Τρίτη, 9 Φεβρουαρίου 2010

THE FACE aka THE MAGICIAN (1958), του Ingmar Bergman



Με τα λόγια του Jean Renoir, όλοι οι μεγάλοι σκηνοθέτες φτιάχνουν στην πραγματικότητα μία μόνο ταινία σε ολόκληρη την καριέρα τους. Το έργο του Ingmar Bergman στέκει ως η μεγαλύτερη απόδειξη αυτής της δήλωσης. Γιος προτεστάντη ιερέα, ανατράφηκε και διαπαιδαγωγήθηκε σε ένα αυστηρό θρησκευτικό περιβάλλον όπου η ιδέα του Θεού (και όχι η εμπειρία του) έστεκε σε ένα άφταστο βάθρο. Πανταχού παρούσα, κατέληξε να ασκεί αφόρητη πίεση στον νεαρό Ingmar και τον εγκλώβισε μέσα στην ομιχλώδη διαλεκτική λατρείας και τρόμου που είναι εγγενής σε κάθε μορφή θρησκευτικής πίστης. Η κινηματογραφική πορεία του Σουηδού δημιουργού δεν είναι παρά μια λεπτομερής, εξομολογητική καταγραφή της διαδρομής του προς και από την ιδέα του Θεού. Σημείο τομής, ή καλύτερα σημείο μηδέν, αποτελεί φυσικά η τριλογία της σιωπής (Through a Glass Darkly – 1961, Winter Light – 1962, The Silence – 1963) όπου ο Bergman βεβαιώνεται για την απουσία ανώτερης δύναμης και ξεκινά την προσπάθεια της ατομικής αποδοχής των οριακών καταστάσεων και, κυρίως, αναζητά το θάρρος να σηκώσει μόνος του το βάρος του θανάτου.

Το 1958, χρονιά που γυρίστηκε ο Μάγος, ο Bergman έχει ήδη καταλήξει στην απόρριψη της επί της γης αντιπροσώπευσης της Θείας Παρουσίας – «είσαι φοβερός απατεώνας, για αυτό θα έπρεπε να γίνεις παπάς», ξεστομίζει η φτωχή υπηρέτρια στον τσαρλατάνο Τυμπάλ. Έχει ήδη προηγηθεί η Έβδομη Σφραγίδα (ένα χρόνο πριν) και καθώς η απαισιοδοξία πλημμυρίζει τον εκ φύσεως αγχωτικό σκηνοθέτη, η μεταφυσική του αγωνία αρχίζει να εκφράζεται με τους όρους ενός θρίλερ. Όπως και στην Πηγή των Παρθένων λίγο αργότερα, διατηρεί την πολυπρόσωπη αφηγηματική φόρμα της πρώιμης περιόδου του, αλλά το λαμπερό καλοκαιρινό φως αρχίζει σταδιακά να υποχωρεί και να δίνει τη θέση του στο βαθύ σκοτάδι της απόγνωσης. Χτίζοντας ένα περιβάλλον σχεδόν νουάρ, ο Bergman αφήνει σημάδια δημιουργικού αυτοεγκλωβισμού, αλλά ξεφεύγει ιδιοφυώς με το να επαναλάβει την κεντρική ιδέα της Έβδομης Σφραγίδας: την πίστη του στον καλλιτέχνη, στον επί της γης δημιουργό. Αν υπάρχει Θεός, αυτός βρίσκεται εντός μας και μέσω της καλλιτεχνικής δημιουργίας μπορεί να απελευθερωθεί – εδώ λαμβάνουμε μια ξεκάθαρη πρόγευση του συγκλονιστικού φινάλε του Μέσα από το Σπασμένο Καθρέφτη. Έτσι, ο Άλμπερτ Εμάνουελ Βόγκλερ (ένας από τους πολλούς μπεργκμανικούς ήρωες – καλλιτέχνες που φέρουν αυτό το όνομα) μπορεί να νοηθεί ως είδωλο του σκηνοθέτη στην ταινία.

Ο περιπλανώμενος θίασος του μάγου του τίτλου φτάνει στην πόλη και αντιμετωπίζεται με περιφρόνηση από την τοπική εξουσία. Αυτό που ακολουθεί θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως μια ανοιχτή σύγκρουση ανάμεσα στην πίστη και τη δυσπιστία, την τέχνη και την επιστήμη, την αλήθεια και το ψέμα. Η πολιτική εξουσία, εκπροσωπούμενη κυρίως από τον γιατρό Βέργκερους (ο χαρακτήρας του οποίου φημολογείται ότι συμβολίζει τον, διάσημο την εποχή εκείνη, κινηματογραφικό κριτικό Χάρι Σάιν, σύζυγο της Ίνγκριντ Τούλιν), στήνει στον τοίχο τον Βόγκλερ και τους συνεργάτες του και απαιτεί απόδειξη των ικανοτήτων τους. Ο ίδιος ο μάγος υποφέρει από δημιουργικό τέλμα, η κρίση πίστεως προς την τέχνη του οφείλεται πρωτίστως στον εαυτό του. Έχει κουραστεί να εξαπατά το κοινό του με φθηνά κόλπα και σταδιακά αποσύρεται στη σιωπή. Οι οιωνοί δε θα μπορούσαν να είναι χειρότεροι, όπως μαρτυρά και η συνάντηση με έναν παραιτημένο, ετοιμοθάνατο ηθοποιό μέσα στο στοιχειωμένο δάσος. Όμως τίποτα δεν έχει τελειώσει, όσο ο μάγος φυλάει ακόμα τον τελευταίο άσσο καλά κρυμμένο στο μανίκι του. Σε μια σεκάνς αριστουργηματική, που όμοιά της μόνο στο φινάλε της Κυρίας από το Σαγκάη μπορεί να βρεθεί στην κινηματογραφική ιστορία, ο ταχυδακτυλουργός Βόγκλερ και μαζί του ο σκηνοθέτης Bergman παίρνουν την εκδίκησή τους. Ο Βέργκερους θα σαστίσει, ανήμπορος να αντισταθεί στη γοητεία ενός καλλιτέχνη που γνωρίζει πώς να διεγείρει τις αισθήσεις, μπερδεύοντας διαρκώς το είναι και το φαίνεσθαι. Ο κινηματογραφικός θεατής θα βρεθεί στην ίδια αδύναμη μα ευτυχή θέση παρακολουθώντας μια σκηνή εκπληκτικής δυναμικής, όπου η πολυκωδική τέχνη του σινεμά ενώνεται σε ένα αρμονικό σύνολο με αποτέλεσμα βγαλμένο από τα όνειρα ή τους εφιάλτες μας. Όσο έχουν την ικανότητα να ξαφνιάζουν το κοινό τους, ο Βόγκλερ και ο Bergman ξέρουν πως μπορούν να συνεχίζουν το έργο τους. Με αυτή τη δήλωση, που εντείνεται με τη «σωτηρία» του θιάσου στο φινάλε (επανάληψη του μοτίβου της Έβδομης Σφραγίδας), ο Σουηδός δημιουργός προσπαθεί να δώσει θάρρος στον εαυτό του, ενώ νιώθει όλο και περισσότερο βυθισμένος σε ένα σύμπαν αμοραλιστικό άνευ προστασίας.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

6 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Γεια κι από εδώ! Ωραία ανάρτηση για μία μισοξεχασμένη,πλην όμως άκρως αξιόλογη ταινία του Μπέργκμαν,ο οποίος κατηγορήθηκε απ'τους κριτικούς της εποχής ότι συντηρεί επίμονα κι αντιδραστικά την παρωχημένη εικόνα του "ρομαντικού" καλλιτέχνη.Επιφανειακές αιτιάσεις,που προσκολλώνται στο σχήμα χάνοντας την ουσία.Διότι το ουσιώδες εν προκειμένω είναι ακριβώς η αμφίβολη και συχνά απατηλή όψη των πραγμάτων και διττή όψη του δημιουργού.Ποιο είναι το αληθινό πρόσωπο του Βόγκλερ; Το γυμνό κι αμακιγιάριστο ή το σκιώδες και φοβερικά βαμμένο; Πότε ο καλλιτέχνης(και ο κάθε άνθρωπος) ζει στον εαυτό του; Όταν απεκδύεται ή όταν υποδύεται; Υπάρχει τομή ανάμεσα στο Πρόσωπο και τη Μάσκα ή το Πρόσωπο είναι μια άλλη μάσκα και η μάσκα ένα γνήσιο(αν και κατασκευασμένο!) Πρόσωπο; Ζητήματα που ο Μπέργκμαν θα θέσει ακόμα πιο έντονα και αγχωτικά στην Persona και βέβαια στην Τελετή,όπου η μάχη ανάμεσα στους καλλιτέχνες και τον Δικαστή παίρνει διαστάσεις σκοτεινού υπαρξιακού θρίλερ!

ΥΓ: Δεν είναι πραγματικά θαυμάσια η σκηνή με τον ετοιμοθάνατο ηθοποιό; Τόσο ισχυρά και καθηλωτικά γκρο πλάνα!

Ετερώνυμος

ΠΑΝΟΣ είπε...

Καλώς τον. Ευχαριστούμε για την επίσκεψη.
Αχιλλέα, πολύ καλό το (τρίτο!;!) κείμενό σου γι' αυτό το, όπως πολύ σωστά συμπληρώνει ο Ετερώνυμος, μισοξεχασμένο αριστούργημα ενός τεράστιου δημιουργού. Ήθελα να αναρτήσω το παρακάτω ως σχόλιο εδώ, αλλά δεν άντεξα να μην βάλω τη σκηνή που αναφέρεις στο τέλος του κειμένου στο προσωπικό μου ιστολόγιο και έπρεπε να την συνοδεύσω με ένα μικρό κείμενο. Οπότε, το παραθέτω και εδώ ως αυτούσιο το σχόλιο που θα έκανα.
H βασική προβληματική που επιμελώς έχτιζε σε όλη τη φιλμογραφία του ο Σουηδός Ινγκμαρ Μπέργκμαν από τα πρώτα του κιόλας φιλμ δεν θα είχε νόημα αν δεν εντασσόταν αυτούσια και ως δομικός γνώμονας ξεχωριστά για κάθε φιλμ. Η πορεία ενός δημιουργού που ανησυχεί μόνιμα από το μεγαλύτερο οικουμενικό (και ως τώρα αποκλειστικά φιλοσοφικό) ερώτημα, αυτό της ύπαρξης και δράσης ενός ανώτερου Θεού, ακολουθεί μιαν εξέλιξη αντίστοιχη της νοητικής μεν αλλά και της εναπομείνουσας θα λέγαμε διάθεσης για αναζήτηση. Πολύ νωρίς και πριν αποσυρθεί απογοητευμένος, ο Μπέργκμαν στον Μάγο, ακολουθώντας τη σοφία που προσφέρει ακόμη και η ατελέσφορη αλλά ενδελεχής αναζήτηση, καταλήγει οριστικά στη διαπίστωση ότι σε καμία περίπτωση δε μπορεί να συντηρηθεί η πίστη (αλλά και η ανάγκη του ανθρώπου γι'αυτή) δίχως το αίσθημα του φόβου. Μαεστρικά ανάμεσα στον (προβαλλόμενο ως κύριο) άξονα της επιστήμης που δεσμεύει την Τέχνη, δίνει χώρο στα ψήγματα που τελικά θα αποτελέσουν την βασική του προβληματική να συντηρήσουν υπομονετικά πριν εκραγεί μια εξαιρετική σκηνή αξεπέραστου και πραγματικού τρόμου όπου οι μάσκες πέφτουν και τα σύμβολα ενώνονται βίαια με τα αντικείμενα των συμβολισμών τους.

theachilles είπε...

Οι προβληματισμοί του Bergman, ειδικά στις δυο πρώτες δεκαετίες του έργου του, δεν εντυπωσίαζουν με το βάθος και τη διεισδυτικότητά τους. Είναι όμως αυτή η φοβερή ειλικρίνεια, η απροκάλυπτη και εκ βαθέων εξομολόγηση που επιφυλλάσει στους θεατές των ταινιών του η οποία και τελικά τους μαγνητίζει. Αδυνατώντας να κατορθώσει το άλμα της πίστης που διεκήρυττε ο Kierkegaard (αν και κατά πάσα πιθανότητα ποτέ δεν πίστεψε ότι είναι εφικτό, αν κρίνουμε από την αφοσίωσή του για ανεύρεση αντικειμενικών αποδείξεων της ύπαρξης του Θεού), ο Bergman κάνει ταινίες για να σωθεί από μία απόγνωση που απειλεί να τον κατασπαράξει. Διοχετεύει τις φοβίες του σε εικόνες, λες και είναι ο ασθενής στο ντιβάνι έχοντας τον θεατή στη θέση του ψυχαναλυτή και το πράττει με έναν οραματισμό τρομερά διαυγή. Έτσι, σε κάθε ταινία του μιλάει πρωτίστως για τον εαυτό του και δεν είναι τυχαία η επιλογή καλλιτεχνών στη θέση των ηρώων. Οι προβληματισμοί γύρω από το πραγματικό πρόσωπο του καλλιτέχνη, τους οποίους παραθέτεις υπέροχα φίλε Ετερώνυμε, πηγάζουν από τις αμφιβολίες του για τον ίδιο του τον εαυτό και από μια ερώτηση που άρχιζε πέρι τα τέλη της δεκαετίας του 50 να τον απασχολεί ολοένα και περισσότερο: έχει νόημα/αξία το έργο που παράγει; Και αυτό είναι τουλάχιστον συγκινητικό.

Είναι όντως απίστευτη η αίσθηση της παρακολούθησης της συγκεκριμένης σκηνής, Πάνο. Πολύ σωστά μιλάς για τον καταλυτικό ρόλο του φόβου, που ως συνθήκη υποκειμενική (δεν υπάρχει από μόνος του ο φόβος, εμείς τον αισθανόμαστε), χαλιναγωγεί τη δίψα του ανθρώπου για αντικειμενικές αποδείξεις. Όπως και όλα τα έργα του, έτσι και ο Μάγος είναι μια ταινία - έρευνα, μια σπαραχτική απόπειρα του Bergman να κατευνάσει τους προσωπικούς του δαίμονες.

curious_ape009 είπε...

Εκπληκτική ταινία, κατά την ταπεινή μου γνώμη μέσα στις 2-3 καλύτερές του (Μαζί με το Persona και το Sasom i en spegel - χωρίς συγκεκριμένη σειρά).

Δε θα εμβαθύνω πάνω στη φιλοσοφία του Bergman, πρώτον επειδή με καλύπτουν πλήρως τα παραπάνω σχόλια, και δεύτερον επειδή αυτό θα έπαιρνε πολύ χρόνο, και δε θέλω να κουράσω.

Ελπίζω κάποτε το ευρύ κινηματογραφόφιλο κοινό να ανακαλύψει το τεράστιο έργο (και σε μέγεθος, και κυρίως σε ποιότητα) του μεγάλου Σουηδού, και να μη μείνει μόνο στην (μάλλον υπερτιμημένη) Έβδομη Σφραγίδα.

theachilles είπε...

curious_ape009,
τώρα τι να σου πω... Ακριβώς οι δύο ταινίες που ανέφερες είναι και οι δικές μου αγαπημένες του Bergman (με τις σειρά μάλιστα που τις ανέφερες). Χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω λοιπόν, χεχε.

Ανώνυμος είπε...

Αυτή είναι η μαγεία του <>.Το ότι δηλαδή η ταινία καταφέρνει να την αναλύσεις σε δεκάδες επίπεδα και να ισχύουν όλα αυτά μαζί.Και μένα μου αποκαλύφθηκε το κεντρικό ερώτημα στο χρόνο 1.30'.30" της ταινίας.Δεν είναι άλλο απ' τη γνωστή Μπεργκμανική ανησυχία:Υπάρχει ή δεν υπάρχει Θεός;To ερώτημα ξεκαθαρίζεται στο Winter light, την κορυφαία ταινία του Σουηδού, κατά τη γνώμη μου.
Θεός τέρας ή πιο <>;Πιστεύουμε σε μια υποτιθέμενη ζωή που θα θέλαμε να υπάρχει;Ζούμε την πραγματική ζωή όπως είναι;Κατασκεύασαν οι άνθρωποι το Θεό με τα τρικ τους;
Και παραπέρα, αν θεός είναι η αγάπη, κάτι που συναντάμε στο Through a glass darkly, αγαπάμε υπό όρους;Εξαρτάται η αγάπη μας απ' την αγάπη του άλλου; Εμπιστευόμαστε τη δύναμη που κρύβει η αγάπη μας;

Δημοσίευση σχολίου