οποίου οι δείκτες γυρνούν ανάποδα και ύστερα αποσύρεται στη γνώση του ότι ο Χρόνος δεν σταματά, πόσω μάλλον δεν γυρνά πίσω κατά βούληση. Και μαζί με αυτόν ούτε οι νεκροί του, ούτε οι μοναδικές στιγμές που πήρε στο φευγιό του. Γι'αυτό και η γερασμένη Ντέιζι βλέποντας τον Θάνατο να πλησιάζει (ή τον Χρόνο της να τελειώνει, όπως προτιμούμε ματαιόδοξα να λέμε) ζει ξανά τη ζωή της μέσα από τις σελίδες του ημερολογίου της και με το ίδιο το νόημα της ζωής στο πλάι της. Τι κι αν το βρήκε αργά, τι κι αν δεν το έβρισκε. Έζησε κι αυτή το παρόν, έγραψε το μέλλον της, αναπολεί το παρελθόν που η ίδια δημιούργησε και τελικά οριοθέτησε (ως ένας ακόμη θνητός άνθρωπος) την αιωνιότητα και τη “παντοτινότητα” στη διάρκεια μιας ζωής, όπου και έχει νόημα. Κι αν υπάρχει κάτι που κάνει αυτό το φιλμ ένα συγκλονιστικό αριστούργημα, είναι η ίδια η αδυναμία του Fincher, του μοναδικού στον κινηματογραφικό πλανήτη που τόλμησε μια τόσο υπερβατική ευθεία αναλογία του Χρόνου με τον Θάνατο προκειμένου να διηγηθεί μια ερωτική ιστορία, να ξεφύγει από τα όσα περιβάλλουν την ιστορία αυτή. Το προσπαθεί ως το τέλος χωρίς να τα καταφέρνει και εκεί που για δυόμιση ώρες νομίζεις πως έχεις δει ένα αποστασιοποιημένο και συναισθηματικά κλινικό φιλμ που σπουδάζει τον Χρόνο και δεν χωρά καρδιακές συγκινήσεις, εκείνο το βλέμμα αναγνώρισης του Μπάτον (περίπου όπως το «φυσιολογικό» μωρό ενστικτωδώς αναγνωρίζει την μητέρα του στις πρώτες του ματιές) στην Ντέιζι λίγο πριν κλείσει τα μάτια του για πάντα, είναι εκεί για να σου σμπαραλιάσει την καρδιά και να στείλει στο μνημονικό σου άλλη μια συγκλονιστική στιγμή για να μηρυκάζεις.

Πάνος Τράγος

Σάββατο, 14 Αυγούστου 2010

ESPION(S) (2009), του Nicolas Saada


Οι Ευρωπαίοι χτίζουν χαρακτήρες, οι Αμερικάνοι αφηγούνται ιστορίες. Αυτή η χιλιοειπωμένη φράση αντικατόπτριζε για πολλά χρόνια μια πραγματικότητα στα κινηματογραφικά δεδομένα, ψήγματα της οποίας επιβιώνουν μέχρι και σήμερα. Πρώτα, όμως, η μετανάστευση πολλών σκηνοθετών (ή των προγόνων τους) από τη γηραιά ήπειρο στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού και - αρκετά αργότερα – η προσπάθεια του ευρωπαϊκού σινεμά να αφομοιώσει τις (εμπορικά) επιτυχημένες συνταγές των Αμερικανών, επέφερε μια επιμειξία με άνισα αποτελέσματα. Αν από τη μία πλευρά υπάρχει το ανθρωποκεντρικό μα ολότελα αμερικάνικο σινεμά του Scorsese, από την άλλη δύσκολα θα βρει κανείς παράδειγμα επιτυχημένου αφηγηματικού φιλμ στον εμπορικό κινηματογράφο της ηπείρου μας. Στις περισσότερες περιπτώσεις βρισκόμαστε ενώπιον χοντροκομμένων και αφελών αντιγραφών των υπερκινητικών χολιγουντιανών παραγωγών, χωρίς όμως νεύρο ή πειθώ (βλ. και προϋπολογισμό). Δυστυχώς, σε αυτήν την κατηγορία ανήκει και το Espion(s).

Το συννεφιασμένο Λονδίνο, τα ζιβάγκο του Canet και η γοητευτική γυναίκα του ύποπτου μεγαλοεπιχειρηματία αποπνέουν μια ρομαντική ατμόσφαιρα, έναν αέρα νοσταλγίας για τα παλιομοδίτικα κατασκοπευτικά φιλμ που κάθε σινεφίλ λατρεύει να χωρά στα σινεμασκόπ όνειρά του. Δεν είναι αρκετά όμως για να συγχωρέσεις στον, πρώην σεναριογράφο, Nicolas Saada την υποτονική έως αδιάφορη σκηνοθεσία του, τα άτσαλα άλματα στη διήγηση και, κυρίως, την κακή διεύθυνση των ηθοποιών του. Ο Guillaume Canet δεν είναι καθόλου κακός ερμηνευτής, το αντίθετο μάλιστα έχει αποδειχθεί ουκ ολίγες φορές στο παρελθόν. Ως ο πρώην υπάλληλος αεροδρομίου και νυν μυστικός πράκτορας Vincent, όμως, είναι το λιγότερο ανυπόφορος. Περιφέρει σε όλες τις σκηνές το χαμένο του βλέμμα και το μετέωρο ταλέντο του, λες και παρακαλά τον σκηνοθέτη του να διαλέξει επιτέλους τι ταινία θέλει να κάνει. Ασυναίσθητα ο θεατής θα νοσταλγήσει έναν Steve McQueen (για να μη φτάσει η σύγκριση μέχρι τον DiCaprio του Departed) και θα θυμάται το Espion(s) ως μια κακή ταινία που όμως λόγω ενδοκινηματογραφικών συνειρμών αδυνατεί να μισήσει.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής