Παρασκευή, 20 Αυγούστου 2010

WELCOME (2009), του Philippe Lioret


Μετρώντας ήδη τα πρώτα χρόνια της πραγματικής και αδιαμφισβήτητης παρακμής του, το καπιταλιστικό οικονομοπολιτικό σύστημα αφήνει πίσω μία μεγάλη κληρονομιά (θετικών και αρνητικών, όπως και όλα τα προηγούμενα στην πορεία της Ιστορίας άλλωστε) αλλά, κυρίως, παραδίδει στον όποιο διάδοχο έναν πλανήτη που γέρνει επικίνδυνα. Η Δύση εξασφάλισε την ευημερία της μέσω της αφαίμαξης της Ανατολής, αφήνοντας τη συντριπτική πλειοψηφία του παγκόσμιου πληθυσμού στη φτώχεια, την αμάθεια, το σκοτάδι και το έλεος θεών και δαιμόνων. Γύρω τους παντού συντρίμμια, η (όποια) πατρίδα δεν είναι παρά ένα κατεδαφισμένο τοπίο χάνοντας το νόημά της ως εστία και καταδεικνύοντας την απόδραση ως τη μόνη σανίδα επιβίωσης. Η πληθυσμιακή μετατόπιση προς δυσμάς, μάρτυρες της οποίας είμαστε αναπόφευκτα σε έντονο βαθμό στην Ελλάδα λόγω γεωγραφικής θέσης, είναι φυσικό επακόλουθο - αναπόφευκτη τάση αποκατάστασης της ισορροπίας του πλανήτη. Οι μάζες κινούνται προς τις περιοχές συσσώρευσης του πλούτου με τη δύναμη ενός φυσικού κανόνα αναίρεσης του περίφημου παράδοξου της φτώχειας καταμεσής της αφθονίας (κατά Τσόμσκι).

Αν μεταθέσουμε το επίκεντρό μας από το γενικό στο ειδικό, θα δούμε ότι η ως άνω πληθυσμιακή μετακίνηση συντίθεται από δεκάδες χιλιάδες ιστορίες ανθρώπων που μέσα από κακουχίες και κάθε λογής αντιξοότητες αποτελούν ο καθένας τους και από έναν Οδυσσέα, χωρίς απαραίτητα να υπάρχει ξεκάθαρος προορισμός (ο ήρωας της ταινίας θα δούμε πως οδηγείται από συγκεκριμένο προορισμό, εξωτερικό και συναισθηματικό). Πολλοί από αυτούς δεν προλαβαίνουν καν να φτάσουν στην Ευρώπη, αρκετοί μένουν κολλημένοι κάπου στη μέση, θύματα της ανικανότητας των προηγμένων κρατών να χειριστούν το φαινόμενο, ενώ ελάχιστοι εξασφαλίζουν τη «νόμιμη» εγκατάσταση σε κάποια χώρα – «γη της επαγγελίας». Τα εισαγωγικά είναι απαραίτητα και το λιγότερο που μπορεί να προσφέρει ο γραπτός λόγος για να δικαιολογήσει την εξωφρενική αλήθεια που τόσοι πολλοί δέχονται ως φυσικό νόμο και υπερασπίζονται μέχρι αηδίας: εν έτη 2010 υπάρχουν άνθρωποι που χρειάζονται ένα μάτσο χαρτιά για να ζήσουν στον πλανήτη τους.

Η ταινία του Philippe Lioret, με το εξόχως ειρωνικό καλωσόρισμα του τίτλου της, εστιάζει στην περίπτωση εκείνων που μένουν κολλημένοι κάπου στη μέση της οδύσσειάς τους, ανεπιθύμητοι από τους πάντες, άνθρωποι που περισσεύουν. Πιο συγκεκριμένα, πραγματεύεται την ιστορία μιας ομάδας προσφύγων που έχουν ξεμείνει στο βροχερό Calais της Γαλλίας και προσπαθούν σχεδόν καθημερινά (μερικοί για χρόνια ολόκληρα) να περάσουν στην Αγγλία. Μπορεί οι γαλλικές αρχές (και η συνείδηση των περισσότερων πολιτών) να τους έχουν στριμώξει σε μια γωνιά του λιμανιού, προφυλάσσοντας την είσοδο των …μολυσμένων στην πόλη, όμως κανείς δεν μπορεί να υποκριθεί ότι αγνοεί την παρουσία τους. Βρίσκονται εκεί, δίπλα – δίπλα με ευτυχισμένους ή μη Γάλλους και κάθε λογής «νόμιμους πολίτες» που όσο σφυρίζουν αδιάφορα, θα γεννούν την ανάγκη σε καλλιτέχνες σαν τον Lioret να επιχειρούν να φέρουν τους πάντες ενώπιον των ευθυνών τους. Μπροστά σε ένα πρόβλημα φλέγον μα κυρίως υπαρκτό (και εδώ το Welcome γίνεται συνεχιστής της γαλλικής και εν γένει, ευρωπαϊκής κινηματογραφίας – βλ. και τα γραφόμενα του Ηλία Δημόπουλου). Έτσι, με τη βοήθεια της κάμερας και της κινηματογραφικής αφήγησης, δύο κόσμοι που λόγω περιστάσεων βρέθηκαν να γειτνιάζουν, θα κοιτάξουν ο ένας στα μάτια τον άλλο (και οι θεατές την αρκούντως μορφωτική αντιπαράθεσή τους). Στο επίκεντρο βρίσκεται ο Simon, γάλλος μεσοαστός, μεσήλικας, πρώην πρωταθλητής και νυν εκπαιδευτής στην κολύμβηση, και ο Bilal, έφηβος Κούρδος με προορισμό το Λονδίνο.

Η συνάντησή τους είναι αποτέλεσμα της αδυναμίας του νεαρού να υποστεί την απαραίτητη διαδικασία προκειμένου να περάσει τα σύνορα με τον τρόπο που έχουν καθιερώσει οι προηγούμενοι «λαθρομετανάστες» (κρυμμένοι μέσα σε νταλίκες, με μια σακούλα στο κεφάλι για να μην μπορούν να ανιχνευτούν από την αναπνοή τους) και της επιτακτικής του, από καρδιάς, ανάγκης να βρεθεί στην άλλη πλευρά της Μάγχης. Αποφασίζει ότι η μοναδική του λύση είναι να διασχίσει κολυμπώντας τη θάλασσα που χωρίζει το βρετανικό νησί από την ηπειρωτική Ευρώπη. Και απευθύνεται στον Simon για να τον εκπαιδεύσει. Μια καταπληκτική σκηνή λίγο πριν το φινάλε και οι θεσπέσιες ερμηνείες των Vincent Lindon και Firat Ayverdi στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, μας αιχμαλωτίζουν συναισθηματικά στην ιστορία του νεαρού Bilal. Το επίτευγμα του Welcome όμως βρίσκεται στην ανάστροφη πλέον πορεία από το ειδικό στο γενικό. Από τη μία οι άνθρωποι που βολεμένοι και παραιτημένοι στην αστική τους αδιαφορία δεν είναι διατεθειμένοι να διασχίσουν ούτε έναν δρόμο για να βρουν ότι αγαπούν (ή νομίζουν πως αγαπούν). Από την άλλη, εκείνοι που με αυτοθυσία βουτάνε στην άβυσσο που μας χωρίζει από τον άλλον, γνωρίζοντας καλά πως δεν αξίζει να ζεις αν δεν προσπαθήσεις να περάσεις απέναντι. Και από πάνω τους, μια σειρά από νόμοι και διατάγματα που ορίζουν ποιος δικαιούται να ζει και ποιος όχι. Ποιος είπε ότι το (καίριο) πολιτικό σινεμά δεν μπορεί να ξεκινάει από τον έρωτα;

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

1 σχόλιο:

ΠΑΝΟΣ είπε...

Για μένα, φίλε, ένα από τα καλύτερα κείμενά σου, για ένα αυθεντικά συγκινητικό έργο-διαμάντι που και πολιτική άποψη έχει και μια υπέροχη ιστορία έρωτα και ενηλικίωσης εξυπηρετεί. Θένκς.

Δημοσίευση σχολίου