Κυριακή, 24 Απριλίου 2016

L'important c'est d'aimer (1975), του Andrzej Zulawski


Σημείο εκκίνησης : μια τυχαία (;) συνάντηση ανάμεσα σε μια νεαρή ηθοποιό κι έναν μοναχικό φωτογράφο. Εκείνη αναγκάζεται για λόγος βιοπορισμού να σπαταλά το ταλέντο της σε ευτελείς παραγωγές. Εκείνος βρίσκεται μπλεγμένος, λόγω χρεών, στα σκοτεινά κυκλώματα της πορνοβιομηχανίας. Μια ανεξήγητη εμμονή εγκαθίσταται από το πρώτο κιόλας βλέμμα, κάπου ανάμεσα στον πόθο που καθυστερεί αέναα την εκπλήρωσή του και την άγαπη που αδυνατεί να πιστέψει τον πρόωρο εαυτό της. Θα σχηματίσουν ένα άσπονδο ζευγάρι για το οποίο η καθημερινή θλίψη συνιστά σημείο τομής. Ως αναπάντεχος συνδετικός κρίκος, ο σύζυγος εκείνης: ένας έκπτωτος, φεγγαροχτυπημένος πιερότος, μια νευρωτική και θορυβώδης ύπαρξη που ξεγελά επιτυχώς το θεατή, κρατώντας τη βαθιά του μελαγχολία κρυφή μέχρι το τραγικό φινάλε.

Στη βάση μιας τυπικής τριγωνικής ιστορίας με εμφανείς αναφορές στη γκονταρική Περιφρόνηση (τις οποίες φυσικά ενισχύει η εξαιρετική μουσική του Georges Delerue), ο Zulawski θα συνθέσει μια φιλμική όπερα γεμάτη οργή και πόνο, μια μοντέρνα τραγωδία για την ακατάβλητη αδυναμία μας να ευτυχήσουμε. Λάτρης της μπαρόκ υπερβολής, θα δοκιμάσει εδώ – όπως κανείς άλλος πριν ή μετά αυτόν – τα όρια της δραματουργικής αποστασιοποίησης διαγράφοντας μονομιάς τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο θέαμα και την αληθινή ζωή. Χαμένος σε ένα λαβύρινθο μακάβριο μα ταυτόχρονα οικείο, ο θεατής γίνεται μάρτυρας της σύγκρουσης ανάμεσα στα εκκωφαντικά χρώματα του ντεκόρ, αποχρώσεις του πορφυρού που τονίζουν τον επίπεδο, «κατασκευασμένο» χαρακτήρα του φιλμικού σύμπαντος, και τη μανιασμένη, υστερική κάμερα που άλλοτε με σπασμωδικές κινήσεις στο χέρι κι άλλοτε με απότομα ζουμ, προσπαθεί εναγωνίως να επαναφέρει το βάθος και τον όγκο σε έναν κόσμο που προσομοιάζει πλέον απειλητικά με κινηματογραφικό πανί. Το σχήμα κύκλου που ρίχνει τη σκιά του στην αφήγηση δεν αφήνει περιθώρια για παρερμηνείες : είμαστε όλοι ηθοποιοί σε μια ζωή χτισμένη πάνω σε επαναλήψεις. Σαν το σύζυγο της Nadine που από σωτήρας της κατέληξε παλιάτσος, αν ο ρόλος που ντυθήκαμε δεν μας «γεμίζει» πια, ο θάνατος είναι η μόνη μας έξοδος από τη σκηνή. Και, φυσικά, η εξωφιλμική μας γνώση για τον πρόωρο χαμό της συνταρακτικής Romy Schneider, της σπουδαιότερης Γαλλίδας ηθοποιού στην ιστορία του κινηματογράφου, προσδίδει μια ανατριχιαστική αυθεντικότητα στα επί της οθόνης δρώμενα.

Σε αυτόν το γραφικό καμβά που, γεμάτος βία, θα φέρει αναπόδραστα στο νου τους πίνακες ενός Francis Bacon, κάποιοι θα διαβάζουν μία σπουδή πάνω στην υστερία ή/και την κατάθλιψη. Ακόμα παραπέρα, όμως, το συγκλονιστικό φιλμ του Zulawski στοχάζεται πάνω στην απόγνωση και το απόλυτο κενό στο οποίο μας οδήγησε ο πολυτραγουδισμένος κι «ένδοξος» δυτικός πολιτισμός. Όταν η ζωή χωρίς ιδέες γίνεται κανόνας (Badiou), η βασανιστική αναζήτηση (ενός κάποιου) ρόλου είναι το τίμημα που θα κληθούμε να πληρώσουμε. Ο κόσμος μετατρέπεται σε θέαμα ασύνδετο κι ο σκηνοθέτης του βροντερά απών. Οι ηθοποιοί μένουμε πια μόνοι. Και για μας, το σημαντικό είναι να αγαπάμε – διότι η αγάπη, οδυνηρή κι αμείλικτη, στέκει ως η τελευταία υπόσχεση ελευθερίας που μας έχει απομείνει.

- Il n'y a personne, personne au monde que j'aime plus que toi, personne... Tu sais, il faut pas me laisser seule... Il faut pas... Je peux pas rester seule... T'es où? Ici? Où? Je sais pas où tu es...  Je peux te donner beaucoup beaucoup beaucoup encore, tout... Mais je peux pas sentir que la vie est ailleurs... Je peux pas...
- Je pourrais tout faire pour toi... Tout... Tout sauf...
- Sauf quoi?
- ...vivre

Αχιλλέας Παπακωνσταντής


Πέμπτη, 21 Απριλίου 2016

'Night


When you are old and grey and full of sleep,
And nodding by the fire, take down this book,
And slowly read, and dream of the soft look
Your eyes had once, and of their shadows deep;

How many loved your moments of glad grace, 

And loved your beauty with love false or true,
But one man loved the pilgrim soul in you,
And loved the sorrows of your changing face;

And bending down beside the glowing bars,

Murmur, a little sadly, how Love fled
And paced upon the mountains overhead
And hid his face amid a crowd of stars




Δευτέρα, 18 Απριλίου 2016

A la recherche du temps de l'innocence

The Innocents (Jack Clayton, 1961)






We lay my love and I
beneath a weeping willow,
but now alone I lie
and weep beside the tree

Singing O Willow Waly by the tree that weeps with me,
singing O Willow Waly 'til my lover returns to me

We lay my love and I
beneath a weeping willow,
but now alone I lie
Oh Willow I die
Oh Willow I die...





Τετάρτη, 13 Απριλίου 2016

We still got a dance...

Παρασκευή, 8 Απριλίου 2016

I knew these people

Παρασκευή, 1 Απριλίου 2016

Dreams



Had I the heaven's embroiderd cloths,
Enwrought with golden and silver light,
The blue and the dim and the dark cloths,
Of night and light and the half-light ;
I would spread the cloths under your feet.
But I, being poor, have only my dreams ;
I have spread my dreams under your feet.
Tread softly because you tread on my dreams.