Τετάρτη, 27 Φεβρουαρίου 2013

LINCOLN (2012), του Steven Spielberg


Γνήσιος κληρονόμος μιας κινηματογραφικής λογικής που ξεκίνησε με τον
Griffith και που στοχεύει στο συνδυασμό διασκέδασης και ιστορικής πληροφόρησης - με μία λέξη ψυχαγωγία - ο Steven Spielberg είναι για αυτόν και πολλούς ακόμα λόγους ο κατεξοχήν Αμερικάνος σκηνοθέτης. Στο πρόσωπο του Abraham Lincoln συναντά έναν ιδεολόγο πολιτικό, απόλυτο εκφραστή της γνήσιας αμερικανικής ροπής προς τον ιδεαλισμό ενός ήρωα εθνικού. Η επιλογή του φιλμ να επικεντρωθεί στους "κάτω από το τραπέζι" χειρισμούς του Προέδρου προκειμένου να περάσει την περίφημη 13η τροπολογία και να καταργήσει τη δουλεία, προσφέρει απλόχερα την ευκαιρία για μια σειρά από προβληματισμούς με επίκαιρες αποχρώσεις. Τα εγγενή όρια του ακριβοθώρητου δημοκρατικού πολιτεύματος και η υιοθέτηση του αμφίβολου ηθικά ρητού "ο σκοπός αγιάζει τα μέσα" σε στιγμές πολιτικής κρίσης συνιστούν ζητήματα πολύπλοκα, έστω κι αν τα ρίσκα που παίρνει το Lincoln δεν είναι δα και τόσα πολλά: δεν υπάρχει σήμερα ουσιαστικός αντίλογος σε μια πρωτοβουλία κατάργησης της δουλείας. Ωστόσο, ο Spielberg κατορθώνει μέσα από μια πρωτοφανή στο σινεμά του εγκράτεια (στοιχείο που έλειψε ακριβά από άλλες "πολιτικές" απόπειρες του σκηνοθέτη, και περιλαμβάνω και το πολυβραβευμένο Schindler's List στη λίστα αυτή) να αναδείξει το ηθικό δίλημμα του ανθρώπου και πολιτικού Lincoln, εμπλέκοντας σε αυτό το θεατή.

Φυσικά, θα χρησιμοποιήσει κάποιες ευκολίες, χαρακτηριστικές στο σινεμά του, όπως η ελάχιστα πειστική και συχνά μελοδραματική υποπλοκή με το γιο του Προέδρου στον οποίο προσωποποιείται η απειλή της συνέχισης της εμφύλιας σύρραξης (μαζί και η εμμονή του σκηνοθέτη για το δίπολο πατέρα-γιου). Όμως, η βωβή ένταση που η ταινία διατηρεί στις έντονα διαλογικές δυόμισι ώρες της, είναι ένα μικρό επίτευγμα που οφείλεται, σε μεγάλο βαθμό, σε ένα επιπλέον σημείο ταύτισης του Spielberg με τον Lincoln. Αμφότεροι είναι γεννημένοι αφηγητές, λαϊκοί παραμυθάδες, που λατρεύουν να διηγούνται ιστορίες απλές και κατανοητές στο κοινό τους. Διόλου τυχαία, αυτή είναι η εικόνα του Προέδρου που θα μείνει στο θεατή μετά τους τίτλους τέλους, χάρη και στην εκπληκτική σωματική-φωνητική ερμηνεία του Daniel Day Lewis στις στιγμές που ο χαρακτήρας του περικυκλώνεται από ανθρώπους κρεμασμένους από τα χείλη του. Κι ευτυχώς, ο Spielberg θα κρατήσει το καλύτερο για το τέλος, σε μια από τις πιο εμπνευσμένες σεκάνς ολόκληρης της φιλμογραφίας του. Τη στιγμή της δολοφονίας του Lincoln, επιλέγει να "παίξει" με τις ιστορικές γνώσεις και τις προσδοκίες του θεατή, με στόχο διπλό: αφενός να προσγειώσει ηχηρά την μεγάλη Ιστορία σε μια μικρή, ανθρώπινη αντίδραση στον πόνο, αφετέρου να εικονογραφήσει μια έξυπνη μεταφορά για την πολιτική και την Ιστορία ως θέαμα, ως μια θεατρική ή, ακόμα περισσότερο, κινηματογραφική παράσταση. Κρίμα που απουσιάζει κάποια επιπλέον εμβάθυνση του προβληματισμού που να θίγει τη στάση του σύγχρονου θεατή-πολίτη. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

OSCARS 2013


Η βραδιά των Όσκαρ είναι δικαίως απεχθής για πολλούς λόγους, ωστόσο ποιος μπορεί να αρνηθεί την ευκαιρία για ένα μικρό σινεφιλικό παιχνίδι προβλέψεων/προτιμήσεων; Μαζί με τη Μαριάννα Ράντου και το Γιώργο Μπουκάτσα, "στήσαμε" τα παράλληλα βλέματά μας, αλλά διαπιστώσαμε ότι μάλλον διασταυρώνονται σε σημείο ...ταύτισης. Τόσο προβλέψιμες θα είναι τελικά οι βραβεύσεις αύριο; Περιμένουμε τις δικές σας προβλέψεις.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


Οι υποψηφιότητες και τα βραβεία Όσκαρ ελάχιστη επίδραση έχουν στις κινηματογραφικές επιλογές μου, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων (Unforgiven, No Country for Old Men, Silence for the Lambs), η βραβευθείσα ταινία ήταν εκτός προσωπικής πεντάδας με τις ταινίες της χρονιάς. Αντιλαμβάνομαι ωστόσο την σημασία τους για τους βραβειοφάγους και συμμετέχω και εγώ στο παιχνίδι του φίλτατου Αχιλλέα. Στις προτάσεις μου δεν θα συμπεριλάβω ευρωπαϊκές ταινίες, όσο και αν οι υποψηφιότητες του Amour ήταν η πιο ευχάριστη έκπληξη των τελευταίων ετών.

Γιώργος Μπουκάτσας


Καλύτερη Tαινία


Η κατηγορία έχει πέσει σε ανυποληψία μετά την περισπούδαστη απόφαση της αύξησης του αριθμού των υποψηφιοτήτων, γεγονός που δεν οδήγησε στην υποψηφιότητα σημαντικοτέρων και λιγότερο διαδεδομένων ταινία παρά σε αυτήν των περιορισμένης καλλιτεχνικής αξίας αλλά υψηλού προφίλ χολυγουντιανών προϊόντων τύπου Les Miserables.
Πρόβλεψη: Argo (μιας και σαρώνει παντού)
Προτίμηση: Amour με δεύτερη επιλογή το Life of Pi
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; Όλοι πλην Amour, Linkoln και Life of Pi
Μα καλά πού είναι;
  Πολλά με πρώτο το The Master
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Argo
Προτίμηση: Amour
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Tα Silver Linings Playbook και Zero Dark Thirty
Μα καλά πού είναι;
  Δεν είχα καμιά ελπίδα οι κύριοι της Ακαδημίας να εκτιμήσουν το Cosmopolis, οπότε απλά θα αναρωτηθώ πού στην ευχή βρίσκεται το The Master
Α.Π.

Πρόβλεψη: Argo
Προτίμηση: Amour
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Silver Linings Playbook
Μα καλά πού είναι;
  Moonrise Kingdom, Skyfall
Μ.Ρ.



Σκηνοθεσία


To σημαντικότερο βραβείο, χαιρετίζω την παρουσία του μοναδικού Χάνεκε, ενώ ο Ang Lee και ο παλαίμαχος Steven Spielberg έδωσαν αμφότεροι δυνατές ταινίες.
Πρόβλεψη: Spielberg
Προτίμηση:
Haneke
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; Oι Zaitlin και David O' Russell (με αυτήν την
σειρά)
Μα καλά πού είναι;  Πολλοί με προεξάρχοντα τον Paul Thomas Anderson
Γ.Μ.

Πρόβλεψη:
Spielberg
Προτίμηση:
Haneke
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; Ο
David O' Russell στο αποκορύφωμα του ξεπουλήματός του.  
Μα καλά πού είναι;
 
Tarantino, Anderson κι Affleck. Η απουσία τους μαρτυρά τάσεις αυτοκτονίας του αμερικάνικου σινεμά.
Α.Π.

Πρόβλεψη: Stephen Spielberg
Προτίμηση:
Michael Haneke
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
David O. Russell
Μα καλά πού είναι;  Ben Affleck, Sam Mendes, Paul Thomas Anderson, Joe Wright
Μ.Ρ.


Α' Ανδρικός Ρόλος



Δύο μοναδικές ερμηνείες (Phoenix και Day-Lewis) υπερσκιάζουν όλες τις υπόλοιπες.
Πρόβλεψη: Day-Lewis
Προτίμηση: Joaquin Phoenix
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; Ο Bradley Cooper είναι απλά αξιοπρεπής στον ρόλο του.
Μα καλά πού είναι;  O Jean-Louis Trintignant
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Εύκολα ο Daniel Day-Lewis
Προτίμηση: Εξίσου εύκολα ο
Daniel Day-Lewis
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; 'Ελεος με τον
Bradley Cooper
Μα καλά πού είναι;  O Jean-Louis Trintignant κακώς ξεχάστηκε υπό της σκιά της Riva.
Α.Π.

Πρόβλεψη: Daniel Day-Lewis
Προτίμηση:
Daniel Day-Lewis
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Bradley Cooper
Μα καλά πού είναι;  Mads Mikkelsen, John Hawkes, Jean Louis Trintignant, Richard Gere
Μ.Ρ.



Α' Γυναικείος Ρόλος


Πρόβλεψη: Jessica Chastain
Προτίμηση: Εmmanuelle Riva
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Η γλυκιά Jessica μάλλον κερδίζει στο νήμα τη (σαφώς) λιγότερο γλυκιά Lawrence.
Προτίμηση: Το να συγκρίνεται η ερμηνεία της
Riva με εκείνη των άλλων υποψηφιοτήτων είναι απλά αστείο.
Μα καλά πώς έφτασε εδώ; Η
Jennifer Lawrence. Μια καλή rom-com ερμηνεία αρκεί στην Ακαδημία;
Μα καλά πού είναι;  Οι συγκλονιστικές Marion Cotillard (De Rouille et d'os), Nina Hoss (Barbara), Rachel Weisz (The Deep Blue Sea), Emilie Dequenne (A Perdre La Raison) και Cristina Flutur (Beyond the Hills) είναι οι μόνες που συγκρίνονται με τη Riva, αλλά πρέπει να προωθήσουμε τις Αμερικανίδες, βλέπετε...
Α.Π.

Πρόβλεψη:
Jessica Chastain
Προτίμηση:
Emmanuelle Riva
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι;  Marion Cotillard
Μ.Ρ.


Β' Ανδρικός Ρόλος



Πρόβλεψη
: Tommy Lee jones
Προτίμηση:
Philip Seymour Hoffman
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Στην πιο ωραία μάχη της βραδιάς, ο Tommy Lee Jones θα κερδίσει στο νήμα τον Christoph Waltz.
Προτίμηση: Πραγματικά, όποιος και να κερδίσει από τους πέντε θα είμαι χαρούμενος (λίγο παραπάνω για τον
De Niro), ενώ όλοι πλην Arkin άξιζαν την υποψηφιότητα. Καλύτερος όλων όμως ο Philip Seymour Hoffman.
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Ο
Alan Arkin δεν έκανε και τίποτα σπουδαίο, όσο απολαυστικές κι αν ήταν οι ατάκες του, και είναι κρίμα γιατί στέρησε τη θέση από νεότερους και καλύτερους (φέτος) ηθοποιούς.
Μα καλά πού είναι; O Paul Giamatti (Cosmopolis) ορίζει την έννοιια "τέλειος δεύτερος ρόλος, ο Di Caprio (Django Unchained) επιβεβαιώνει ότι είναι ο καλύτερος της γενιάς του και ο Alec Baldwin (To Rome With Love) συγκινεί σε μια παραγνωρισμένη αλλά εξαιρετική ερμηνεία.
Α.Π

Πρόβλεψη: Christoph Waltz
Προτίμηση:
Philip Seymour Hoffman
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι;  Samuel L. Jackson, Leonardo Di Caprio, Javier Bardem
Μ.Ρ.


Β' Γυναικείος Ρόλος

Πρόβλεψη: Anne Hathaway
Προτίμηση:
Amy Adams
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Πολύ εύκολα και πολύ δυστυχώς η
Anne Hathaway
Προτίμηση: Δεν έχω δει
Helen Hunt, θεωρώ πως η καλύτερη των πέντε ήταν η Sally Field (Lincoln) και επικροτώ την επιβράβευση της συγκρατημένης ερμηνείας της Jacki Weaver.
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι;  Κακή χρονιά για γυναικείες ερμηνείες στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού.
Α.Π.

Πρόβλεψη:
Anne Hathaway
Προτίμηση:
Helen Hunt
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Amy Adams, Jacki Weaver
Μα καλά πού είναι;  Nicole Kidman
Μ.Ρ.


Πρωτότυπο Σενάριο

Πρόβλεψη: Django Unchained
Προτίμηση:
Amour
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Δυστυχώς, προβλέπω ότι ο πράκτορας της CIA, Mark Boal, θα κερδίσει το αγαλματάκι. Η Αμερική πρέπει να τιμάει τους Αισώπους της.
Προτίμηση:
Quentin Tarantino
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Flight. Μάλλον δεν είχαμε να βρούμε πέμπτο...
Μα καλά πού είναι; To Rome With Love
Α.Π.

Πρόβλεψη: Zero Dark Thirty
Προτίμηση:
Django Unchained
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Seven Psychopaths, Looper
Μ.Ρ.



Διασκευασμένο Σενάριο

Πρόβλεψη: Αrgo
Προτίμηση: Linkoln
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Προβλέπω Argo, αλλά μια νίκη εδώ του Lincoln δεν αποκλείεται - κι αν έρθει, μάλλον θα προειδοποιήσει ότι η ταινία του Spielberg πάει για πολλά βραβεία.
Προτίμηση:
Life of Pi
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Silver Linings Playbook και Beasts of the Southern Wild. Το να εκβιάζεις το χαμόγελο και το δάκρυ δε θα έπρεπε να θεωρείται καλό σενάριο...
Μα καλά πού είναι; Cosmopolis. Αλλά είπαμε...
Α.Π.

Πρόβλεψη: Argo
Προτίμηση
: Beasts of the Southern Wild
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;

Μα
καλά πού είναι; Perks of being a Wallflower
Μ.Ρ.


Καλύτερη Φωτογραφία


Πρόβλεψη: Life of Pi
Προτίμηση
: Life of Pi
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι;
Tρομερή παράλειψη η απουσία του The Master.
Γ.Μ.

Πρόβλεψη:
Life of Pi, με το Lincoln να απειλεί.
Προτίμηση
: Για λόγους μακροχρόνιας δικαίωσης, θα ήθελε ο
Roger Deakins (Skyfall).
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Seamus McGarvey.
Μα καλά πού είναι; Ακόμα γελάω με την απουσία του
The Master, η καλύτερη φωτογραφία στο αμερικάνικο σινεμά εδώ και πολλά πολλά χρόνια.
Α.Π.

Πρόβλεψη: Life of Pi
Προτίμηση:
Skyfall
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι;
Beasts of the Southern Wild, Moonrise Kingdom, The Master
Μ.Ρ.



Καλύτερο Μοντάζ

Πρόβλεψη: Argo
Προτίμηση:
Argo
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Argo
Προτίμηση: Μοιράστε το σε
Life of Pi κι Argo.
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
Τώρα είχε κάτι άλλο πέρα από ένα απλό διεκπεραιωτικό μοντάζ το
Silver Linings;
Μα καλά πού είναι; The Master
Α.Π.

Πρόβλεψη:
Argo
Προτίμηση:
Argo
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Skyfall, Cloud Atlas
Μ.Ρ.


Καλλιτεχνική Διεύθυνση

Πρόβλεψη: Linkoln
Προτίμηση: Life of Pi
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Lincoln
Προτίμηση:
Life of Pi
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Django Unchained
Α.Π.

Πρόβλεψη: Life of Pi
Προτίμηση: Anna Karenina
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Moonrise Kingdom, Cloud Atlas
Μ.Ρ.



Καλύτερη Ξενόγλωσση Ταινία


Πρόβλεψη: Amour
Προτίμηση: Amour (με δεύτερο το εξαιρετικό No).
Γ.Μ.

Πρόβλεψη: Amour (αλλά αν χάσει, σημαίνει ότι ο Haneke πάει για κάτι μεγαλύτερο)
Προτίμηση:
Amour
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Beyond the Hills, Holy Motors, Barbara, Cesare Deve Morire, Pieta και η λίστα είναι ατελείωτη.
Α.Π.

Πρόβλεψη: Amour
Προτίμηση:
No
Μα καλά πώς έφτασε εδώ;
-
Μα καλά πού είναι; Holy Motors
Μ.Ρ.

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

David Wark Griffith - Σημείωμα αντί επιλόγου


Το να δεχτούμε πως ο κινηματογράφος δε θα ήταν σήμερα ίδιος χωρίς την παρουσία του D.W. Griffith και της ογκώδους φιλμογραφίας του, είναι ένας ισχυρισμός απόλυτα βάσιμος μέσα στη υποθετική του φύση. Άλλωστε, ο Eisenstein παραδέχτηκε πως ο Αμερικανός σκηνοθέτης ήταν εκείνος που έδειξε, όχι μόνο τι είναι το σινεμά, αλλά - κυρίως -  τι μπορεί να γίνει. Ωστόσο, ο σύγχρονος θεατής δύσκολα θα αφιερώσει την ώρα του σε φιλμ με σημασία μόνο ιστορική. Κι αν το συγκεκριμένο αφιέρωμα ασχολήθηκε σε μεγάλο βαθμό αναλύοντας τις τεχνικές καινοτομίες του Griffith, είναι προτιμότερο να κλείσει με μια διακήρυξη αυτονομίας του γκριφιθικού σινεμά, η οποία με τη σειρά της (ευελπιστώ ότι) προσφέρει απλόχερα λόγους στο ευρύ κοινό να ασχοληθεί με τις ταινίες αυτές, ανεξάρτητα από την όποια θέση τους στην κινηματογραφική ιστορία.

Σε αντίθεση με σκηνοθέτες που υπακούν σε μια αντίληψη περισσότερο "μαθηματική" (κατεξοχήν παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι ο Fritz Lang, ειδικά στις βωβές δημιουργίες του), ο Griffith υιοθετεί μια λογική λογοτεχνική. Όλες οι πτυχές της σκηνοθεσίας του υπακούν σε μια έξωθεν επιβαλλόμενη ιστορία, χωρισμένη σε πράξεις, που απλώνεται (ή θα προτιμούσε καταφανώς να απλώνεται, μιλώντας για τα μικρού μήκους φιλμ) σε έναν μεγάλο καμβά. Ταυτόχρονα, όμως, στις ταινίες του συναντάμε έναν επίμονο περιορισμό "τόπων": οι αφηγήσεις αρκούνται σε ελάχιστα διαφορετικά ντεκόρ. Αν περιοριστούμε στα χρόνια της Biograph, διαπιστώνουμε ότι πολλές φορές ένας χώρος προ-φιλμικός αντιστοιχούσε σε δύο ή περισσότερους τόπους διεγετικούς (δηλαδή εντός της μυθοπλασίας). Προφανώς, οι οικονομικοί λόγοι είχαν προεξέχοντα ρόλο σε αυτήν την πρακτική - δεν υπήρχαν πολλές επιλογές ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους ενός στούντιο  και τις τέσσερις μέρες που διαρκούσαν, το μέγιστο, τα γυρίσματα. Ωστόσο, αν σταθούμε εκεί, χάνουμε την ευκαιρία να "διαβάσουμε" αυτή τη χωρική φτώχεια ως ένα κατεξοχήν δείγμα του μεταφορικού εγκλεισμού, στοιχείο βασικό στις ταινίες του Griffith. Όλα λαμβάνουν χώρα, λες κι ένας τόπος αρκεί για να χωρέσει όλες τις ιστορίες (μυθοπλασίες) του κόσμου. Η σκηνοθεσία του Griffith, με την κυριολεκτική έννοια του όρου ως mise en scène, αποκτά έτσι την μεταφορική αξία του αρχέτυπου.

Υπό αυτήν την οπτική, οι ταινίες του δεν αποτελούν πρόδρομο του κλασικού χολιγουντιανού κινηματογράφου της "συνέχειας", όπου λαμβάνεται ενδελεχής φροντίδα ώστε κάθε αντικείμενο προ-φιλμικό να παρουσιάζεται ως μοναδικό (ως αληθινό). Αντιθέτως, είναι βαθύτατα αντινατουραλιστικές, δίνοντας έτσι τον πρώτο λόγο στο ντεκόρ - κι όχι στους ήρωες καθαυτούς. Μπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα πλέον, για την αντίληψη εκείνη του Griffith ως προς το εκπαιδευτικό, διδακτικό χαρακτήρα του έργου του (και του κινηματογράφου γενικά), σαφώς εγγύτερου, παραδείγματος χάριν, στους Μύθους του Αισώπου, παρά στο σινεμά βεριτέ που θα εγκαθιδρυθεί τα επόμενα χρόνια ως βασική στιλιστική αρχή (ακόμα και στον πρωτίστως ψυχαγωγικό κινηματογράφο του Hollywood). Ταυτόχρονα, γίνεται περαιτέρω κατανοητή και η συσχέτιση του γκριφιθικού σινεμά με το θέατρο (εξίσου αντι-ρεαλιστικό υπό αυτήν τη σκοπιά) υποβοηθούμενη από το μετωπικό καδράρισμα από το οποίο ελάχιστα απομακρύνθηκε σε όλη του τη φιλμογραφία ο Αμερικανός δημιουργός.

 Ωστόσο, η λογοτεχνία ήταν ένας σταθμός, κι όχι ο προορισμός για το σινεμά του Griffith και μία ανέκδοτη ιστορία από τα γυρίσματα του Enoch Arden (1911) έρχεται να το αποδείξει. Μοντάροντας το πλάνο της γυναίκας που περιμένει στην παραλία την επιστροφή του άντρα της, δίπλα-δίπλα με το πλάνο του ήρωα που ναυαγούσε σε ένα έρημο νησί, οι τεχνικοί τον πέρασαν για τρελό. Θεωρούσαν αδιανόητο η αφήγηση να πηδάει από τον ένα χώρο στον άλλο, κρίνοντας βέβαιο πως οι θεατές θα χαθούν. Η απάντηση του σκηνοθέτη ήταν αφοπλιστική: "μα αυτό δεν κάνει και ο Ντίκενς;". Μόνο που, συνειδητά ή ασυνείδητα, ο Griffith υπερβαίνει τον Ντίκενς: εκ φύσεως, η σύνδεση δύο ετερογενών χώρων είναι απείρως ευκολότερη στο χαρτί από την εικόνα, και μάλιστα την κινούμενη. Το τρικ που χρησιμοποίησε στη συγκεκριμένη σκηνή του Enoch Arden αναλύεται, αφενός στη διεύθυνση του βλέμματος του ηθοποιού (ο οποίος κατευθύνει το αντίστοιχο βλέμμα του θεατή) κι αφετέρου, στην εξαιρετικά υπολογισμένη ομοιότητα σε σύνθεση και περιεχόμενο των δύο συνεχόμενων πλάνων. Έτσι, ο Griffith εφευρίσκει αφενός τη λογική βάση για τη χρήση του παράλληλου μοντάζ, αφετέρου την κλασική πλέον έννοια του ρακόρ, όπως διασώζεται μέχρι σήμερα στο σινεμά: η ομογενοποίηση δύο ριζικά ετερογενών προφιλμικά χώρων, επίτευγμα ξεκάθαρα κινηματογραφικό. Ένα από τα δεκάδες που φέρουν τη διάσημη πλέον σφραγίδα DG ως υπογραφή.



"A film without a message is just a waste of time." - David Wark Griffith 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Πέμπτη, 21 Φεβρουαρίου 2013

ABRAHAM LINCOLN (1930), του D.W. Griffith


Για έναν πρωτοπόρο, οραματιστή καλλιτέχνη, αλλά και για μια τρομερά εγωπαθή προσωπικότητα, όπως ακριβώς σχηματίζεται η εικόνα του
D.W. Griffith από όλα τα διαθέσιμα σε μας ντοκουμέντα, η αναπόφευκτη υποχώρηση από τις πρώτες γραμμές της κινηματογραφικής σκηνής υπήρξε μια εμπειρία ανυπόφορη. Η κατάσταση χειροτέρευε από τις δυσκολίες της προσωπικής ζωής (ο γάμος του με την Arvidson έμοιαζε τελειωμένος εδώ και χρόνια, την ώρα που η ερωτική του σχέση με τη Dempster είχε άδοξο τέλος) και η επιτυχία της Lillian Gish υπό την καθοδήγηση του Victor Sjöstrom ήταν η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι. Ο εθισμός στο αλκοόλ άρχισε να έχει τις πρώτες αρνητικές επιπτώσεις στην επαγγελματική καριέρα του Griffith, βυθίζοντας τον πάλαι ποτέ θρύλο του σινεμά σε μονοπάτια ερεβώδη. Εν έτη 1929, εμφανίστηκε μια απρόσμενη χαραμάδα ελπίδας, όταν ο Joseph Schenck, διευθυντής πλέον της United Artists, ανέθεσε στον Αμερικανό σκηνοθέτη το πιο σημαντικό έως τότε σχέδιο της εταιρείας, τη δημιουργία μιας ομιλούσας ταινίας με θέμα τη ζωή και το έργο του Abraham Lincoln. Η ευκαιρία ήταν διπλή: αφενός η επιστροφή στα γνώριμα εδάφη του The Birth of a Nation προσέφερε τη δυνατότητα για ένα μυθικό comeback, αφετέρου ο Griffith θα γινόταν ο σκηνοθέτης που θα γύριζε το πρώτο μεγάλο ιστορικό έπος του ομιλούντος κινηματογράφου.

Η φράση "personally directed by D.W. Griffith" στους τίτλους αρχής, πέρα από στρατηγική μάρκετινγκ, μαρτυρούσε τον ενθουσιασμό του δημιουργού, οι καρποί του οποίου γίνονται εμφανείς από το εντυπωσιακό ξεκίνημα του φιλμ: η ιστορία της γέννησης του Lincoln απηχεί την ατμόσφαιρα ενός βικτωριανού μυθιστορήματος, βουτηγμένη μέσα σε φωτισμούς και σκηνικά εξπρεσιονιστικών καταβολών. Η κίνηση της κάμερας είναι εντυπωσιακή, έστω κι αν πρόκειται για τεχνική πρόοδο στην οποία ο Griffith, αυτή τη φορά, ήρθε εκ των υστέρων. Ωστόσο, οι πρώτες εντυπώσεις γρήγορα διαψεύδονται. Η σκηνοθεσία αποδεικνύεται άνευρη, οι απόπειρες για αγγίγματα ποιητικά καταλήγουν υπερβολικά μελοδραματικές, η ερμηνεία του ακριβοθώρητου Walter Huston στον πρωταγωνιστικό ρόλο δε βοηθάει καθόλου το τελικό αποτέλεσμα και οι τεράστιες χρονικές ελλείψεις (που κρίθηκαν αναγκαίες για να καλυφθεί ολόκληρη η ζωή του Lincoln) εκτελούνται με εμφανώς αδέξιο τρόπο, μετατρέποντας το φιλμ - τουλάχιστον μέχρι το σημείο της έναρξης του εμφυλίου - σε μια άτακτη παράταξη σκηνών. Η εμφάνιση του John Wilkes Booth στην ιστορία είναι αχρείαστα πρόωρη, δείγμα αφηγηματικής ανασφάλειας, ενώ η σκηνή της δολοφονίας, παρά το κάποιο σασπένς που γεννά, ωχριά μπροστά σε εκείνη που γύρισε ο ίδιος σκηνοθέτης δεκαπέντε χρόνια πριν για τη Γέννηση ενός Έθνους.

Ασφαλώς και το Abraham Lincoln δε στερείται αρετών. Η σκηνή που ο ήρωας μας βρίσκεται εν μέσω μιας νυχτερινής θύελλας, με τη φύση να συμπάσχει στο πένθος του, θυμίζει κάτι από το μεγαλείο του Way Down East. Ο Griffith διασκεδάζει καταφανώς παρουσιάζοντας, για μία ακόμα φορά, μικρές λεπτομέρειες της ζωής μιας μεγάλης προσωπικότητας. Ο Lincoln εμφανίζεται ως ένας άντρας πιστός στον πρώτο του έρωτα και καταδικασμένος να φέρει πάντα μαζί του αυτό το τραύμα. Παρουσιάζεται ως ένας άνθρωπος απλός, ταπεινός, αγαπημένο τέκνο του λαού, κατά βάση αμόρφωτος και σίγουρα άπειρος πολιτικά, αλλά με υψηλό αίσθημα ευθύνης κι αγνά πατριωτικά αισθήματα. Πάνω από όλα, όμως, ήταν ένας αφοσιωμένος οικογενειάρχης - στοιχείο που τον συνδέει με το σύνολο των ηρώων του γκριφιθικού έργου. Αμέτρητες ήταν οι φορές που ο βασικός χαρακτήρας σε φιλμ του Griffith καλούταν να επιλέξει ανάμεσα στα δύο πρωταρχικά του καθήκοντα, στην οικογένεια και στην πατρίδα, αλλά στο Abraham Lincoln αυτό μετατρέπεται σε βασικό μοτίβο. Υπάρχουν δύο στιγμές που ο γιος του Lincoln έρχεται να τον διακόψει ενώ βρίσκεται σε σημαντική συνάντηση, την πρώτη φορά όταν δέχεται την πρόταση να ηγηθεί του ρεπουμπλικανικού κόμματος στις εκλογές, τη δεύτερη εν μέσω του εμφυλίου, φέρνοντας και μια κωμική ανακούφιση με όρους φιλμικούς. Το πλέον αξιομνημόνευτο περιστατικό, ωστόσο, λαμβάνει χώρα τη στιγμή που ο Πρόεδρος δίνει το χρίσμα στον στρατηγό Γκραντ, ενημερώνοντάς τον ότι δε θα υπάρξει καμία παρέμβαση στο έργο του, για να διακοπεί ο λόγος του, σε εκείνο ακριβώς το σημείο, από την είσοδο της γυναίκας του που ήθελε να ζητήσει την απόλυση ορισμένων υπηρετών... Το πατριωτικό, ενωτικό μήνυμα περνάει μέσα από την ευγενή απεικόνιση του Στρατηγού Λη, ενώ η γνώριμη φιγούρα του Henry B. Walthall, στο ρόλο του Συνταγματάρχη Marshall, φέρει μαζί της τη συγκινητική αύρα μιας χρυσής εποχής για το σινεμά του Griffith.

Είναι γεγονός πως το τελικό αποτέλεσμα ήταν επιεικώς μέτριο και, σήμερα, το Abraham Lincoln μοιάζει πολύ πιο γερασμένο ακόμα κι από τις μικρού μήκους ταινίες που ο σκηνοθέτης γύριζε στη Biograph είκοσι χρόνια νωρίτερα. Ωστόσο, οι κριτικοί της εποχής είχαν άλλη άποψη, γράφοντας διθυράμβους κι επαινώντας την επιστροφή του μεγάλου μαέστρου της έβδομης τέχνης. Δυστυχώς, δεν έπεισαν το κοινό που καταδίκασε το φιλμ σε μια παταγώδη εμπορική αποτυχία, με συνέπεια τη λήξη του συμβολαίου του Griffith με τη United Artists. Σε μια απέλπιδα προσπάθεια ανάκαμψης, εκείνος θα γυρίσει την επόμενη χρονιά τη δεύτερη ομιλούσα ταινία του, μια ανεξάρτητη παραγωγή με τίτλο The Struggle, που έμελλε να είναι η τελευταία προσθήκη σε μια φιλμογραφία λαμπρή. Η σκηνοθετική καριέρα του Griffith τελείωνε οριστικά, ενώ εκείνος ήταν μόλις 56 ετών. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

ISN'T LIFE WONDERFUL (1924), του D.W. Griffith


Μετά την αποτυχία του
America, η οικονομική κατάσταση του Griffith ήταν σε οριακό επίπεδο. Μάλιστα, ο Αμερικανός σκηνοθέτης άρχισε να εξετάζει στα σοβαρά το ενδεχόμενο να μεταναστεύσει στην Ιταλία και να συνεχίσει να δημιουργεί υπό τη χορηγία του καθεστώτος Μουσολίνι, που ως γνωστόν ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την κινηματογραφική παραγωγή, σε μια εποχή που μόλις είχε αρχίσει να επιβεβαιώνεται ο ρόλος του σινεμά ως όπλο προπαγάνδας. Κι αν τελικά δεν πραγματοποίησε ποτέ αυτό το τολμηρό βήμα, ο Griffith πέρασε πολλούς μήνες στις αρχές του 1924 σε διάφορες ευρωπαϊκές χώρες. Ένας από τους σταθμούς του ήταν και η Γερμανία, όπου και ξεκίνησε την παραγωγή ενός μικρού σε κόστος φιλμ, που τελικά κατέληξε να είναι η τελευταία καλλιτεχνική επιτυχία του. Το Isn't Life Wonderful παρακολουθεί την καθημερινότητα μιας οικογένειας Πολωνών προσφύγων στο μεταπολεμικό Βερολίνο που μαστίζεται από τη φτώχεια. Παρά το συχνά χιουμοριστικό του ύφος και την αφελή διακήρυξη πίστης προς την παντοδύναμη αγάπη, ο τίτλος της ταινίας ηχεί ειρωνικά αντιστικτικός με το περιεχόμενό της. Στα πρώτα κιόλας λεπτά, οι σκηνές με τους εξαθλιωμένους πρόσφυγες απηχούν τη δυναμική ενός ντοκουμέντου, καταγράφοντας με ωμή ειλικρίνεια την τραγική κατάσταση της εποχής στην καρδιά της γηραιάς ηπείρου.  Αν κι ο χαμηλός προϋπολογισμός γίνεται συχνά εμφανής, ο Griffith ένιωθε περήφανος για τα γυρίσματα σε αληθινούς χώρους στη Γερμανία, προτάσσοντας μάλιστα αυτή την πληροφορία στους τίτλους της αρχής. Όμως, πέρα από αυτές τις ιστορικής φύσεως αρετές, το Isn't Life Wonderful είναι από πολλές απόψεις μια επιστροφή στις λιγότερο φιλόδοξες μέρες του σκηνοθέτη στη Biograph. Η αφήγηση μοιάζει διεκπεραιωτική, πάντα στην υπηρεσία του σεναρίου, χωρίς καμία διάθεση για τεχνικές καινοτομίες.  Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι του America, Neil Hamilton και Carol Dempster, επανέρχεται, πείθοντας περισσότερο αυτή τη φορά με τις ερμηνείες του, χωρίς όμως να αγγίζει τα επίπεδα του διδύμου Gish και Harron (ή, ακόμα περισσότερα, των Gish και Barthelmess).

Η νέα οικονομική αποτυχία σήμανε την οριστική καταστροφή του Griffith: το στούντιό του εξαγοράστηκε, η οικονομική του ανεξαρτησία χάθηκε μια και καλή, και στα αμέσως επόμενα χρόνια θα συνεχίσει να εργάζεται ως υπάλληλος του Adolph Zukor και της Famous Players Company. Η παραγωγή του σε αριθμούς παρέμεινε πληθωρική(εφτά ταινίες σε πέντε χρόνια), αλλά οι μέρες που ο Griffith ήταν παγκοσμίως το πρώτο όνομα στο σινεμά είχαν περάσει πλέον ανεπιστρεπτί: Erich Von Stroheim, F.W. Murnau, Carl Theodor Dreyer, Fritz Lang και Sergei Eisenstein, ανάμεσα σε άλλους, θα άφηναν έτη φωτός πίσω τους τον παλιομοδίτη πλέον, πάλαι ποτέ πρωτοπόρο Αμερικανό σκηνοθέτη. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

AMERICA (1924), του D.W. Griffith


Με τα οικονομικά προβλήματα να πιέζουν αφόρητα, οι σύμβουλοι του
Griffith τον καθοδήγησαν να διαδεχτεί το μεγαλεπήβολο Orphans of the Storm με μια σειρά από μικρότερα σε φιλοδοξίες φιλμ. Εκείνος ακολούθησε τις εισηγήσεις και παρέδωσε τα One Exciting Night (1922) και The White Rose (1923). Ειδικά το δεύτερο, ολοκληρώθηκε σε κόστος χαμηλότερο του προβλεπόμενου κι αν ο Griffith συνέχιζε στο ίδιο πλαίσιο, δεν αποκλείεται να γλίτωνε σύντομα από τα πιεστικά χρέη του. Κάτι τέτοιο, όμως, θα πήγαινε ενάντια στο χαρακτήρα ενός οραματιστή καλλιτέχνη που αρεσκόταν όσο τίποτα άλλο να μεταφέρει στο πανί τις larger than life ιδέες του. Έτσι, το 1924 έμελλε να ξεκινήσει τα γυρίσματα εκείνου του φιλμ που θα έμενε στην ιστορία ως το τελευταίο βωβό έπος του σπουδαίου αυτού σκηνοθέτη. Το America πραγματεύεται την αμερικανική επανάσταση και την περίφημη Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας. Ακολουθώντας μια συνταγή ολότελα προσωπική, ο Griffith κινείται από το ειδικό στο γενικό, από τις μικρές ιστορίες των ηρώων του στη μεγάλη Ιστορία, υπηρετώντας ένα σινεμά διδακτικό, βγαλμένο θαρρείς μέσα από σχολικά βιβλία Ιστορίας, ταυτόχρονα όμως στρατευμένο σε σημείο προπαγάνδας.

Στο επίκεντρο της πλοκής βρίσκεται η ερωτική ιστορία ανάμεσα στον Nathan Holden (Neil Hamilton), αγωνιστή της επανάστασης, και τη Nancy Montague (Carol Dempster), κόρη ενός επιφανούς πολιτικού που συνέχιζε να εκφράζει πίστη και υπακοή στην "μητέρα" Αγγλία. Η ρομαντική σχέση τους αποκτάει μπουρλέσκ διαστάσεις με αγγίγματα σαιξπηρικής έμπνευσης. Είναι δυστύχημα, όμως, που η Dempster δεν έχει ούτε ίχνος της τσαχπινιάς και του screen magic της Lillian Gish. Δεν είναι λίγες οι φορές που η νέα μούσα του Griffith μοιάζει να βρίσκεται εκτός τόπου και χρόνου, κάνοντας τις συγκρίσεις αναπόφευκτες, πάντα σε βάρος του America. Ωστόσο, η ταινία παραμένει ένα εντυπωσιακό υπερθέαμα με τη - γνωστή στο γκριφιθικό σινεμά - ροπή προς το μελόδραμα, χωρίς να λείπει πάλι και η καυστική ειρωνεία (εδώ απέναντι στους Loyalists, δηλαδή τους "βασιλικούς"). Η εικονογράφηση των κακουχιών των στρατιωτών αποκτά διαστάσεις ντοκουμέντου, ωστόσο αυτή τη φορά ο Griffith φαίνεται να χάνεται μέσα στο πληθωρικό υλικό του και δεν είναι τυχαίο που βασικοί χαρακτήρες παραμερίζονται χωρίς λόγο για πολλά λεπτά. Παράλληλα, ο μανιχαϊσμός της ιστορίας είναι τόσο έντονος που οι "κακοί" της  υπόθεσης καταντούν αδιάφορες καρικατούρες. 

Σε στιλιστικό επίπεδο, τα establishing shots ανάγονται πλέον σε απαράβατο κανόνα για την αφηγηματική μετάβαση σε άλλο διεγετικό χώρο, ενώ το μοντάζ της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης μπαίνει σιγά-σιγά στον αυτόματο πιλότο. Μετά το γενικό πλάνο που εγκαθιδρύει τις θέσεις των ηθοποιών μπροστά από το ντεκόρ, ακολουθεί η εναλλαγή σαν-κοντρσαν, που στήνονται με την αμόρσα του ηθοποιού που ακούει - άλλη μια καθυστερημένη μεν, σημαντική δε διαφυγή από το καταραμένο μετωπικό καδράρισμα του πρώιμου κινηματογράφου. Η δεξιοτεχνία του Griffith θα αποκαλυφθεί, σε όλο το ευρηματικό της μεγαλείο, λίγο πριν το κλείσιμο της πρώτης ώρας: η έφιππη καταδίωξη εικονογραφείται άλλοτε με εντυπωσιακά τράβελινγκ (παράλληλα και προς τα πίσω), άλλοτε με την κάμερα καρφωμένη στο έδαφος, δημιουργώντας κάδρα αρχετυπικά του κατεξοχήν αμερικανικού genre, του γουέστερν. Ακόμα, υπάρχει και μια απροσδόκητη χρήση slow motion, φρέσκια προσθήκη στο φορμαλιστικό οπλοστάσιο του πρωτοπόρου σκηνοθέτη.

Στο America συναντάμε πολλά από χαρακτηριστικά μοτίβα της φιλμογραφίας του Griffith: το ζήτημα των οικογενειακών σχέσεων, το ηθικό δίλημμα που καλείται να αντιμετωπίσει ο ήρωας (ανάμεσα στη γυναίκα που αγαπά και την πατρίδα που υπηρετεί), ακόμα και οι φιλόδοξες σκηνές μάχης. Το πιο ενδιαφέρον στοιχείο, όμως, είναι η απόλαυση που αντλεί ο σκηνοθέτης να εικονογραφεί μικρές, καθημερινές, ιδιοσυγκρασιακές λεπτομέρειες της ζωής μεγάλων προσωπικοτήτων. Εδώ πρόκειται για τον George Washington, στο Orphans of the Storm ήταν ο Ροβεσπιέρος και στο The Birth of a Nation ο Lincoln. Τέλος, η κλιμάκωση του φινάλε μαρτυρά μια τεχνική απαράμιλλη και γεννά στο θεατή το αίσθημα ότι παρακολουθεί επί της οθόνης το τέλος του κόσμου - και τη γέννηση ενός καινούριου (οι συγκρίσεις με το κλείσιμο του σκορσεζικού Gangs of New York δίνουν αφορμή για απολαυστικές συζητήσεις). Πρόκειται για ένα συλλογικό ride to rescue για την, κυριολεκτική αυτή τη φορά, γέννηση ενός έθνους. Ωστόσο, το America ήταν μια ηχηρή εμπορική αποτυχία, σφραγίζοντας το τέλος μιας εποχής για τον ίδιο τον Griffith αλλά και για ολόκληρο το αμερικάνικο σινεμά. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δευτέρα, 18 Φεβρουαρίου 2013

ORPHANS OF THE STORM (1921), του D.W. Griffith


Μετά την ανεπανάληπτη επιτυχία του
Way Down East, ο Griffith αποφάσισε να στραφεί προς άλλο ένα πετυχημένο θεατρικό στο οποίο είχε εμφανιστεί κι ο ίδιος ως νεαρός ηθοποιός. Το Two Orphans (που στη φιλμική του εκδοχή μετονομάστηκε σε Orphans of the Storm) αφηγείται την μελοδραματική ιστορία δύο αδελφών, της Henriette και της Louise, στο Παρίσι που φλέγεται από τη Γαλλική επανάσταση. Το σχήμα της πλοκής είναι εξαιρετικά απλό: η Louise είναι τυφλή και η αδελφή της αναλαμβάνει να τη συνοδέψει στην πόλη προκειμένου να θεραπευτεί, αλλά εν μέσω ταραχών οι δρόμοι τους θα χωριστούν, για να ενωθούν ξανά στο λυτρωτικό φινάλε, σε μία ακόμα "διάσωση της τελευταίας στιγμής". Είναι πραγματική απόλαυση να παρακολουθείς την αρχοντική άνεση με την οποία ο Griffith διαπλέκει την μικρή ανθρώπινη ιστορία των δύο κοριτσιών με την μεγάλη Ιστορία που παρασέρνει τα πάντα στο πέρασμά της. Άλλωστε, ήδη από την εποχή του The Birth of a Nation, ο πρωτοπόρος σκηνοθέτης είχε επισημάνει τον εκπαιδευτικό ρόλο που κατά τη γνώμη του μπορούσε κι όφειλε ο κινηματογράφος να επιτελέσει για τις επόμενες γενιές (άποψη που διατηρεί σήμερα ακέραιο το ενδιαφέρον της και, με εξαίρεση τις απόπειρες του Rossellini από τη δεκαετία του ΄60 και μετά, παραμένει εν πολλοίς μια περιοχή αχαρτογράφητη για τη θεωρία και την πρακτική).

Οι εισαγωγικοί υπέρτιτλοι και τα πρώτα λεπτά του φιλμ θυμίζουν, πραγματικά, ένα σχολικό μάθημα Ιστορίας. Οι διάφορες χαρακτηρολογικές αποδόσεις (όπως η περιγραφή του Danton ως ο Abraham Lincoln της Γαλλίας σε μία από τις κάρτες) είναι χαρακτηριστικές της πρόθεσης του Griffith να "διδάξει" στο, αμερικανικό πρωτίστως, κοινό. Ταυτόχρονα, όμως, μαρτυρούν τη διάθεσή του να πάρει μια ξεκάθαρη θέση ως προς τα δρώμενα, αποκαλύπτοντας μια από τις πρώτες γνήσιες περιπτώσεις πολιτικού κινηματογράφου. Η απεικόνιση των φτωχών στρωμάτων του Παριζιάνικου πληθυσμού μοιάζει με διαδοχή από δυναμικά φρέσκο και σε αυτά ακριβώς τα πλάνα, το φιλμ ψηλαφεί τα όρια του ιστορικού ρεαλισμού. Ο Griffith αναλαμβάνει το ρόλο του εκπροσώπου των κοινωνικά αδύναμων, όπως δώδεκα χρόνια πριν στο θεσπέσιο A Corner in Wheat. Η σκηνή με την άμαξα του αδιάφορου αριστοκράτη που πατάει το φτωχό παιδάκι την ώρα που ζητιανεύει, αποσβολώνει το θεατή με τη σκληρότητά της.

Η ιστορία του Orphans of the Storm απλώνεται σε έναν επικό καμβά, με πληθώρα χαρακτήρων κι αξιοθαύμαστα ντεκόρ. Η αριστοτεχνική σύζευξη του ατομικού με το συλλογικό επιτυγχάνεται όχι μόνο με τη χρήση του παράλληλου μοντάζ, αλλά κυρίως χάρη σε εκείνη την παραγνωρισμένη ικανότητα του Griffith να επιλέγει τις κατάλληλες σκηνές, την κατάλληλη στιγμή και να τις σκηνοθετεί στο ρυθμό που τις αρμόζει. Η ειρωνεία στις σεκάνς που εικονογραφούντα τα λούσα της άρχουσας τάξης στα ανάκτορα είναι οξεία, ενώ οι σκηνές της επανάστασης δίνονται με καταπληκτική ένταση από έναν auteur, έμπειρο πλέον στην απεικόνιση του εξεγερμένου πλήθους. Βέβαια, ο Griffith βρίσκει εξίσου αποκρουστική και την αναρχία που επακολουθεί και που απλώνεται στους δρόμους της πόλης, παρουσιάζοντάς την με γλαφυρά αποκρουστικό τρόπο μέσω της σκηνής του χορού που έχει στήσει ο λαός στα σοκάκια, σεκάνς που αγγίζει τα όρια του μπουρλέσκ. Ωστόσο, η κλιμάκωση στο δικαστήριο είναι αριστουργηματική, όπως και η διάσωση της Henriette από τη γκιλοτίνα - το μοτίβο αυτό μπορεί να είναι πολλάκις χρησιμοποιημένο στο παρελθόν από τον Griffith, εδώ όμως είναι πιο αποτελεσματικό από ποτέ στο να σηκώνει το θεατή από τη θέση του. Η Lillian Gish δίνει μία ακόμα συγκλονιστική ερμηνεία, έχοντας στο πλάι της αυτή τη φορά την αδερφή της, Dorothy, στον πιο σημαντικό κι απαιτητικό ρόλο της καριέρας της (αυτόν της τυφλής Louise). Η στιγμή που η Henriette αναγνωρίζει τη φωνή της αδερφής της είναι εκπληκτικής δυναμικής και δικαίως θεωρείται μια από τις κλασικότερες σκηνές του γκριφιθικού έργου.

Αν και το τελικό αποτέλεσμα ήταν πάλι υψηλοτάτου επιπέδου, το Orphans of the Storm δε σημείωσε την εμπορική επιτυχία του Way Down East, και ο Griffith μόνο αγγίζοντας τέτοια νούμερα θα μπορούσε να έχει ελπίδες για μια μακρόχρονη πορεία υπό την αιγίδα της United Artists. Το πιο σκληρό χτύπημα, ωστόσο, ήρθε από την απόφαση της Lillian Gish να μη ξαναδουλέψει ποτέ με το σκηνοθέτη που την ανέδειξε, πικραμένη καθώς ήταν από την ολοένα κι αυξανόμενη προτίμηση του τελευταίου στην Carol Dempster. Ο ίδιος ο Griffith θα θυμόταν στα τελευταία χρόνια της ζωής του, πως "όλα τέλειωσαν, όταν με παράτησε η δεσποινίς Gish". 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή, 17 Φεβρουαρίου 2013

WAY DOWN EAST (1920), του D.W. Griffith


Το 1920 ξεκίνησε με τους χειρότερους οιωνούς για τον
Griffith που βρέθηκε μπροστά σε αλλεπάλληλες δοκιμασίες. Η απόφασή του να αγοράσει μια μεγάλη έκταση στο Long Island για να χτίσει το δικό του στούντιο αποτέλεσε το πρώτο μεγάλο επενδυτικό του σφάλμα, εξαιτίας του οποίου κανένα από τα επόμενα φιλμ του δε θα του επέφερε πραγματικό οικονομικό κέρδος. Την άνοιξη εκείνης χρονιάς, μάλιστα, βρέθηκε ένα βήμα προ της χρεωκοπίας μετά την εμπορική και καλλιτεχνική αποτυχία του φιλόδοξου Romance, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό του Edward Sheldon, που σημείωνε τεράστια επιτυχία την ίδια περίοδο στο Λονδίνο, αναγκάζοντας τον Griffith να πληρώσει μία περιουσία για να αποκτήσει τα δικαιώματά του (αξίζει να αναφερθεί πως νεότεροι μελετητές υποστηρίζουν ότι το φιλμ σκηνοθέτησε κατά πάσα πιθανότητα ο Chet Withey, συνεργάτης του Griffith στη United Artists). Όταν λίγους μήνες αργότερα θα έδινε πάλι ένα τεράστιο ποσό για να εξασφαλίσει την κινηματογραφική μεταφορά ενός άλλου θεατρικού, του Way Down East, οι συνεργάτες και οι κοντινοί του άνθρωποι πίστεψαν ότι είχε χάσει για τα καλά το μυαλό του. Μάλιστα, επρόκειτο για ένα έργο που ήταν διάσημο πριν μια εικοσαετία, στα τέλη του 19ου αιώνα, όταν κι ο Griffith ξεκινούσε τη δική του θεατρική καριέρα. Ωστόσο, το ένστικτο του μεγάλου αυτού σκηνοθέτη δε θα λάθευε για δεύτερη συνεχή φορά. Το τελικό αποτέλεσμα όχι απλά θα δικαίωνε την επιλογή του και θα του προσέφερε μια σημαντική οικονομική ανάσα, αλλά θα χάριζε επίσης στον κινηματογράφο ένα από τα ομορφότερα φιλμ της ιστορίας του.

Ωστόσο, η διαδρομή ήταν πάλι στρωμένη με αγκάθια. Το πλέον σοκαριστικό χτύπημα ήρθε από την είδηση του θανάτου της Clarine Seymour, σε ηλικία 21 μόλις ετών, κατά τη διάρκεια μιας εγχείρησης ρουτίνας, κι ενώ τα γυρίσματα του φιλμ είχαν ξεκινήσει και η ηθοποιός θα κρατούσε ένα βασικό ρόλο. Η ατμόσφαιρα ανάμεσα στους συνεργάτες του Griffith ήταν βαριά, γεγονός που συνέβαλε αναμφισβήτητα στο σκληρό ύφος του Way Down East. Σημείο συνάντησης ανάμεσα στις μικρές ανθρώπινες ιστορίες, σαν το Broken Blossoms, και τα μεγαλεπήβολα έπη τύπου The Birth of a Nation, το φιλμ αφηγείται την ιστορία της φτωχής Anna Moore, που μετά από παρότρυνση της ηλικιωμένης μητέρας της, πηγαίνει στους συγγενείς τους στην πόλη για να ζητήσει οικονομική βοήθεια. Εκεί θα ερωτευτεί έναν bon viveur που, αφού θα την αφήσει έγκυο, θα την εγκαταλείψει. Μέσα σε λίγους μήνες, το νεογέννητο θα αφήσει την τελευταία του πνοή (η συγκεκριμένη υποπλοκή φέρνει αναπόφευκτα στο νου το The Mothering Heart του 1913, άλλη μια σπουδαία ερμηνεία της Gish υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του Griffith). Προσπαθώντας να ορθοποδήσει, η Anna θα εργαστεί ως υπηρέτρια στο φιλόξενο σπιτικό της οικογένειας Bartlett, αλλά κάθε πιθανότητα ευτυχίας θα ζει στη σκιά του παρελθόντος της - το οποίο δε θα αργήσει να εμφανιστεί ξανά.

Το Way Down East διακρίνεται για τη μοντέρνα γραφή του και τις συχνές αλλαγές ύφους από το τραχύ δράμα ως τη ρομαντική κομεντί. Αν και η χριστιανική ανατροφή του Griffith δε θα επέτρεπε ακρότητες, στο φιλμ διακρίνεται μια υπόγεια ειρωνεία απέναντι στην αρτηριοσκληρωτική θρησκοληψία, όπως επίσης κι ένα διακριτικά φεμινιστικό πνεύμα που στιγματίζει τη συντηρητική κοινωνία της εποχής. Μπορεί η αφήγηση να κυριαρχείται από ένα σχηματικό ντετερμινισμό, ωστόσο τα άσχημα παιχνίδια που η μοίρα επιφυλάσσει στην Anna, δίνονται μέσα από σκηνές μεγάλης δυναμικής. Η Lillian Gish καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα εκφραστικότητας, από την ευάλωτη αφέλεια των πρώτων λεπτών ως την παραιτημένη μελαγχολία του δεύτερου μισού, δίνοντας την τρίτη μεγάλη ερμηνεία της καριέρας της (μαζί με τα The Mothering Heart και Broken Blossoms). Υπόδειγμα καλλιτεχνικής αφοσίωσης και επαγγελματισμού, θα παραμείνει με τις ώρες ξαπλωμένη σε πάγους για χάρη του φιλόδοξου φινάλε που οραματίστηκε ο Griffith, κληρονομώντας κάποια προβλήματα υγείας που θα τη συνοδέψουν μέχρι το τέλος της ζωής της. Ταυτόχρονα, ο Richard Barthelmess αποδεικνύεται ως ο ιδανικός παρτενέρ της, καθότι πιο στιβαρός από τον εύθραυστο Robert Harron.

Παρέα με το σταθερό συνεργάτη του στη φωτογραφία, Billy Bitzer, ο Griffith συλλαμβάνει εδώ μερικά από τα ομορφότερα κάδρα της καριέρας του. Τα establishing shots προτάσσονται σε κάθε αλλαγή τοποθεσίας, επιβεβαιώνοντας μία ακόμα ανακάλυψη του σκηνοθέτη προκειμένου να καταστήσει πιο ευανάγνωστη τη δαιδαλώδη γραφή του. Η αλλαγή του χρόνου δίνεται με κόλπα της mise en scène και εύστοχη χρήση αντικειμένων του ντεκόρ, ενώ οι ονειρικές σκηνές της ταινίας μοιάζουν πρόδρομος της κινηματογραφικής avant-garde που θα εμφανιστεί την επόμενη δεκαετία. Σιγά-σιγά, εμφανίζονται και τα πρώτα στοιχεία του κανόνα των 180 μοιρών (βασικό εργαλείο για ένα μοντάζ συνεχές και διαφανές), ενώ τα εντυπωσιακά εσωτερικά σκηνικά του αριστοκρατικού σπιτιού των Tremont δίνουν την ευκαιρία στον Griffith να εφεύρει τρόπους διαφυγής από το υπερβολικά θεατρικό, μετωπικό καδράρισμα που εξακολουθεί εν έτη 1920 να χαρακτηρίζει το σινεμά του. Αυτό παραμένει κυρίαρχο και στο Way Down East, αλλά ουκ ολίγες φορές η "γραμμή της δράσης" θα εδραιωθεί σε διαγώνιες προοπτικές του χώρου, γεννώντας γωνίες λήψης πλευρικές.

Το φινάλε της ταινίας παραμένει ένα από τα διασημότερα στα κινηματογραφικά χρονικά. Οι πολλαπλές κλιμακώσεις μαρτυρούν μιαν εξαιρετική σκηνοθετική αντίληψη και μια ιδιαίτερη ποιητική ευαισθησία, αρκετά πριν τον Murnau. Ο Pudovkin θα δήλωνε πως αυτή η σεκάνς ήταν το μεγαλύτερο επίτευγμα του αμερικάνικου κινηματογράφου, ενώ είναι σχεδόν σίγουρο ότι ο Eisenstein επηρεάστηκε από αυτή στο μετέπειτα σκηνοθετικό του έργο. Το Way Down East αποδείχθηκε η μεγαλύτερη κριτική κι εμπορική επιτυχία που απόλαυσε ποτέ του ο Griffith. Ωστόσο, η δομή της United Artists και η κατάσταση στην κινηματογραφική βιομηχανία της εποχής, δεν άφηνε καμία ελπίδα για ουσιαστικά κέρδη στους δημιουργούς του φιλμ. Το μεγαλύτερο πλήγμα, όμως, επρόκειτο να έρθει την παραμονή της πρεμιέρας της ταινίας. Ο Robert Harron, αγαπημένος φίλος, βοηθός και ηθοποιός του Griffith εδώ και μία δεκαετία, αποβίωσε στη νεαρή ηλικία των 27 ετών, από άγνωστα μέχρι σήμερα αίτια. Ανεπιβεβαίωτες φήμες κάνουν λόγο για αυτοκτονία, περιγράφοντας έναν Harron εξαιρετικά πληγωμένο που για δεύτερο φιλόδοξο φιλμ, μετά το Broken Blossoms, ο αγαπημένος του σκηνοθέτης θα προτιμούσε να τον αντικαταστήσει με τον Barthelmess. Όπως θα δήλωνε ο Billy Bitzer, μετά από αυτό το τραγικό γεγονός, η ατμόσφαιρα στην ομάδα του Griffith δε θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.  

                

Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2013

THE GREATEST QUESTION (1919), του D.W. Griffith


Το
The Greatest Question αποτελεί το "δίδυμο" αδελφάκι του True Heart Susie, αμφότερα γυρισμένα την ίδια χρονιά: βουκολικό ρομαντικό δράμα με το δίδυμο Lillian Gish και Robert Harron στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, ένα γλυκό λαϊκό παραμύθι που αίρει την καταγωγή του από τις φολκλόρ παραδόσεις του αμερικανικού νότου. Ωστόσο, σε αντίθεση με τον απλά συντηρητικό προκάτοχό του, το συγκεκριμένο φιλμ αγγίζει τα όρια του αντιδραστικού, απηχώντας έναν μικρό ύμνο στο δίπτυχο καπιταλισμός-θρησκεία, κώδικας τιμής για την Αμερική των αρχών του 20ου αιώνα και απόρροια μιας ιδεολογικής αφέλειας, ή έστω αδιαφορίας, από μεριάς Griffith. Όσο όμως κι αν φαίνεται παράδοξο κάτι τέτοιο, η αφοπλιστική ειλικρίνεια του σκηνοθέτη αναφορικά με τις προθέσεις του, καθιστά την προβολή του The Greatest Question μια ευχάριστη κι ανάλαφρη εμπειρία. Οι διάφορες εμμονές του δηλώνουν κι εδώ το παρόν, όπως η οικογένεια που αποσυντίθεται (βλ. σκηνή αποχαιρετισμού του μεγάλου γιου), το οιδιπόδειο ανάμεσα στην μητέρα και τον John, αλλά κι ο πανταχού παρών θάνατος. Ο τελευταίος αποτελεί σταθερό μοτίβο της ταινίας, δίνοντας μερικές εντυπωσιακές σκηνές, όπως το επεισόδιο με το φάντασμα στο νεκροταφείο. Ορισμένα "μικρά" τεχνικά σημεία του φιλμ, μαρτυρούν την άνεση που η εμπειρία έχει προσφέρει στο Griffith: το εναρκτήριο πλάνο είναι ένα επιδέξιο πανοραμικό που μας εισάγει στον τόπο του δράματος, ενώ το μικρό εισαγωγικό σκετς με την ηρωίδα σε μικρή ηλικία και την επακόλουθη μεγάλη αφηγηματική έλλειψη έως το διεγετικό "τώρα", συνιστά μια τακτική που επανέρχεται μέχρι σήμερα στο αμερικάνικο σινεμά και τους μιμητές του. Επίσης, οι διάφορες μεταφυσικές σκηνές, όπως το προαίσθημα της μάνας για το θάνατο του γιου της (ο οποίος παρουσιάζεται σε μια σεκάνς εξαιρετικού σασπένς), γεμίζουν από τρικ και παιχνίδια με τις φωτοσκιάσεις, που μετατρέπουν τον Griffith σε πρόδρομο μεταγενέστερων, στιλιστικών ρευμάτων. Δυστυχώς, ακόμα και για τους κώδικες της εποχής εκείνης, το μελοδραματικό ύφος και οι χριστιανικές αναφορές του The Greatest Question είναι τραβηγμένες από τα μαλλιά, αλλά το βλέμμα της δεσποινίδος Gish είναι εκεί για να αποζημιώσει όσους πιστούς θεατές προσέλθουν.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

SCARLET DAYS (1919), του D.W. Griffith


Έχοντας προχωρήσει στο άκρως παρακινδυνευμένο - από επενδυτικής σκοπιάς - βήμα της δημιουργίας μιας ανεξάρτητης κινηματογραφικής εταιρείας, της
United Artists, τα τέσσερα ιδρυτικά μέλη (Griffith, Pickford, Fairbanks και Chaplin) βρέθηκαν ευθύς εξαρχής μπροστά στην υποχρέωση να γυρίζουν όσο το δυνατόν περισσότερες ταινίες μπορούσαν το χρόνο. Αυτός ήταν κι ο μοναδικός τρόπος με τον οποίο το εγχείρημά τους θα είχε ελπίδες επιβίωσης, απέναντι σε εταιρείες με στρατιές ολόκληρες σκηνοθετών. Στο πλαίσιο αυτής της ανάγκης, ο Griffith γύρισε και κυκλοφόρησε στα τέλη του 1919, μέσα σε λίγες μέρες, δύο φιλμ, τα Scarlet Days και The Greatest Question. Αμφότερα αφήνουν την εντύπωση της βιαστικής διεκπεραίωσης, αν κι ο λόγος της αποτυχίας τους διαφέρει για το καθένα από αυτά. Το πρώτο είναι ένα νοσταλγικό γουέστερν, που σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί προχειροδουλειά, κάτι που άλλωστε θα ήταν εξορισμού παράδοξο για έναν έμπειρο σκηνοθέτη σε απόλυτο πλέον έλεγχο των δημιουργικών του ενστίκτων. Ωστόσο, το σενάριο είναι υπερβολικά φορτωμένο για τα 76 λεπτά της ταινίας και για μια ολοκληρωμένη ανάπτυξη όλων των υποπλοκών και των χαρακτήρων, θα χρειαζόταν ένας επικός καμβάς ανάλογος της Γέννησης ενός Έθνους. Ακόμα κι έτσι, όμως, υπάρχουν αρκετές ευρηματικές σεκάνς, όπως ο τρόπος που η Lady Fair μαθαίνει την αλήθεια για την μητέρα της, όπως επίσης και κάποιες δυνατές ερμηνείες από κλασικούς συνεργάτες του Griffith, όπως ο Richard Barthelmess και η Clarine Seymour. Το Scarlet Days ήταν ένα από τα πρώτα φιλμ που αρχίζουν να εγκαθιδρύουν  την Carole Dempster ως τη νέα μούσα του σκηνοθέτη, παραμερίζοντας τη Lillian Gish, η σπιρτάδα της οποίας είναι φανερό ότι λείπει εδώ περισσότερο από ποτέ. Αξίζει να αναφερθεί πως το έργο θεωρούταν για πολλά χρόνια χαμένο, εωσότου μια κόπια του βρέθηκε στη ...Ρωσία τη δεκαετία του 70!

Αχιλλέας Παπακωνσταντής 

Παρασκευή, 15 Φεβρουαρίου 2013

BROKEN BLOSSOMS (1919), του D.W. Griffith


Παρά την τεράστια σημασία των
The Birth of a Nation και Intolerance στην εξέλιξη και την ιστορία της κινηματογραφικής τέχνης, ο ίδιος ο Griffith, φτάνοντας στην ώρα του απολογισμού, διάλεξε ως την κορυφαία στιγμή της καριέρας του το Broken Blossoms. Σε αυτό το μικρής εμβέλειας και φιλοδοξίας μελόδραμα, ο σπουδαίος Αμερικανός σκηνοθέτης κατάφερε να προσεγγίσει τους στόχους μιας ολόκληρης ζωής, αγγίζοντας την ανθρώπινη αλήθεια πίσω από την ιδέα της ομορφιάς. Ο χαρακτήρας της Lucy, μέσα από τη συνταρακτική ερμηνεία της Lillian Gish, παραμένει μία από τις συγκινητικότερες φιγούρες της μεγάλης οθόνης, ενώ είναι η πρώτη φορά που ένας φτωχός, απλός αντιήρωας αποκτά ένα τόσο σημαντικό δραματικό ρόλο σε φιλμ (βρισκόμαστε δυο χρόνια πριν το Χαμίνι του Chaplin). Οι τελευταίες στιγμές της, λίγο πριν τον άδικο θάνατό της, με την εύθραυστη χειρονομία-χαμόγελο, έμπνευση της ίδιας της Gish, ματώνουν την καρδιά ακόμα και του πιο σκληρού θεατή, χωρίς το πέρασμα του χρόνου να προσθέτει ρυτίδες.

Είναι γεγονός πως το Broken Blossoms είναι ένα απροκάλυπτο μελόδραμα με ουκ ολίγα χονδροειδή σχήματα (όχι τόσο το βάναυσο πατέρα της Lucy, που λίγα χαρακτηρολογικά στοιχεία ή ακόμα και το ίδιο το ντεκόρ δίνουν κάποιο υπόβαθρο στη συμπεριφορά του, όσο κάποιοι άλλοι παντελώς μονοδιάστατοι χαρακτήρες, όπως ο The Spying One ή ο The Evil Eye). Ωστόσο, αφενός ο Griffith καταφανώς ομολογεί μέσω της σκηνοθεσίας του αυτόν  το χαρακτήρα του δημιουργήματός του (δίνοντας ονόματα όπως τα προαναφερθέντα ή το κλασικό The Yellow Man για τον Κινέζο ήρωα, επιλογές που ξεκαθαρίζουν πως πρόκειται για "τύπους" παρά για δραματοποιημένα ανθρώπινα πρόσωπα), αφετέρου, η τρυφερότητα και η αφοσίωση με την οποία προσεγγίζουν το έργο τους ο σκηνοθέτης και οι ηθοποιοί, αναδεικνύουν τον πανανθρώπινο πυρήνα μιας απλής, τραγικής ιστορίας. Άλλωστε, η αντιπαραβολή του σαφέστατα αντιρατσιστικού μηνύματος του Broken Blossoms με την ιδεολογία του The Birth of a Nation έχει πραγματικά μεγάλο ενδιαφέρον και σίγουρα βάζει μεγάλα εμπόδια σε όσους θα προσπαθήσουν να σχηματοποιήσουν την πορεία του έργου και της σκέψης του Griffith. Επιπλέον, το φιλμ είναι ανοιχτό σε ψυχαναλυτικές ερμηνείες (το οιδιπόδειο ανάμεσα σε πατέρα και κόρη), εξαιρετικά μοντέρνες για το 1919.

Σε τεχνικό επίπεδο, η αφήγηση του σκηνοθέτη έχει κάνει άλματα προόδου από την εποχή του Intolerance, κι ας έχουμε να κάνουμε εδώ με έναν καμβά σαφώς μικρότερο. Τα ρακόρ στον άξονα είναι πλέον ο κανόνας κι όχι η εξαίρεση, το ίδιο και η εναλλαγή των σαν-κοντρσαν, ειδικά σε σκηνές διαλόγου. Όπως δείχνει το τελευταίο αυτό στοιχείο, στο Broken Blossoms δηλώνουν το παρόν οι βασικές συμβάσεις αυτού που θα εξελιχθεί ως η κλασική χολιγουντιανή αφήγηση της συνέχειας και της διαφάνειας. Το πολλάκις χρησιμοποιημένο από την εποχή της Biograph παράλληλο μοντάζ παύει να αποτελεί έξωθεν επιβαλλόμενη σύμβαση κι εντάσσεται αρμονικά στην ιστορία που μοιάζει να παρουσιάζεται από μόνη της. Ταυτόχρονα, ο Griffith προχωράει σε έντονες στιλιστικές παρεμβάσεις, όπως η απειλητική σκιά του πατέρα που διαγράφεται στον τοίχο όταν χτυπάει τη Lucy ή η μυστηριώδης ομίχλη που έχει απλωθεί στα σοκάκια της πόλης στις τελευταίες σκηνές, αμφότερα στοιχεία που θα μπορούσαν να θεωρηθούν πρόδρομοι του εξπρεσιονισμού. Μάλιστα, πίστεψε τόσο πολύ στην ταινία του που, όταν τα αφεντικά του στη θυγατρική της Paramount εξέφρασαν την έντονη δυσαρέσκειά τους για το τελικό αποτέλεσμα, εκείνος αγόρασε την ταινία με τα δικά του λεφτά και την κυκλοφόρησε υπό την αιγίδα της δικής του, νεοσύστατης εταιρείας, United Artists (με συνιδρυτές την Mary Pickford, τον Douglas Fairbanks και τον Charlie Chaplin). Η πρωτοβουλία του, φυσικά, δικαιώθηκε, με το Broken Blossoms να σημειώνει τεράστια καλλιτεχνική κι εμπορική επιτυχία.  

Αχιλλέας Παπακωνσταντής