Παρασκευή, 19 Φεβρουαρίου 2010

A SINGLE MAN (2009), του Tom Ford


Στη Βενετία διαβάζαμε πως το επίμονο standing ovation στο φιλμ του Τομ Φορντ ήταν από τα πιο εντυπωσιακά που είδε το φεστιβάλ εδώ και καιρό. Ο ίδιος, σχεδιαστής ορόσημο στον κόσμο της ανδρικής μόδας, είχε μόλις σώσει ένα σινεμά που εμφανιζόταν όλο και λιγότερο ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που είχε μερικά χρόνια πριν σώσει από το κλείσιμο έναν από τους πιο δημοφιλείς οίκους παγκοσμίως, του Gucci. Στο σινεμά του ανθρώπου που δημιουργεί με πάθος αφοσιωμένος στον υπ'αριθμόν ένα προβληματισμό όσων πατούν πάνω σε αυτόν τον πλανήτη, το παιχνίδι του έρωτα, είχαν μείνει λίγοι πιστοί και έτσι μείναμε να αναμένουμε το σύνηθες αριστούργημα του κυρίου Καρ Γουάι ανά την καθιερωμένη τετραετία.

Στην ομώνυμη νουβέλα του Κρίστοφερ Ίσεργουντ που γράφτηκε το 1964 και διαδραματίζεται το 1962 ο Τζορτζ Φάλκονερ, Βρετανός καθηγητής πανεπιστημίου στο Λος Άντζελες, αδυνατεί να συνέλθει από τον θάνατο του επί 15ετίας συντρόφου του, Τζιμ, όταν ο τελευταίος έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του αφήνοντας την τελευταία του πνοή σε έναν παγωμένο δρόμο. Ο Τζορτζ πασχίζει να βρει νόημα στη ζωή του και να κρατηθεί σε αυτή πριν αποφασίσει τελικά να αυτοκτονήσει.

Η εσωτερική ταραχή ενός άνδρα σε σύγχιση πρέπει να είναι από τα πιο σύνθετα ψυχολογικά πορτρέτα στον κόσμο, πόσω μάλλον όταν αυτή είναι προϊόν μιας βαθιάς ερωτικής απώλειας. Λες τότε ότι δεν χωρά καλλωπισμούς, δεν χωρά φτιασίδια ώστε να καλύψεις τη μεγαλοσύνη της ειλικρίνειάς του. Τι κι αν εν έτει 1962 ο Ψυχρός Πόλεμος μαίνεται και η Αμερική ζει υπό τον φόβο των πυρηνικών πυραύλων στην Κούβα, για κάποιους η μέρα είναι αβάσταχτη για εντελώς διαφορετικούς λόγους. “Κάθε πρωινό ξύπνημα τους τελευταίους 8 μήνες ήταν πραγματικά επώδυνο” ομολογεί ο Τζορτζ. Ο φόβος των Αμερικανών απέχει παρασάγγας από τον δικό του, τον φόβο της μοναξιάς και της κατάρρευσης που αντιμετωπίζει με περισσή αξιοπρέπεια. Δεν είναι τόσο το βρετανικό του φλέγμα που τον διατηρεί αξιοπρεπή και δεν του επιτρέπει να παρασυρθεί σε λυγμικές εξάρσεις, όσο η κοινωνική καταπίεση και ο καθωσπρεπισμός που κάνει την θλίψη του ακόμη πιο εσωτερική, δίχως στήριγμα, δίχως ώμο να κλάψει πάνω του. Δεν μπορεί να φωνάξει για βοήθεια όσο ο ίδιος πνίγεται στις σκέψεις του κάτι που κάνει την ιστορία του τραγικότερη. Κι αν η δεκαετία του '60 υπήρξε η πιο προοδευτική στην ιστορία της ανθρωπότητας, ένα πράγμα δεν έχει αλλάξει διόλου μέχρι σήμερα: Η κοινωνική προκατάληψη και ο ρατσισμός.

Ολόκληρο το φιλμ είναι στυλιστικά ασυγκράτητο. Από άκρη σε άκρη. Δεν ξαναείδατε ποτέ τέτοια χάρη σε κοστούμια και κινήσεις, ωστόσο αυτή η παραισθησιακή ομορφιά του φιλμ δεν είναι επιτηδευμένη και αποκτά νόημα από το πρώτο δευτερόλεπτο. Όταν το όνειρο του αποθανόντος συντρόφου του διακόπτεται βίαια από ένα ενδονειρικό φιλί στα χείλη, όταν στο τηλέφωνο μαθαίνει τόσο για τον θάνατο όσο και για την αίσθηση του ανεπιθύμητου από την κηδεία και την οικογένεια του δικού του ανθρώπου, όλα εντείνουν την κοσμική κατάρρευση όσων τον περιβάλλουν καθιστώντας την εξωτερική εμφάνιση και την βρετανική του ευγένεια αποκούμπι για τον μικρόκοσμό του. H συνέχιση αυτού του πνευματικού ταξιδιού που είχε ως αφετηρία την απόγνωσή του προϋποθέτει την απόλυτη αφοσίωση.

Η εμπλοκή του παρόντος (που υφίσταται περιγραφικά και ως υποχρέωση που οφείλει να αποτινάξει) με το παρελθόν στο οποίο προσκολλάται ο Τζορτζ τον κυκλώνει περισσότερο. “Πρώτη φορά στη ζωή μου δεν μπορώ να δω το μέλλον. Σήμερα θα είναι μια διαφορετική μέρα”, ακούμε από τον ίδιο να γεμίζει με αισιοδοξία την επικείμενη μέρα. Στην αμέσως επόμενη σκηνή κρύβει στην τσάντα του ένα περίστροφο και πηγαίνει σε ένα οπλοπωλείο για σφαίρες.

Ο θεατής δεν πρέπει να χάσει την προσοχή του στα της οθόνης και το μουσικό σκορ του Κορζενιόφσκι (μαζί με μικρές εξαίσιες παρεμβάσεις του Σιγκέρου Ουμεμπαγιάσι, για να μην ξεχνιόμαστε) κλείνει το μάτι στην κλασική σύνθεση και εντείνει λειτουργικά το πάθος, την συγκίνηση. Ο Τομ Φορντ δεν φοβάται τις σιωπές στο φιλμ του και πώς θα μπορούσε άλλωστε έχοντας την τύχη της συνεργασίας με έναν εξαιρετικό ερμηνευτή του χαρακτήρα του; Ο Κολιν Φερθ με την μοναδική του ερμηνεία-ορόσημο για το σινεμά του καιρού μας δίνει χώρο στον πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη να απλώσει την εικαστική του παλέττα και να της δώσει νόημα σε ένα φιλμ που αφήνει ελάχιστα περιθώρια για επικίνδυνους ελιγμούς και παρεμβάσεις. Η θλίψη του Τζορτζ είναι τόσο εσωτερική που δεν κινηματογραφείται και η απόπειρά της φλερτάρει με το μελόδραμα. Στην αρχή της ημέρας τα χρώματα της ταινίας είναι μουντά, καθώς όμως προχωρά, κάθε συνάντηση του Τζορτζ με το παρόν του γεμίζει το πανί με ζεστά χρώματα, ενδεικτικό της διάθεσης ενός ανθρώπου που ανακαλύπτει όχι τόσο τον εαυτό του, όσο την πραγματικότητα του κόσμου γύρω του.

Ο Τζορτζ στην ουσία ψάχνει εναγωνίως έναν λόγο να ζήσει-θέλει να συνεχίσει να ζει αλλά ψάχνει το πραγματικό νόημα. Έτσι, (επι)σκεπτόμενος για τελευταία φορά τα πράγματα στη ζωή του, υιοθετεί μια καινούρια οπτική, ζει για πρώτη φορά μετά από χρόνια στο παρόν και μπορεί να απολαύσει τις ομορφιές των μικρών στιγμών στη ζωή που έδειχνε να αγνοεί. Στις διαλέξεις του οι αναλύσεις των κειμένων του Χάξλεϊ δίνουν τη θέση τους σε μία συναρπαστικά αναπάντεχη συζήτηση για τον κοινωνικό αποκλεισμό, τις μειονότητες, την καταπίεση. Ολόκληρη η αίθουσα νιώθει άμεσα οικεία. Κίνητρο για ζωή. Ο νεαρός φοιτητής του, Κένι, ένα αγόρι που στα 18 του αναζητεί την δική του ταυτότητα (και αυτό είναι ένα ακόμη από τα θέματα που καταπιάνεται το φιλμ) και ανακαλύπτει έναν πραγματικό soul mate στο πρόσωπο του Τζορτζ, οδηγείται σχεδόν με θράσος στην παρέα και την σοφία του καθηγητή του. Η μοιραία συνάντηση με τον Κάρλος, έναν άγνωστό του πληρωμένο εραστή του δρόμου, μπορεί να έχει και μια διαφορετική λειτουργία. Όπως ένα υπέροχο λουλούδι μπορεί να εξιτάρει μερικές από τις αισθήσεις σου ακόμη κι αν δεν το μυρίσεις, έτσι και ο Τζορτζ αρκείται και με το παραπάνω στην εκθαμβωτική ομορφιά του Λατίνου και του αποσπά μια λυτρωτική κουβεντούλα πριν συνεχίσει την πορεία του. Το ενοχλητικό κοριτσάκι των γειτόνων του μετατρέπεται εκτός των ορίων του μίζερου κόσμου του (ακόμη κι αν αυτό το "εκτός" πρόκειται για μια τράπεζα) σε μια πνοή ζωής που πλέον δεν στέκεται απέναντί της αμήχανα αλλά ανοίγει τα μάτια στο χρώμα που ανακλά, θέλοντας να τo ρουφήξει ολόκληρo: “Αφήστε την”, λέει στην μητέρα της, “δεν ενοχλεί”. Η βραδινή του συνάντηση με την παλιά του φίλη και ερωμένη Τσάρλι (στην πιο βαθιά συγκινητική και αληθινή στιγμή του σινεμά φέτος), μια γυναίκα που βαδίζοντας στα 50 της έχει απωλέσει την πίστη στην classy απίστευτη ομορφιά της και πνίγει την χαμένη της αυτοπεποίθηση στο ποτό, θα του θυμίσει δίχως προσδοκίες το αξιοθρήνητο της παραίτησης από το παρόν και θα τον παρασύρει σε έναν αδέξιο όσο και λυτρωτικό χορό. Στο τέλος της μέρας και με ένα χάδι παραπάνω, τα χρώματα πλημμύρισαν την οθόνη, η ομορφία του κόσμου τον ξαφνιάζει, η απόφαση να αυτοκτονήσει γίνεται πιο περίπλοκη. Όσο κι αν ξεδιπλώνονται μπροστά του οι απολαύσεις των μικρών πραγμάτων της ζωή, η μνήμη δρα αυτόβουλα, όλες οι όμορφες στιγμές ξεπηδάν στο μυαλό απρόσκλητες, βυθίζοντας σε μια θλίψη εντονότερη. Και πώς να κρατήσεις στο μυαλό τις όμορφες στιγμές της ζωής σου όταν αισθάνεσαι ότι η καρδιά σου, απούσα, αδυνατεί να γεννήσει νέες;

Το “Ένας Άνδρας Μόνος” είναι τελικά μια ταινία αφιερωμένη στον έρωτα και τις δυσκολίες του. Η ομοφυλοφιλία χρησιμοποιείται αποκλειστικά για να αναχθεί σε όλες τις δυσκολίες του, η μοναξιά δεν έρχεται όταν είσαι μόνος αλλά όταν κανείς δεν σε χρειάζεται, η απώλεια δεν σημαίνει απαραίτητα τον θάνατο ενός ανθρώπου αλλά και τον θάνατο μιας υγειούς σχέσης που είναι, πιστέψτε με, το ίδιο αβάσταχτος. Το αριστούργημα του Τομ Φορντ είναι τελικά ένα τρόπον τινά road movie αλλά, ξέρετε, σε κάποια από τις στάσεις παρακαλάς να μείνεις λίγο παραπάνω και να μην φτάσεις ποτέ στον προορισμό που ο ίδιος έχεις θέσει.

Πάνος Τράγος

3 σχόλια:

crispy είπε...

Καλησπερα.Δεν εχω δει ακομα την ταινια θα την δω ομως σιγουρα.Εχω εμπιστοσυνη και στον Κολιν Φερθ που ειναι εξαιρετικος ηθοποιος.Πολυ καλο και το μουσικο θεμα που εχω ακουσει του Κορζενιοφσκι.

theachilles είπε...

Πραγματική έκπληξη η πρώτη ταινία του Ford. Μακάρι να συνεχίσει στον κινηματογράφο, ίσως με λίγη περισσότερη εμπειρία και εγκράτεια να δώσει πραγματικά θαύματα. Όχι ότι μοιάζει να λείπει κάτι ή να περισσεύει από το ντεμπούτο του. Ο πόνος είναι υπόγειος, οι συναισθηματικές εκρήξεις απουσιάζουν επιμελώς και βρίσκουν διέξοδο σε έναν παροξυσμό στιλιστικό που, όπως αναφέρεις, φέρνει στο νου τον Kar Wai. Ίσως μάλιστα να μπορούμε να πούμε ότι ο Ford αποτελεί τον πρώτο γνήσιου μαθητή του σπουδαίου Ασιάτη δημιουργού. Στις ομοιότητες συμβάλλει φυσικά και η καταπληκτική μουσική υπόκρουση που, προσωπικά, μου έδωσε την αίσθηση ότι ο Umembayashi είχε τον πραγματικό πρώτο λόγο.

Εξαιρετικό είναι και το κλείσιμο της ταινίας (αν και θα ήθελα λίγο πριν το φινάλε μια πιο σφιχτοδεμένη δουλειά στο μοντάζ), εγείροντας μερικά σημαντικά ερωτήματα. Απορρίπτω την εύκολη κατηγορία ότι το φιλμ κλίνει προς μια άποψη ντετερμινιστική για την πορεία της ζωής μας και προτιμώ να διαβάζω στην κατάληξη του George τον εγκλωβισμού ενός κυριευμένου από το παρελθόν άντρα σε μια μονόδρομη πορεία προς τη λύτρωση. Ακόμα και αν αλλάξεις γνώμη λίγο πριν το τέρμα, δεν μπορείς να ξεφύγεις από όσα σε καθορίζουν.

Ιδιαίτερη μνεία στον εξαιρετικό Colin Firth, σε μία ερμηνεία - ορόσημο για την καριέρα του (την οποία ομολογώ πως μέχρι φέτος δεν είχα σε ιδιαίτερη εκτίμηση.

ΠΑΝΟΣ είπε...

Crispy,
αν και ακόμη μετά την καθυστερημένη απάντησή μου δεν έχεις δει την ταινία, κακό δικό σου! :)
Εξαιρετική η μουσική της ταινίας, όπως αναφέρεις κι εσύ. Ευχαριστούμε για το σχόλιο και καλωσήλθες στο blog.

Αχιλλέα,
Ακόμη κι αν είναι μια μοναδική στιγμή σε μια φιλμογραφία που θα συνεχιστεί, αυτό το φιλμ έχει κερδίσει για τα καλά μια θέση στην καρδιά μου. Το είδαμε και με το "A Guide to Recognizing Your Saints" αλλά παρέμεινε λατρεμένο. Αν και τον Φορντ εδώ, τον πιστεύω λίγο περισσότερο...
Ο ίδιος ο Φορντ αναφέρει πολλές φορές τον Καρ Γουάι ως αγαπημένο του, λες και δεν έπαιρνε κανείς όρκο βλέποντας και μισό πλάνο από το ντεμπούτο του.
Όσο για το κλείσιμο της ταινίας που προτίμησα να μείνει εκτός κειμένου, συμφωνώ με τη διαφορά ότι καθορίζεις όσα σε καθορίζουν και αυτό απαγκιστρώνει το φινάλε αυτό από μια ντετερμινιστική ερμηνεία. Κάτι ανάλογο θα δεις σε επικείμενο κείμενό μου, αυτή τη φορά για το αγαπημένο μου φιλμ, το The Brown Bunny, μόνο που εκεί η λύτρωση είναι πιο σύνθετη.
Μετά από αυτό το φιλμ, ο Κόλιν Φερθ δεν έχει να αποδείξει τίποτα...

Δημοσίευση σχολίου