Κυριακή, 18 Ιουλίου 2010

STILL WALKING (2008), του Hirokazu Koreeda

Γνήσιος απόγονος της μεγάλης γιαπωνέζικης παράδοσης του «οικιακού δράματος», από τον Οζού ως τον Ναρούζε, ο Κόρε 'Εντα επιστρατεύει πάλι τη νατουραλιστική του γραφή για να μιλήσει για δύο θέματα κατεξοχήν αμείλικτα, το χρόνο και το θάνατο. Τρεις διαφορετικές γενιές συγκεντρώνονται στο πατρικό σπίτι, μόνο που η παραδοσιακή οικογένεια έχει χάσει τη καθιερωμένη της μορφή. Ο πρωτότοκος γιος έχει αποβιώσει, ο δεύτερος έχει παντρευτεί μία χήρα με παιδί και η κόρη έχει φορτώσει στους γονείς της τον ράθυμο άλλα θορυβώδη άντρα της και τα δυο παιδιά τους. Μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο, το φιλμ περιγράφει την, τελικώς, μάταιη προσπάθεια μιας χούφτας ανθρώπων να συγχωρέσουν και να συγχωρεθούν, να γεφυρώσουν χάσματα και να γιατρέψουν επιμελώς κρυμμένες πληγές. Αν ο σκοπός της συγκέντρωσης αυτής ήταν να έρθουν πιο κοντά, η ήττα είναι ολοκληρωτική. Όσα τους κρατούν σε διακριτική μα ανίκητη απόσταση είναι περισσότερα: Μια σειρά από απογοητεύσεις, υποσχέσεις που κάποιοι επέβαλαν στους άλλους και που άλλοι πήραν παρά τη θέλησή τους. Και φυσικά τα ψέματα που έρχονται αναπόφευκτα ώστε τα παιδιά να νιώσουν ότι οι γονείς έγιναν υπερήφανοι και εκείνοι να καθησυχαστούν ότι έκαναν ό,τι μπορούσαν για να οδηγήσουν τους απογόνους τους στην ευτυχία. Τελικά ο συνεκτικός ιστός της οικογένειας δεν είναι άλλος από την πανταχού παρούσα σκιά του θανάτου.

Η απώλεια και η διαχείρισή της από όσους έμειναν πίσω αποτελεί ένα θεματικό μοτίβο στον κινηματογράφο του Ιάπωνα σκηνοθέτη. Οι ήρωες του Still Walking, ανεξαρτήτου ηλικίας, έχουν γευτεί το θάνατο ενός πατέρα, ενός συζύγου, ενός παιδιού. Η πρώτη λέξη του εντυπωσιακά εύστοχου αγγλικού τίτλου χρησιμεύει ως διαχωριστικό σημείο ανάμεσα σε ζωντανούς και αποβιώσαντες, με τους τελευταίους να συνιστούν μία εξίσου έντονη παρουσία στο εξοχικό σπίτι της οικογένειας. «Κυκλοφορεί ένα φάντασμα τη νύχτα», θα πει η μικρή Mutsu αλλά στην πραγματικότητα είναι περισσότερα από ένα. Αναμνήσεις και όνειρα προ πολλού θρυμματισμένα περιφέρονται στο σπίτι και ακολουθούν κατά πόδας τους χαρακτήρες υπογραμμίζοντας τα δεσμά του παρόντος. Ο Ryota προσπαθεί να ξορκίσει από πάνω του το αμάρτημα της επιβίωσης, καθώς ο πατέρας ούτε καν προσπαθεί να κρύψει ότι για εκείνον πέθανε ο «λάθος» γιος. Αλλά είναι ο χαρακτήρας της μητέρας που συνοψίζει την επιδίωξη όλων των χαρακτήρων προς την αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Μπορεί ο άντρας της να φορά τη μάσκα του σκληρού και απρόσιτου οικοδεσπότη και εκείνη να φαντάζει γλυκιά και δεκτική, σε μια αποκαλυπτική όμως σκηνή λίγων λεπτών θα απελευθερώσει την πικρία πολλών ετών και θα αποδειχθεί ο πιο σκληρός κριτής όλων. Στη συνέχεια, ακούγοντας το αγαπημένο ποπ τραγούδι της νιότης της, θα παραδεχθεί με τη σιωπή της την παραίτηση και το συμβιβασμό. Έτσι, με συμβολιστικούς υπαινιγμούς πίσω από τον απέριττο ρεαλισμό του, ο Κόρε Έντα θα αρνηθεί κάθε τελείωση στους αντι-ήρωές του και θα τους αφήσει με έναν διστακτικό αποχαιρετισμό παραδοχής της ήττας από τους μικρούς εγωισμούς και τις ανομολόγητες λεπτομέρειες που καθορίζουν τη ζωή.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τρίτη, 13 Ιουλίου 2010

LE GENOU DE CLAIRE (1970), του Eric Rohmer



Λίγες μέρες πριν το γάμο του στη Σουηδία όπου και διαμένει μόνιμα πλέον, ο Ζερόμ επιστρέφει στη Γαλλία για να πουλήσει το σπίτι του. Εκεί συναντάει την παλιά του φίλη Ορόρα και καταλήγει να περνάει τρεις βδομάδες μαζί της, παρέα με τη γειτόνισσά τους και τις δυο κόρες της.

Το «Γόνατο της Κλαίρης» είναι ο πέμπτος κατά σειρά «Μύθος περί Ηθικής» του Γάλλου σεναριογράφου και σκηνοθέτη και εμπεριέχει όλα τα στοιχεία εκείνα που εδραιώθηκαν με το «Μια Νύχτα με τη Μοντ». Η άποψη του Ρομέρ ότι στον κινηματογράφο ως μέσο έκφρασης, ο λόγος είναι ισότιμος με την εικόνα, διανθίζει το φιλμ με μια σειρά απολαυστικών διαλόγων που, όπως και στη Μοντ, εκφέρονται από ήρωες που περισσότερο πρέπει να νοηθούν ως σύμβολα, παρά σαν πραγματικοί άνθρωποι. Ο Ζερόμ και η Ορόρα, λοιπόν, γίνονται οι δύο πόλοι γύρω από τους οποίους ξεδιπλώνεται η «ίντριγκα», αλλά και οι προβληματισμοί του ανθρώπου και του καλλιτέχνη Ρομέρ. Πρώτος πόλος ο αρσενικός, ο Ζερόμ, και ο Ρομέρ αρπάζει την ευκαιρία να συλλογιστεί πάνω στην κρίση της μέσης ηλικίας. Ο ήρωάς του είναι ένας τυπικός τριανταπεντάρης που η κοινωνία μας θα χαρακτήριζε χωρίς δισταγμό επιτυχημένο. Πίσω όμως από μία υπερηφάνεια πλασματική, κρύβεται ένας ευαίσθητος και εύθραυστος άντρας. Διαλαλεί τον επικείμενο γάμο του και μιλάει συνέχεια για την μέλλουσα γυναίκα του, όχι από έρωτα, αλλά προκειμένου να προβάλλει την επιτυχημένη πλευρά του εαυτού του. Για να κρύψει την άλλη, εκείνη που θα έδειχνε ξεκάθαρα ότι ακόμα είναι ένα αγόρι που δυσκολεύεται να ξεκαθαρίσει το συναισθηματικό του κόσμο, να πάρει αποφάσεις και να τις υποστηρίξει με τις πράξεις του. Είναι θέμα χρόνου όμως το πότε θα έρθει στο φως ο πραγματικός μας εαυτός. Έτσι, ο Ζερόμ όχι μόνο θα συμμετάσχει στο ερωτικό παιχνίδι με τις δύο όμορφες κοπέλες, τη Λόρα και την Κλαιρ, αλλά και σε μια καίρια στιγμή, στη σκηνή του χορού κάπου στο μέσο της ταινίας, θα αποκαλύψει άθελά του αυτήν την ευάλωτη πλευρά του. Αλλά τη στιγμή που θα γκρεμιστεί η σιγουριά του για την επιτυχία του με τη Λόρα, μαζί και η αυτοπεποίθησή του, δε θα αναζητήσει τη λύτρωση πίσω στον αυτοπεριορισμό. Απλώς θα αλλάξει στόχο και θα διεκδικήσει την μεγαλύτερη αδελφή της Λόρα, την Κλαιρ η οποία, όντας δεσμευμένη, αποτελεί αφ' ενός ασφαλέστερο στόχο (σε περίπτωση ατολμίας ή αποτυχίας), αφ' ετέρου δίνει την αφορμή στο Ρομέρ να τονίσει τη φύση του άντρα ως κυνηγού.

Και αν ο Ζερόμ εκφράζει τον άνθρωπο – Ρομέρ και το σχόλιό του για την πάντα απρόβλεπτη χημεία μεταξύ των δύο φύλων (ακόμα και όταν τα πιόνια είναι στημένα, όπως εδώ), η Ορόρα καθρεφτίζει τις καλλιτεχνικές ανησυχίες του σημαντικού αυτού Γάλλου δημιουργού. Η ηρωίδα του είναι συγγραφέας, δηλαδή θέσει δημιουργός. Και κάθε δημιουργός αναλαμβάνει το ρόλο του Θεού, τουλάχιστον απέναντι στα δημιουργήματά του. Θα μπορούσαν όλοι οι χαρακτήρες του φιλμ να βρίσκονται στο μυαλό της και όλα τα γεγονότα να είναι επινοήσεις της φαντασίας της. Το ότι έχουν σάρκα και οστά και εκδηλώνονται στον εξωτερικό κόσμο, απλά τη διευκολύνει στο έργο της και συμβάλλει στην ηδονή της. Ταυτιζόμενος με την Ορόρα, ο Ρομέρ θέτει το ζήτημα της ηθικής στην μυθοπλασία. Οι ήρωες (κινηματογραφικοί ή λογοτεχνικοί) είναι άβουλα εργαλεία στο έλεος του εκάστοτε δημιουργού ή μήπως από τη στιγμή που θα γεννηθούν, αποκτούν δική τους ζωή, μαζί με το δικαίωμα να καθορίζουν την μοίρα τους, να αισθάνονται, να γελάνε, να κλαίνε; Χαρακτηριστική είναι η αντίδραση της Ορόρα σε μια από τις διηγήσεις του Ζερόμ σχετικά με την Κλαιρ. «Τι σε νοιάζει τι σκεφτόταν;». Μήπως λοιπόν και στη δική μας ζωή, στους ερωτικούς μπελάδες που μπλέκουμε και στις αισθηματικές μας περιπέτειες, είμαστε «δημιουργήματα», απλά πιόνια κάποιου Δημιουργού;

Ίσως περισσότερο από κάθε άλλη ταινία του Ρομέρ, οι ακατάπαυστοι διάλογοι έχουν μία άνετη ροή, υποβοηθούμενη από την πανέμορφη φωτογραφία του Νέστορ Αλμέντρος, που επιτυγχάνει να κάνει τις μυρωδιές της γαλλικής υπαίθρου να ξεπετάγονται από την οθόνη. Άλλωστε, εξόχως ειρωνικά, ο Ρομέρ υπονομεύει τις φορμαλιστικές θεωρίες που υπηρέτησε σε ολόκληρη τη φιλμογραφία του. Μπορεί και εδώ ο λόγος να είναι η αφετηρία και η ιστορία να κινείται μέσω των διαλόγων, ωστόσο μία εικόνα είναι αυτή που σημαδεύει το φιλμ και «αναγκάζει» το σκηνοθέτη του να την αναγάγει σε κεντρικό τίτλο. Το γόνατο της Κλαίρης, γυμνό, ως το αντικείμενο του πόθου για τον Ζερόμ, με αποκορύφωμα την μνημειωδώς σιωπηλή σκηνή, όπου έρχεται μία ανάσα μακριά του. Λίγο πριν τολμήσει το μεγάλο βήμα. Εκεί όπου μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

ANTICHRIST (2009), του Lars Von Trier


Αν εξετάσουμε την χριστιανική θρησκεία με γνήσιους όρους διαλεκτικής, καταλήγουμε αβίαστα στο συμπέρασμα ότι δεν μπορεί να υπάρξει Θεός χωρίς τον Διάβολο. Και φυσικά, δεν μπορεί να υπάρξει Χριστός χωρίς τον Αντίχριστο, για να πάρουμε ένα «ζευγάρι» όπου τα γλωσσικά σημεία μοιάζουν αρκούντως εύγλωττα. Κατά συνέπεια, πιστεύω στον έναν σημαίνει ότι πιστεύω και στον άλλον – στη θέση του «πιστεύω» θα μπορούσε να βρίσκεται οποιοδήποτε άλλο ρήμα, πχ. το «φοβάμαι», για να θυμηθούμε την ηρωίδα της Mia Farrow στο Rosemary’s Baby και τις συνέπειες της αυστηρότατης καθολικής ανατροφής της. Γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι θεοποίηση και δαιμονοποίηση είναι στην πραγματικότητα δύο έννοιες συγγενικές, συμπέρασμα που δεν πρέπει να εκπλήσσει κανέναν καθώς αμφότερες βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εφαρμογής και ανάπτυξης στην περιοχή του αγνώστου. Οτιδήποτε μας διαφεύγει, καθετί που δεν μπορούμε να αγγίξουμε, να συλλάβουμε και να κατανοήσουμε γίνεται για μας ο Θεός ή ο Σατανάς. Και τίποτα δεν υπήρξε πιο απρόσιτο σε ολόκληρη την Ιστορία της ανθρωπότητας από την ίδια τη Φύση.

Σε μια εποχή που επιστήμη και τεχνολογία θριαμβεύουν, όσο αυτές διευκολύνουν τη ζωή μας, άλλο τόσο μας απομακρύνουν από την μητέρα-φύση. Η πραγματικότητα πλέον περπατά στα τυποποιημένα μονοπάτια της αστικής αποξένωσης, μακριά από κάθε έννοια δημιουργικότητας. Ο κήπος της Εδέμ είναι πλέον ο κήπος ενός Άλλου, όχι πάντως του εαυτού μας, ο οποίος στη θεωρία τον αντιμετωπίζει ως μια τοποθεσία ουτοπική και στην πράξη τον αποφεύγει σαν τον…διάολο. Τι θα συμβεί όμως εάν ο σύγχρονος άνθρωπος αποφασίσει, προκειμένου να γιατρέψει τα τραύματά του, να επιστρέψει σε ένα περιβάλλον φυσικό, όμοιο με εκείνο των πρωτόπλαστων; Πιο συγκεκριμένα, ποια θα είναι η έκβαση μίας τέτοιας επιστροφής για ένα ζευγάρι μακρινών απογόνων του Αδάμ και της Εύας; Ο Lars von Trier δεν μοιάζει καθόλου αισιόδοξος στη δική του απάντηση (η παρεξηγημένη αφιέρωση της ταινίας στον Andrei Tarkovsky ανοίγει έναν ενδιαφέροντα διάλογο με το σινεμά του τελευταίου όπου φύση και άνθρωπος εντάσσονταν σε ένα αρμονικό όλον) .

Ο θάνατος του μικρού παιδιού, σε μια αλησμόνητη εναρκτήρια σεκάνς και διόλου τυχαία καθώς γίνεται μάρτυρας της ερωτικής επαφής των γονιών του (η άγνωστη σε αυτό δημιουργός πράξη), συνιστά απλώς την αφορμή για να εξερευνήσει πάλι ο Δανός σκηνοθέτης την αθεράπευτη εμμονή του με τη Γυναίκα. Η τελευταία έχει γίνει αντικείμενο βασανιστικής εικονογράφησης στο πλαίσιο κάθε γνωστής κοινωνικής δομής (Breaking the Waves, Dancer in the Dark, Dogville). Τώρα, ο Trier απογυμνώνει τον καμβά του από καθετί περιττό (συμπεριλαμβανομένων και των ίδιων των ανθρώπων) και επιστρέφει το μυστήριο της θηλυκής φύσης σπίτι του. Η ηρωίδα της Charlotte Gainsbourg ενσωματώνει τη δημιουργό-Γυναίκα, εκείνο το αίνιγμα που είναι καταδικασμένο να προκαλεί φόβο, θαυμασμό, πόθο, μίσος και λατρεία στα αρσενικά. Με δύο λέξεις: θεοποίηση και δαιμονοποίηση. Τα πρώτα επίπεδα του ξεχωριστού αυτού φιλμ ξεγελούν, αλλά ο ήρωας του Willem Dafoe δεν είναι ο Αντίχριστος του τίτλου. Αντιθέτως, είναι ο άνθρωπος στη σύγχρονη εκδοχή του. Εγκεφαλικός και αλαζόνας, προσπαθεί με την εκλογίκευση να εξηγήσει τα πάντα. Μέχρι που θα κληθεί να αντιμετωπίσει τη φύση του, τη Δημιουργό του, και τότε θα βρεθεί να παλεύει γυμνός, με μόνο όπλο τα πρωτόγονα ένστικτά του. Ο Αντίχριστος (και ο Χριστός) είναι η γυναίκα της Gainsbourg, η φύση, η δημιουργία. Ο άντρας του Dafoe πρέπει να τη σκοτώσει για να συνεχίσει την ζωή του, θεραπευμένος. Ο δημιουργός Trier όμως θα διαλέξει την άλλη πλευρά και θα προσφέρει το καλύτερο φιλμ της καριέρας του.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής