Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wilder Billy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Wilder Billy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 17 Ιουλίου 2011

ACE IN THE HOLE (1951), του Billy Wilder


Η πλέον διαχρονική συνταγή συντήρησης της εξουσίας συνοψίζεται στο δίπτυχο «άρτος και θέαμα». Όταν ο λαός ικανοποιεί τόσο τη βιολογική όσο και την πνευματική του πείνα, αδρανοποιείται και μπορεί πλέον να πέσει εύκολα θύμα αυτής της εκτόνωσης των βαθύτερων ενστίκτων του. Κι αν το αριστούργημα του Billy Wilder δεν έχει …γαστρονομικές βλέψεις, σίγουρα έχει πολλά να πει για το θέαμα και τη βιομηχανία που στήνεται γύρω από αυτό. Το βασικό του ατού (για να παραφράσουμε την μάλλον ατυχή μετάφραση του πρωτότυπου τίτλου) είναι η ασφάλεια που παρέχει: ο θεατής δε θέλει να εμπλακεί στην περιπέτεια του πράττειν και προτιμά την ασφάλεια του θεάματος (από τον καναπέ ή την εξέδρα). Εκεί ολόκληρος ο κόσμος υποβιβάζεται στο επίπεδο των φαινομένων και οι θεατές μένουν παθητικά πιόνια της Ιστορίας που μας διαπερνά και, διόλου σπάνια, μας σαρώνει χωρίς να έχουμε εκδηλώσει την παραμικρή προσπάθεια αντίστασης. Φυσικά, κατεξοχήν θέαμα είναι και ο ίδιος ο κινηματογράφος. Ο οποίος, αν τον αντικρίσουμε από την άλλη πλευρά, αυτή των δημιουργών, συνιστά πράξη κι όχι θέαμα. Και η πράξη, εξορισμού πολιτική, φέρνει μαζί της και την ευθύνη.

Σε αντίθεση με το αμέσως προηγούμενο φιλμ του (Sunset Boulevard), εδώ ο Wilder δεν καταπιάνεται με την αθέατη όψη του Hollywood, παρά μόνο σε επίπεδο συμβολικό. Στο προσκήνιο βρίσκεται η δημοσιογραφία που με πρόσχημα το μαχητικό της χαρακτήρα, εξαντλείται ανελέητα στη μάχη για το επόμενο (και το επόμενο) πρωτοσέλιδο, σε μια εποχή που η πλήρης εξαθλίωση του λειτουργήματος από την τηλεόραση έμελλε να συμβεί. Ο Chuck Tatum, ένας πρώην διάσημος ρεπόρτερ, έχει καταλήξει σε μια άσημη εφημερίδα στην Αλμπουκέρκη. Περιμένοντας για καιρό το θέμα που θα τον κάνει πάλι πρώτη φίρμα, το «ανακαλύπτει» στην ιστορία ενός ντόπιου που εγκλωβίστηκε σε μια σπηλιά, έστω κι αν αυτό σημαίνει πως πρέπει να παρατείνει τεχνηέντως την επιχείρηση απελευθέρωσής του. Εμπνευσμένο από την αληθινή υπόθεση του δημοσιογράφου Floyd Collins, το Ace in the Hole σοκάρει με την άκρως μοντέρνα γραφή του - ας σημειωθεί εδώ ότι πρόκειται για το πρώτο σενάριο στο οποίο ο Wilder δεν έχει τη συνδρομή του για χρόνια αχώριστου συνεργάτη του, Charles Brackett. Ξεπερνώντας το επίκαιρο του θέματος, η αδίστακτη σκιαγράφηση ενός πλήρως αντισυμβατικού, με τα δεδομένα της εποχής, αντιήρωα απαλλάσσει το φιλμ από κάθε ρυτίδα που θα ήταν φυσιολογικό να είχαν επιφέρει τα εξήντα χρόνια από το γύρισμά του. Διαπίστωση που το φέρνει εγγύτερα στο ανεξάρτητο αμερικάνικο κινηματογράφο της δεκαετίας του ’70 ή στα προγενέστερα film noir.

Πέρα όμως από τον Tatum (ο Kirk Douglas σε μια από τις καλύτερες στιγμές του), η κοφτερή και κριτική σάτιρα του Ace in the Hole στοχεύει και το κοινό που μέσα σε λίγες μέρες κατέκλυσε τον περιβάλλοντα της σπηλιάς χώρο, φέρνοντας μαζί του μια ολόκληρη επιχείρηση εκμετάλλευσης και κέρδους. Βλέποντας τον κόσμο όχι απλά να δέχεται, αλλά και να συμμετέχει στο πανηγύρι που στήνεται γύρω από την περιπέτεια ενός άτυχου συνανθρώπου τους, ο Wilder αναρωτιέται που να ρίξει το φταίξιμο. Είναι το κοινό που επιβάλλει τον αμοραλισμό του θεάματος ή κάποιοι φρόντισαν να το διαπαιδαγωγήσουν προς αυτήν την κατεύθυνση; Αποκτώντας τη θέση του στη φιλμογραφία του σκηνοθέτη, το Ace in the Hole δε συνδέεται μόνο με το Sunset Boulevard, με το οποίο αναμφισβήτητα μοιράζεται τη σκληρή όψη αυτού που σήμερα ονομάζουμε show business. Στην πραγματικότητα, αποτελεί ένα ακόμα κομμάτι στην απεικόνιση της ηθικής αστάθειας στην κοινωνία των ΗΠΑ αμέσως μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μια εξερεύνηση που ξεκίνησε από τα Double Indemnity (1944) και The Lost Weekend (1945). Τα κάδρα πλημμυρίζουν από κυνισμό και το φιλμ εικονογραφεί τον οπορτουνισμό, το κέρδος και την απληστία χτυπώντας σε δύο παράλληλα πλαίσια. Από την μία με τον αδίστακτο Tatum, έναν άνδρα που στοχεύει στην άνοδο με κάθε τίμημα. Από την άλλη με το ανώνυμο πλήθος, σε μια σειρά από σκηνές που στήνουν έναν αποκρουστικό καθρέφτη της γκροτέσκας ψυχολογίας του.

Αγγίζοντας βάθη αθέατα για τις αρχές της δεκαετίας του ’50, το Ace in the Hole ξεγυμνώνει το περίφημο αμερικάνικο όνειρο από τους επιφανειακούς καλλωπισμούς του. Από τη μία η χωρίς αναστολές επιδίωξη δημιουργίας μύθων, από την άλλη η λαιμαργία με την οποία η μάζα τους απορροφά, ιδού ένα έθνος που αντικατέστησε την (απούσα) Ιστορία με μία ασυγκράτητη καταναλωτική μανία. Φυσικά, σήμερα συνειδητοποιήσαμε ότι το φαινόμενο δε γνωρίζει σύνορα και η γρήγορη διαδοχή ειδήσεων έχει οδηγήσει στην αναισθητοποίησή του κοινού σε παγκόσμια κλίμακα. Είναι πλέον γεγονός ότι όχι μόνο η «ενημέρωσή» μας, αλλά και η ψυχαγωγία μας μπορεί ελεύθερα να βασίζεται στη δυστυχία του άλλου. Κι αν ήταν η μεγάλη επιτυχία του Sunset Boulevard που επέτρεψε στο Wilder να γυρίσει μια τόσο σκοτεινή ταινία, δεν είναι έκπληξη ότι αυτή με τη σειρά της αποτέλεσε μια κριτική κι εμπορική καταστροφή. Κοινό και δημοσιογράφοι αποδείχτηκαν υπέρ του δέοντος εύθικτοι στην κριτική τους αντιμετώπιση και έστρεψαν τις πλάτες τους. «Fuck them all», δήλωνε ο Billy, «It’s the best picture I ever made». Κι έχει δίκιο.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δευτέρα 4 Ιουλίου 2011

SUNSET BLVD. (1950), του Billy Wilder


Προσπαθώντας να ξεφύγει από τους πιστωτές του, ο αποτυχημένος σεναριογράφος Τζο Γκίλις καταλήγει στην έπαυλη της Νόρμα Ντέσμοντ, μιας ξεπεσμένης σταρ του κινηματογράφου που λαχταρά την επάνοδό της στο Χόλιγουντ. Εκείνη τον προσλαμβάνει για να επιμεληθεί το σενάριό της, τον ερωτεύεται σε αρρωστημένο βαθμό και οδηγεί και τους δύο στην καταστροφή.

Πίσω απ’ όλα, το μη κατηγοριοποιήσιμο αριστούργημα του Μπίλι Γουάιλντερ, περιγράφει τη γέννηση και το θάνατο ενός άστρου. Και, όπως τα πάντα στη ζωή μας στήνουν ένα χορό ως κύκλοι ομόκεντροι, ο θάνατος ενός άστρου στο σύμπαν του Χόλιγουντ αντιστοιχεί τα στάδιά του με το μεγαλοπρεπή θάνατο ενός άστρου στο χωρικό μας σύμπαν. Πριν την έκρηξη που θα σημάνει τον οριστικό του θάνατο, το άστρο μετατρέπεται σε έναν κόκκινο γίγαντα, την πιο εντυπωσιακή και φαντασμαγορική του μορφή, το, τρόπον τινά, αισθητικό του ζενίθ. Έχοντας ήδη κάνει αρκετά βήματα στο δεύτερο (και τελευταίο) μισό της ζωής της, το πρώην αστέρι του βωβού κινηματογράφου, Νόρμα Ντέσμοντ, ονειρεύεται την επιστροφή της στο Χόλιγουντ με μια υπερπαραγωγή που θα την κρατήσει στην ιστορία. Ονειρεύεται τη γιγάντωση πριν την έκρηξη δηλαδή, το οριστικό θρόνιασμα στο κινηματογραφικό πάνθεον από το οποίο αποκαθηλώθηκε με -ποιόν άλλο;- το χρόνο. Και το πάνθεον δε χωράει παρακμή, αλλά μόνο τη λάμψη των αστέρων του, που συνεχίζει να φωτίζει μετά το θάνατό τους. Γιατί αυτό ακριβώς είναι το σινεμά: η τέχνη που παγώνει το χρόνο σε πρόσωπα, σε λόγια, σε εικόνες.

Στον αναφορικό λαβύρινθο μιας από τις δοκιμιακά πολυπλοκότερες ταινίες που έγιναν ποτέ, η ματιά στο εσωτερικό του μύθου καταλήγει με ακρίβεια στο βαθύτερο σκοτάδι. Πίσω από τις αυλαίες και το πανί του σινεμά, κρύβονται μούμιες που ζουν βουτηγμένες στην αυταπάτη, την παραίσθηση, τη ματαιοδοξία. Αστέρια που ονειρεύονται πως ζουν, ενώ παίρνουν τη σειρά τους στη γραμμή που χαράσσει το σύστημα για αυτά: ρούχα, φιλανθρωπίες, επιλογές, συνεντεύξεις, όλα υπό το γράμμα του συστημικού “νόμου”. Ονόματα που πηγαινοέρχονται, εξώφυλλα, σκάνδαλα, η ημερήσια διάταξη κάθε αστέρα που σέβεται το όνομά του - το όνομα που έχτισε γι’ αυτόν το Χόλιγουντ.

Στην εποχή του βωβού αλλά και ιδιαίτερα στις πρώτες δεκαετίες μετά την έλευση του ομιλούντος κινηματογράφου, οι ηθοποιοί δεν απολάμβαναν απλώς την εκτίμηση και την αγάπη των θαυμαστών τους, αλλά λατρεύονταν σαν ιέρειες μιας θρησκείας εν τη γενέσει της. Ήταν μορφές θεϊκές, αψεγάδιαστες, φορείς μιας απρόσιτης τελειότητας που φρόντιζε για την ευλαβική τήρηση της απόστασης από το κοινό τους. Τα χρόνια όμως της αποχαύνωσης πέρασαν, το σινεμά ωρίμασε και επανεκτιμήθηκε ως η τέχνη των τεχνών. Οι παλιές φιγούρες παραμερίζονταν καθώς μια μήτρα αναπαρήγαγε αδιάλειπτα νέα είδωλα που όφειλαν να ενσωματωθούν, να κάνουν το δικό τους κύκλο. Ο Γουάιλντερ βομβάρδισε το 1950 το αμερικανικό σινεμά που σκανδαλίστηκε από την πραγματική αντανάκλαση της βιομηχανίας σε ένα μόνο φιλμ που περιείχε ιδιοφυώς τα πάντα. Η ηθική βύθιση στη διαφθορά του πλούτου και τη ματαιοδοξία, βουτιά που ο Γκίλις του έξοχου Γουίλιαμ Χόλντεν κάνει δίχως σκέψη κλείνοντας τον εαυτό του στη φυλακή του ονείρου που κατέληξε εφιάλτης, μπλέκεται με τη νουαρική άποψη για τον έρωτα, όπου το πάθος τυλίγει στις φλόγες τους ήρωές του και όλα μαζί στην παραίσθηση του αιώνιου σταρ που λαμβάνει γράμματα λατρείας για το παρελθόν του. Γεμίζοντας την οθόνη με αναφορές, από τις κέρινες φιγούρες περασμένων βασιλιάδων του βωβού (Μπάστερ Κίτον, Άννα Νίλσον) και τις υπερβολικές υπερπαραγωγές του Σέσιλ Μπ. ΝτεΜίλ, στον πρώην σκηνοθέτη και νυν μπάτλερ της Νόρμα Ντέσμοντ (τον ενσαρκώνει ο Έριχ Φον Στρόχαϊμ, που στην πραγματικότητα είχε σκηνοθετήσει την Γκλόρια Σουάνσον ως Βασίλισσα Κέλι και ήδη στα 1950 ουδείς γνώριζε τι απέγινε), η Λεωφόρος της Δύσεως γράφει πολιτιστική ιστορία και καταλήγει πως οι ταινίες είναι που μίκρυναν και δε χωράνε τη λάμψη των αστέρων τους. Ως λανθάνουσα σινεφιλία δηλαδή, το αριστούργημα του Γουάιλερ μπορεί να κοιτάζει νοσταλγικά στο σινεμά του παρελθόντος, ωστόσο παραμένει μια διαβρωτική σάτιρα πάνω στον άνθρωπο πίσω από το θεό και ακροβατεί στο κυκλωτικό θρίλερ ενός αδιέξοδου συστήματος που φυλακίζει τα όνειρα για να μένει ζωντανό.

Όπως είναι επόμενο σε μια ευθεία πορεία προς τον ηθικό θάνατο, θα έρθει και ο φυσικός θάνατος του Γκίλις (που, σε μια μοναδικά πρωτοποριακή ιδέα για την εποχή, είναι και ο αφηγητής της ταινίας), η δολοφονία του από τη Νόρμα που δε δέχεται την εγκατάλειψη του σκοτεινού αντικείμενου του πόθου της, αλλά και του κοινού που τη λάτρεψε (“Κανένας δεν εγκαταλείπει ένα αστέρι”), όσο εκείνη επιμένει να ετοιμάζεται για το κοντινό της, ίσως σε μια εκ των σημαντικότερων σκηνών στην κινηματογραφική ιστορία που κρύβει ένα παιχνίδισμα φιλοσοφίας πάνω στο σινεμά: Κατάδυση στην παράνοια ως ύστατη (ή μοναδική;) ευτυχία μετά την πλάνη ή το στήσιμο μιας ερμηνευτικής υπερβολής σε ένα μυθικό πλάνο που μαρτυρά την κατασκευή του μύθου;

Πάνος Τράγος