Κυριακή 7 Φεβρουαρίου 2010

LE FILS (2002), των Jean - Pierre και Luc Dardenne


Υπάρχει μια πολύ ενδιαφέρουσα διαλεκτική ανάμεσα στην αυτοδικία και στην φαινομενικά αντίθετή της επιλογή, τη συγχώρεση. Κι αυτό γιατί μέχρι την πραγμάτωση του ενός από τα δύο μέρη αυτής της, λες και τελικά, σύνθεσης, η πορεία είναι εξαιρετικά όμοια. Στο τρίτο μόλις φιλμ τους οι Βέλγοι αδερφοί Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν έχουν ανακαλύψει την κινηματογραφική τους ταυτότητα, έχουν αποφανθεί... κώλυμα να προσπεράσουν την βασική τους προβληματική και αναζητούν μονάχα την ενδότερη αλήθεια του ανθρώπου. Στην μοναξιά του, στην κοινωνία, στις καθημερινές του σχέσεις. Απλά, όπως όλα όσα συνθέτουν την, εν τέλει, τόσο πολύπλοκη ζωή μας εκκινούν από την ιστορία του Ολιβιέ, ενός ξυλουργού που δουλεύει παράλληλα ως υπεύθυνος σε κέντρο επανένταξης ανήλικων εγκληματιών μέσα από τη συγκεκριμένη χειρωνακτική εργασία και ταράζεται με την εμφάνιση ενός ονόματος, του Φρανσίς, στον φάκελο με τα νέα προς ενσωμάτωση στο εργαστήριο πρόσωπα. Το ελάσσον του δράματος αρκεί για να αναχθεί από δύο ανήσυχους ουμανιστές σε μια σπουδή της ανθρώπινης φύσης και αδυναμίας.

Ήδη με την Υπόσχεση και τη Ροζέτα τους οι Νταρντέν έχουν δώσει το στίγμα τους, τους άτυπους κανόνες της κινηματογράφησής τους: Η αρχική αίσθηση της αποστασιοποίησης από τους ήρωες που σταθερά και μόνιμα μετατρέπεται σε συμπάθεια προς τους κεντρικούς χαρακτήρες, τα μεγάλα, εντυπωσιακά και ουσιώδη μονοπλάνα και οι εντάσεις κάθε μορφής. Το ίδιο και εδώ: Όταν στη Ροζέτα είχαμε τις απανωτές εξάρσεις στο δράμα της νεαρής με τη μορφή επαναλαμβανόμενης βίας (ψυχικής και σωματικής) και στην Υπόσχεση το ακριβώς αντίθετο (που υπό πρίσμα αποτελεί μια δραματική ένταση, μιαν έξαρση), δηλαδή στο συνεχές του δράματος που σπάει στα κεντρικά του σημεία με λιγότερο δραματικές στιγμές, εδώ με την εξαίρεση μιας σκηνής που κόβει την ανάσα, οι προαναφερθείσες εντάσεις παίρνουν σάρκα και οστά μέσα από μικρές σκηνές εμβόλιμες στη δραματουργία.

Φυσικά και αναζητούν την αλήθεια πίσω από την πολυσύνθετη ανθρώπινη φύση οι Νταρντέν, το πράττουν όμως μέσα από χωράφια γνώριμα: Η εργατική τάξη, μόνιμη και εμμονική προβληματική τους, τροφοδοτεί το φιλμ με τους ήρωές του. Η αναζήτηση του ρεαλισμού γίνεται στα φαινομενικά πιο καίρια και εύστοχα μέρη: Η βιοπάλη, η κοινωνική αποξένωση, η ηθική κατάπτωση (από την οικογένεια στο σύνολο της κοινωνίας και από εκεί σε μια προς τα μέσα αναγωγή στο άτομο) και η βία. Η αυτοδικία εδώ δεν έχει θέση, μια μικρή αχτίδα φωτός σπάνια όσο και απαραίτητη τελικά στο σινεμά των Νταρντέν, μπορεί να προέλθει από την καθαρτήρια διάσωση ενός νέου ανθρώπου, από την βαθιά συγχώρεση. Το Μπρεσονικό τους παρελθόν από την άλλη υποχρεώνει τον θεατή στην αμφιβολία, στη διαρκή εκκρεμότητα. Η μανιώδης παρακολούθηση του νεαρού Φρανσίς από τον Ολιβιέ πριν τη ρήξη της σχέσης και την αποκάλυψη της αλήθειας θα εγείρει αμφιβολίες, εξάλλου όπως οι σκηνές βρίσκονται εν μέσω δράσης έτσι και η ταινία δρα πριν και μετά την έναρξή της. Ίσως τελικά να παρακολουθούμε τη διστακτικότητα απέναντι στην αυτοδικία που θα έρθει αργότερα, ίσως παρακολουθούμε την αδυναμία της εκ βαθέων συγχώρεσης που θα ακολουθήσει μετά την πολύτιμη αυτογνωσία, ίσως η δυσκολία πραγμάτωσης και των δύο να τα αφήσει μετέωρα και ατελή. Τόσο το σχεδόν αποκλειστικά υποκειμενικό βλέμμα της ταινίας όσο και η άνευ συναισθηματικής έκφρασης ογκολιθική ερμηνεία του Ολιβιέ Γκουρμέ, συμβάλλουν εξίσου στο φιλμ να αποτελέσει τον καμβά στον οποίο ο θεατής θα απλώσει τις δικές του σκέψεις και συναισθήματα όσο η ταινία προχωρά, ταυτίζοντας τις ψυχολογικές του μεταπτώσεις με αυτές που αντιλαμβάνεται ως του ήρωα, προσδίδοντας στο φιλμ έναν λανθάνοντα ρεαλισμό. Η παραπάνω αδόκιμη έκφραση οδηγεί στο ερώτημα: Μιλάμε άραγε για έναν ρεαλιστικό κινηματογράφο ή για έναν κινηματογράφο της πραγματικότητας;

Με βασική προϋπόθεση του κειμένου ότι ο αναγνώστης έχει ολοκληρώσει την θέαση της ταινίας, αναγνωρίζουμε την σπανιότητα με την οποία ένα φιλμ επιλέγει να ανατρέψει την ομαλότητά του με την ίδια του τη γραμμική αφήγηση, ακόμη πιο σπάνια δε, ένα φιλμ αιφνιδιάζει από τον τίτλο του κιόλας. Η ταινία λέγεται Ο ΓΙΟΣ και κατά τη γνώμη του υπογράφοντος ποτέ δεν θα μπορούσε να λέγεται Ο ΠΑΤΕΡΑΣ, δεδομένου πως ήρωας του έργου είναι αυτός που μαγνητίζει το δράμα πάνω του. Ο ΓΙΟΣ, δηλαδή ο άνθρωπος. Κάθε αρσενικός άνθρωπος είναι ΓΙΟΣ, ντε φάκτο. Διατήρηση των κρυφών χαρτιών του φιλμ με τη μία. Ο ΠΑΤΕΡΑΣ από την άλλη είναι μάλλον μια ιδιότητα, άρα παύει να υφίσταται όταν πάψει να υφίσταται και ο ΓΙΟΣ. Εν προκειμένω, ο Γκουρμέ δεν είναι ΠΑΤΕΡΑΣ, αλλά πόσο αργά το μαθαίνουμε αυτό; Για αρχή οι Νταρντέν μας χαρίζουν ένα δίπολο φαινομενικά ενιαίο κι αδιαίρετο. ΓΙΟΣ και ΠΑΤΕΡΑΣ, ΠΑΤΕΡΑΣ και ΓΙΟΣ, που μόνο ο θάνατος μπορεί να το διασπάσει. Δεν ονομάζουν το φιλμ Ο ΠΑΤΕΡΑΣ (που θα ήταν και ο ήρωας του φιλμ) γιατί πολύ απλά δεν υπάρχει και οι ίδιοι θέλουν να παραμείνουν ειλικρινείς. Ονομάζοντάς το Ο ΓΙΟΣ καθοδηγούν την σκέψη μας: Κάπου υπάρχει ένας πατέρας, άλλωστε γιατί κάποιος να κάνει ένα φιλμ για έναν ΓΙΟ όταν δεν υπάρχει ΠΑΤΕΡΑΣ να συνδεθεί δραματουργικά; Έτσι δένουμε τους δύο χαρακτήρες ευθύς εξαρχής, για να κοπούμε από τα θρυμματισμένα κομμάτια του διπόλου όταν αυτό σπάει. Οι Νταρντέν παρέμειναν τελικά εξαιρετικά ειλικρινείς: Ο ΓΙΟΣ υπάρχει και δίνει όνομα και κατεύθυνση στο έργο. Απλώς κι αυτή με τη σειρά της διασταυρώνεται με άλλες τόσες, πάντοτε όμως οδηγώντας σε μια αλήθεια οικουμενική (κι εδώ άλλωστε), αλλά και αδιάφορη ή ανευ ακριβούς νοήματος μερικές φορές.

Οι πληγές μιας ζωής που δεν "έζησε" και οι πληγές μιας ζωής στην σκέψη ότι δεν θα "ζήσει" καθιστούν την βία εδώ όχι την βασική προβληματική αλλά ένα όχημα εκκίνησης της δραματουργίας που με τη σειρά της θα οργανώσει ένα αξεπέραστο χτίσιμο χαρακτήρων και σχέσεων. Οι Νταρντέν στήνουν ολόκληρο το σύμπαν τους σε 100 λεπτά πλήρους δράσης, εκπληκτικού character development και εικόνων που, παρά την τραχύτητά τους, έχουν μια γλύκα εικαστική που σου κόβει την ανάσα. Το φιλμ ξεχειλίζει από ένταση και μυστικά που πληθαίνουν. Τι συμβαίνει, ποιος είναι ο νεαρός, σε τι οφείλονται οι συχνές και όχι τόσο τυχαίες συναντήσεις των 2 ηρώων; Οι αμφιβολίες διατηρούνται βασανιστικά και σκηνές-κλειδιά γκρεμίζονται χωρίς δεύτερη σκέψη, μυστικά παραμένουν κρυμμένα πίσω από γωνίες στις οποίες η κάμερα δεν φτάνει ποτέ. Mήπως το βλέμμα του ήρωα που καταφέρνει να φτάσει απαντάει σε κάποιο ερώτημα; Τουναντίων, αυτά πληθαίνουν με τον χρόνο για να διαλυθούν μονομιάς προς το φινάλε (και τι φινάλε!) αυτού του επιβλητικού θρίλερ, όχι γιατί δίνεται η λύση τους αλλά γιατί πλέον κανείς δεν την αναζητεί, οι Νταρντέν κατάφεραν να την περάσουν στην αφάνεια και σχεδόν στην αδιαφορία, ορίζοντας ξανά την έννοια του σασπένς.

Πάνος Τράγος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου