Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 80's. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα 80's. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 10 Νοεμβρίου 2011

LE DERNIER METRO (1980), του Francois Truffaut

Το 1973, στη διάρκεια μιας αμερικάνικης νύχτας, ο Francois Truffaut ξεγύμνωσε με τη διεισδυτική του κάμερα τη διαδικασία της κινηματογραφικής δημιουργίας. Εφτά χρόνια αργότερα έστρεψε το βλέμμα του στο θέατρο. Με τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο να περικυκλώνει ασφυκτικά το θίασό του, στο Τελευταίο Μετρό βρίσκει την ευκαιρία για να μιλήσει για τη δύναμη της τέχνης, την ανάγκη για δημιουργική έκφραση, το ζωογόνο καλλιτεχνικό ένστικτο. Όταν η Ιστορία παραλογίζεται (πώς αλλιώς να περιγράψει κανείς την κατάσταση στην Ευρώπη το πρώτο μισό της δεκαετίας του '40;), ένας ασφαλής τρόπος επιβίωσης είναι να αντιμετωπίζεις τη ζωή ως θέαμα και τανάπαλιν. Με άλλα λόγια, να υιοθετήσεις τον τρόπο του σκέπτεσθαι και του πράττειν των θεατρίνων, για τους οποίους τα όρια ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μύθο, την αλήθεια και το ψέμα, είναι όχι απλώς λεπτά αλλά επικαλυπτόμενα. Το αστείο με το οποίο ο γυναικάς Bernard του Depardieu προσεγγίζει τα θηράματά του είναι πέρα για πέρα εύγλωττο: "βλέπω σε σένα δύο γυναίκες...".

Όλοι οι χαρακτήρες στο φιλμ έχουν ένα πρόσωπο φανερό, που προβάλλουν ως τον αληθινό τους εαυτό και προτάσσουν στο σανίδι, κι ένα κρυφό, σε απόσταση ασφαλείας από τους προβολείς. Ο Bernard είναι για τον πολύ κόσμο το ανερχόμενο αστέρι της υποκριτικής, πίσω από τα φώτα όμως συμμετέχει ενεργά στην ένοπλη αντίσταση. Ο Jean-Loup είναι προσεκτικά διακριτικός με την ομοφυλοφιλία του, όπως άλλωστε και η Arlette. Το μεγαλύτερο μυστικό, ωστόσο, το κρατά η Marion, στο απομονωμένο κελάρι του θεάτρου της Μονμάρτρης όπου κι εκτυλίσσεται το (μελό)δραμα. Εκεί βρίσκεται κρυμμένος (και αποκλεισμένος) ο σύζυγός της, ο περίφημος Εβραίος σκηνοθέτης Lucas Steiner, αυθεντικός καθοδηγητής του θιάσου, αφήνοντας όλους να πιστεύουν ότι έχει εγκαταλείψει τη χώρα. Έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον να εντοπίσει κανείς πως ένας - ένας οι ήρωες χρησιμοποιούν την πραγματική τους ζωή ως πηγή έμπνευσης για την τέχνη τους, καθώς δεν είναι λίγες οι φορές που αυτούσιες εκφράσεις και χειρονομίες από τον κρυφό τους εαυτό, παρουσιάζονται στη συνέχεια μπροστά στο κοινό. Προχωρώντας παραπέρα, αξίζει να σημειωθεί πως ο ίδιος ο Truffaut άντλησε υλικό για βινιέτες αλλά και για ολόκληρη την ατμόσφαιρα του φιλμ από προσωπικές του αναμνήσεις από την περίοδο της κατοχής.

Λίγο πριν τους τίτλους τέλους γίνεται πλέον ξεκάθαρο ότι το Τελευταίο Μετρό δεν είναι παρά η εξομολόγηση ενός δημιουργού για το διχασμό (του) ανάμεσα στην πραγματικότητα και το μύθο, σωτήριος σε κάθε εποχή - πόσω μάλλον εν καιρώ πολέμου. Δεν είναι τυχαίο ότι η ερωτική ιστορία ανάμεσα στην Marion και τον Bernard, που υπό άλλες συνθήκες θα κέρδιζε κεντρική θέση στη διήγηση του Truffaut, παρουσιάζεται ολοκληρωτικά μόνο στα τελευταία λεπτά και, με μία ευφυέστατη επιλογή, φορά το κουστούμι της θεατρικής παράστασης κάτω από το οποίο όλα επιτρέπονται. Σε ένα πρώτο επίπεδο, το φιλμ δεν είναι παρά μια ρομαντική απεικόνιση της καθημερινότητας στο κατεχόμενο Παρίσι, με τον αφηγητή Truffaut εμφανώς κουρασμένο και - σε σημεία ενοχλητικά - επίπεδο. Ωστόσο, η ταινία σάρωσε τα βραβεία Σεζάρ, έφτασε στα Όσκαρ κι αποτέλεσε την μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία στην καριέρα του σκηνοθέτη. Μεγάλο μερίδιο αναμφισβήτητα ανήκει τόσο στον Nestor Almendros, ο ρετρό φωτισμός του οποίου πλημμυρίζει το πρόσωπο της Deneuve με μία λάμψη νοσταλγική, όσο και στην ίδια τη Γαλλίδα σταρ, καθώς η ψυχρή έλξη που γεννά το βλέμμα της ταίριαξε γάντι στο οξύμωρο σινεμά του Truffaut της "θερμής αποστασιοποίησης", ακόμα και σε μία από τις λιγότερο καλές στιγμές του.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Κυριακή 12 Σεπτεμβρίου 2010

BAD TIMING (1980), του Nicolas Roeg


Σύμφωνα με τον Στρίντμπεργκ, δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από έναν άντρα και μια γυναίκα που μισούν ο ένας τον άλλον. ‘Η που αγαπούν ο ένας τον άλλον, θα μπορούσε εύστοχα να προσθέσει κάποιος. Στην διαλεκτική του έρωτα, η τιμιότερη όλων καθότι αδυνατεί να κρυφτεί (αλίμονο στους απέχοντες από την αναζήτηση του άλλου), τα όρια των αισθημάτων είναι επικαλυπτόμενα. Αγαπώ όσα μου δείχνει ο άλλος ότι είναι, όσα μου δίνει και όσα δεν μου στερεί σημαίνει ότι μισώ όσα μου δείχνει ότι δεν είναι, όσα δεν μου δίνει και όσα μου στερεί. Αν όμως εκείνος υποπέσει στο «παράπτωμα» να περάσει από την πλευρά όσων μισώ, γεγονός αναπόφευκτο στη δυναμική ροή της καθημερινότητας, μοιραία θα γίνει ο ίδιος αντικείμενο τους μίσους μου. Φυσικά, δεν είναι απαραίτητο αυτό να γίνει αντιληπτό τόσο ξεκάθαρα, στην πραγματικότητα πολύ σπάνια κάποιος αναγνωρίζει ότι εκείνον που αγαπά, μπορεί ταυτόχρονα (ή σχεδόν ταυτόχρονα) να τον μισεί. Άλλωστε, τις περισσότερες φορές άλλα νιώθουμε, άλλα νομίζουμε ότι νιώθουμε και τελείως άλλα πράττουμε. Τελικά, το μυστικό της επι(/υ)τυχίας δεν κρύβεται σε μεταφυσικές υπεκφυγές περί χημείας και μοίρας δυο ανθρώπων να ζουν μαζί. Βρίσκεται, σχεδόν αποκλειστικά, στο σωστό συγχρονισμό. Με τα λόγια του Tony Leung στο 2046, δεν ωφελεί να γνωρίσεις τον κατάλληλο λίγο πριν ή λίγο μετά.

Με την παραπάνω ρήση δεν μπορεί παρά να συμφωνεί ο Nicolas Roeg και ξεκαθαρίζει από τον τίτλο κιόλας της ταινίας του ότι θα ασχοληθεί ακριβώς με αυτήν την περίπτωση του «λίγο πριν» ή «λίγο μετά» που καταδικάζει έναν έρωτα από τη γέννησή του. Τη στιγμή που γνωρίζονται ο Alex και η Milena, και για όλον τον καιρό που θα περιπλανηθούν στις διαδρομές της ανυπέρβλητης έλξης τους, ο συγχρωτισμός τους παρουσιάζεται προβληματικός. Εκείνος έχει ανάγκη από μία πηγή αισθηματικής σταθερότητας, απαραίτητη προϋπόθεση της οποίας είναι η πλήρης κατανόηση του άλλου. Εκείνη αδυνατεί να λειτουργήσει σε συνθήκες (όποιας) δέσμευσης. Ο Alex χρειάζεται τη γνώση του παρελθόντος και τη χαρτογράφηση του μέλλοντος. Η Milena ζει μόνο για το εδώ και τώρα, για την κάθε στιγμή ξεχωριστά. Κατοικούν διαφορετικούς χρόνους και παρά τις απεγνωσμένες τους προσπάθειες, οι γέφυρες έχουν καταστραφεί πριν καν χτιστούν. Βλέπετε, φυσικά και υπάρχει αγάπη, έρωτας και πόθος, σε βαθμό που ελάχιστες φορές έχουμε συναντήσει στο κινηματογραφικό πανί. Αλλά λίγη σημασία έχουν, καθώς λυγίζουν από την αδυναμία συνύπαρξης κάτω από μία κοινή χρονική στέγη. Το φιλμ ενώ έχει σκοπό να αποκρυπτογραφήσει τη σχέση του ζευγαριού με έναν αποστασιοποιημένο τρόπο, τουτέστιν κατατετμημένα και χωρίς χρονολογική σειρά (θυμίζοντας το Petulia όπου ο Roeg διετέλεσε διευθυντής φωτογραφίας), ποτίζεται ωστόσο από την παθιασμένη σχέση του, όπως ακριβώς οι μνήμες πλημμυρίζουν από εκείνα τα θέλω που αρνούνται να πεθάνουν. Ο φακός ερωτεύεται την Theresa Russell και η αφήγηση συμπονά τον απεγνωσμένα ερωτευμένο και αβοήθητα μπερδεμένο Art Garfunkel. Έτσι, η μελέτη των μηχανισμών επιβολής και επιβίωσης που συντρέχουν στην ερωτική συνύπαρξη (σύγκρουση) των δύο φύλων θα χρειαζόταν ένα δεύτερο «εργαλείο» για να εκπληρώσει τους στόχους της. Αυτό ήταν τελικά η προσθήκη ενός τρίτου χαρακτήρα, εντός των δρώμενων ερευνητή, του επιθεωρητή Netusil.

Ερμηνευμένος μεφιστοφελικά από έναν (άνευ προηγουμένου ορεξάτο) Harvey Keitel, αντικαθιστά σε ένα πρώτο επίπεδο το βλέμμα του θεατή που θέλει να διεισδύσει όσο το δυνατόν πιο βαθιά στο μυστήριο της σχέσης του πρωταγωνιστικού ζευγαριού - και τελικά κάθε σχέσης. Όπως όμως και εκείνος νιώθει σταδιακά να ταυτίζεται με τους ήρωες, έτσι και ο Netusil (το εύστοχα ειρωνικό όνομα σημαίνει «εκείνος που δε γνωρίζει» στα τσέχικα) θα βυθιστεί σε τέτοιο βαθμό στην έρευνα που στο φινάλε θα καταλήξει το άλλο μισό του Alex. Παίζοντας ιδιοφυώς με την ιδέα του doppelganger, ο Roeg θα βάλει τους Garfunkel και Keitel να κινούνται και να ντύνονται με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, θολώνοντας τα όρια ανάμεσά τους. Όταν όλα είναι σχετικά, πώς μπορείς να κατανοήσεις τον άλλον ή ακόμα και τον ίδιο σου τον εαυτό; Δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι το Bad Timing, μια ταινία που συλλαμβάνει έξοχα το πεδίο μάχης των ανθρώπινων σχέσεων, άμα την έξοδό του χαρακτηρίστηκε ως ένα «άρρωστο φιλμ φτιαγμένο από αρρώστους και απευθυνόμενο σε αρρώστους». Κοινώς, σε όποιον δεν αρέσει ό,τι αντικρίζει στον καθρέφτη, καλά θα κάνει να τον αποφεύγει. Οι υπόλοιποι θα συναντήσουν μία (κινηματογραφική και όχι μόνο) εμπειρία που δε θα ξεχάσουν ποτέ. Με τα λόγια του Tom Waits, ένα άλλο τραγούδι του οποίου συνοδεύει τους τίτλους της αρχής, «you better get down on the floor, don’t you know this is war»…

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

LE RAYON VERT (1986), του Eric Rohmer


Η πράσινη ακτίνα (rayon vert) είναι ένα σπάνιο οπτικό φαινόμενο που λαμβάνει χώρα είτε λίγο πριν την ανατολή του ηλίου είτε λίγο μετά τη δύση του. Μια πράσινη λάμψη γίνεται για λίγες στιγμές ορατή πάνω από τον ηλιακό δίσκο, μόνο όμως κάτω από κατάλληλες καιρικές συνθήκες. Το ομότιτλο μυθιστόρημα του Ιουλίου Βερν βασίζεται στο λαϊκό μύθο σύμφωνα με τον οποίο εκείνος που θα αντικρίσει την πράσινη ακτίνα θα αποκτήσει αμέσως την πολυπόθητη αυτογνωσία. Εξαιρετική αφορμή για τον σπουδαίο Rohmer προκειμένου να συναντήσει την Delphine και να στηρίξει πάνω της το πέμπτο μέρος της σειράς «Κωμωδίες και Παροιμίες». Δηλαδή πάνω στην εξαιρετική Marie Rivière (με την οποία και ξεκίνησε αυτή τη σειρά των δημιουργιών με το La Femme de l’ Aviateur), η οποία εδώ εμφανίζεται και ως συν-σεναριογράφος. Στην πραγματικότητα το φιλμ αποτελείται από μια σειρά αυτοσχεδιασμών που δεδομένης της έντονα διαλογικής φύσης των έργων του Γάλλου σκηνοθέτη εντυπωσιάζουν με την αποτελεσματική τους εκτέλεση.

Η Delphine βρίσκεται στο άλλο άκρο της Pauline με το παιχνιδιάρικο ύφος που θέλει γρήγορα να τα μάθει όλα για τη ζωή. Η ηρωίδα της Rivière είναι ήδη αρκετά ώριμη ώστε να απορρίπτει μια διαρκώς ανέμελη αισιοδοξία, αλλά οι περιστάσεις την έχουν φέρει στην άσχημη θέση να πιστεύει αφενός ότι η ζωή την έχει αδικήσει κατ’ επανάληψη, αφετέρου να αρνείται κάθε χείρα βοηθείας αφού μοιάζει να μην θέλει ούτε η ίδια να βοηθήσει τον εαυτό της. Διαισθανόμενος της οικειότητας που γεννάει μια τέτοια κατάσταση ως συνέπεια του άστοχα πολύπλοκου μοντέρνου κόσμου, ο Rohmer θα αποδειχτεί άξιος συνεχιστής της γαλλικής παράδοσης του ποιητικού ρεαλισμού. Μόνιμος προβληματισμός στο φιλμ δεν είναι άλλος από την ανθρώπινη μοναξιά. Η Delphine έχει χωρίσει εδώ και κάποιο καιρό και τώρα μένει ξεκρέμαστη από τις φίλες της με τις οποίες είχε κανονίσει να πάει διακοπές. Η εποχή είναι διόλου τυχαία το καλοκαίρι και, όπως ακριβώς η ζωή της, το Παρίσι αδειάζει απότομα και καλείται να επαναπροσδιοριστεί για το χρονικό διάστημα που θα είναι (ή μήπως μόνο θα μοιάζει;) έρημο. Η ηρωίδα βιώνει την απότομη έλευση της μοναξιάς και έντρομη αντιμετωπίζει τη δική της πρόκληση του επαναπροσδιορισμού. Αποπροσανατολισμένη, βλέπει τους φόβους της να παίρνουν τον έλεγχο και να τη βυθίζουν σε ένα υπαρξιακό αδιέξοδο στο οποίο δεν φτάνουν οι ακτίνες του ήλιου. Εκτός ίσως από μία, την πράσινη, η εμφάνιση της οποίας όμως είναι εξαιρετικά σπάνια. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι στους φίλους της που επισκέπτεται, κάνει παρέα με τα μικρά παιδιά, μιας και νιώθει ξένη απέναντι στην υποκρισία των ενηλίκων που έχουν μετατρέψει τις ανθρώπινες σχέσεις σε πεδίο μάχης και εμπορικής συναλλαγής.

Αναζητώντας διαρκώς ένα στήριγμα χωρίς όμως αποτέλεσμα, θα εναποθέσει τελικά τις ελπίδες της στην τύχη, τη δύναμη της οποίας – όπως και αυτή της (όποιας) πίστης – σε καμία περίπτωση δεν αμφισβητεί ο Rohmer. Και φυσικά, σε μια εύστοχη διείσδυση στους μηχανισμούς της (συν)ύπαρξης, θα υπογραμμίσει το ρόλο του συγχρονισμού. Δεν είναι μόνο ο άλλος που έρχεται στην κατάλληλη στιγμή, είμαστε και εμείς που τυγχάνει να είμαστε έτοιμοι να τον δεχτούμε. Κάτι που αναπόφευκτα οδηγεί στο μελαγχολικό συμπέρασμα πως η ζωή (που δυστυχώς είναι και μία και μικρή) είναι μια σειρά από χαμένες ευκαιρίες. Πολύ έξυπνα η συνάντηση που μοιάζει να αλλάζει κατεύθυνση στην πορεία της Delphine πραγματοποιείται σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό. Τόπος διασταύρωσης ανάμεσα σε αυτούς που αναχωρούν και αυτούς που φτάνουν· άλλοι ξεκινούν και άλλοι τελειώνουν στο κατεξοχήν σημείο τομής ανάμεσα στον χώρο και στο χρόνο – τι ειρωνεία που οι σιδηροδρομικοί σταθμοί είναι γεμάτοι με μεγάλα ρολόγια… Εκεί η Rivière θα γνωρίσει έναν νεαρό άντρα που μοιάζει να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες της και να ξυπνάει στην ψυχή της ό,τι ζωντανό είχε απομείνει. Φυσικά ο Rohmer, όπως πάντα, δεν ενδιαφέρεται για συναισθηματισμούς. Προτιμά να παρατηρεί τους ανθρώπους μέσα στη ρουτίνα τους και τους αφήνει να αποκαλυφθούν μέσα από τον λόγο. Έτσι απλά, αλλά με έναν απροσδόκητα εύστοχο ρομαντισμό, οδηγεί το ζευγάρι στο φινάλε και αποδεικνύει τόσο στην ηρωίδα του όσο και στον εαυτό του (στα εξήντα έξι του τότε χρόνια) ότι η ζωή είναι ικανή να προσφέρει ανά πάσα στιγμή αφορμές για να την ξεκινάς και πάλι από την αρχή.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Υ.Γ. Αφιερωμένο στη μνήμη του Eric Rohmer (1920 – 2010).