Τετάρτη, 28 Απριλίου 2010

LE PETIT SOLDAT (1960), του Jean-Luc Godard


Ο Μικρός Στρατιώτης είναι στη βάση του μια περιπέτεια. Ο Bruno Forestier, μυστικός πράκτορας για ένα παρακλάδι της γαλλικής κυβέρνησης αλλά συγκεχυμένων κινήτρων ο ίδιος, εκτελεί συμβόλαια στη Γενεύη. Όταν διστάζει να δολοφονήσει έναν εκ των ηγετών αριστερής οργάνωσης Αράβων, βρίσκεται κυνηγημένος και από τις δύο πλευρές. Το υλικό είναι ιδανικό για μιας πρώτης τάξεως ταινία δράσης, ένα πολιτικό θρίλερ στα πρότυπα της κλασικής χολιγουντιανής αφήγησης. Όμως όχι για τον κύριο Godard. Για εκείνον, όλοι οι τρόποι έκφρασης αποτελούν ένα ενιαίο σώμα - γνωστό το ξεκίνημά του ως κριτικός στα Cahiers και επόμενο της αξιοθαύμαστης ευρυμάθειάς του το συνεχές παιχνίδι των αναφορών σε κάθε ταινία του. Το voice over - απευθείας παραπομπή στα λογοτεχνικά έργα δεν πρέπει να αποκρύπτει τη δοκιμιακή πλευρά του έργου. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα υπό μορφή δοκιμίου. Ή για ένα δοκίμιο υπό μορφή μυθιστορήματος. Πάντως είναι γεγονός πως εδώ τίθενται οι βάσεις για το σινεμά της αντί-αφήγησης, της ολοκληρωτικής επιβολής του σκηνοθέτη πάνω στο σενάριο, περισσότερο και από το ντεμπούτο του όπου από τη φύση του ήταν αναρχικό και ελεύθερο. Στο Le Petit Soldat υπάρχει όχι απλώς μια ιστορία, αλλά και ένα θέμα. Η αρχική ιδέα του ήταν να μιλήσει για την πλύση εγκεφάλου. Τα γεγονότα όμως της Αλγερίας τον έκαναν να στραφεί προς τα βασανιστήρια, πράγμα που τελικά τον βοήθησε να πετύχει και έναν ρεαλισμό που ο ίδιος ομολογεί πως του διέφυγε στο Με Κομμένη την Ανάσα. Ρεαλισμός που τελικά ενόχλησε, αφού η λογοκρισία επέτρεψε την έξοδο της ταινίας στις γαλλικές αίθουσες μόλις το 1963, τρία χρόνια μετά την ολοκλήρωση των γυρισμάτων της.

Δεν είναι καθόλου τυχαίο που ο ίδιος ο Godard χαρακτήριζε το φιλμ «όχι σύγχρονο, αλλά επίκαιρο». Τα πάντα φαντάζουν μπερδεμένα. Και πώς να μην είναι όταν ο Bruno ακούει αριστερούς και δεξιούς, υποστηρικτές της ανεξαρτησίας της Αλγερίας και Γάλλους εθνικιστές, να επικαλούνται τις ίδιες πηγές, να τσιτάρουν αμφότεροι τον Λένιν και να χρησιμοποιούν απαράλλακτα απάνθρωπες μεθόδους; Η σύγχυση που επικρατεί στο έργο, απλώς αντανακλά την κατάσταση της πολιτικής σκέψης του Godard το 1960. Ο πόλεμος και οι ηθικές του επιπτώσεις τον απασχολούν και έστω κι αν δε γνωρίζει τις απαντήσεις, θέτει τα ερωτήματα. Όλα συνοψίζονται στην πρώτη ατάκα της ταινίας – ύμνο στον στοχασμό και τη φιλοσοφική εργασία. «Ο καιρός της δράσης τελείωσε, ήρθε ο καιρός της σκέψης». Και με αυτόν τον τρόπο ο ήρωας όχι μόνο θα στρατευθεί (ή μάλλον θα επιδιώξει να μάθει το πώς και το που της στράτευσης), αλλά και θα ερωτευτεί. Ποια; Μα την Veronica Dreyer, την Anna Karina δηλαδή, πηγή της ομορφιάς και της αγνότητας σε ένα κόσμο διεφθαρμένο. Η Veronica είναι μια ύπαρξη αισθητική. Εμπεριέχει την αρμονία, είναι στη φύση της, εμφανής με το πρώτο κοίταγμα, δε χρειάζεται τον καταναγκασμό των κανόνων της ηθικής για να την πετύχει, βρίσκεται πέραν αυτής. Αυτά όμως ως αυθύπαρκτη οντότητα. Δυστυχώς, δε ζει ξεκομμένη από την ανθρώπινη κοινωνία, η οποία όπως προείπαμε εδώ βρίσκεται σε μεγάλη σύγχυση. Έτσι, η Veronica θα προδώσει με την ίδια αφέλεια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της με την οποία θα οδηγήσει και τον εαυτό της στον θάνατο.

Άλλωστε ήδη από το A Bout De Souffle ο Godard είχε επισημάνει ότι αγάπη και προδοσία είναι οι δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Μόνο που ο Bruno του Michel Subor δεν έχει το αυθορμητισμό και την αναρχική επιπολαιότητα του Michel – Jean-Paul Belmondo. Ο τελευταίος εμπιστευόμενος το ένστικτό του πρώτα ενεργεί και μετά αναλογίζεται τις πράξεις του. Αντίθετα, ο ήρωας στον Μικρό Στρατιώτη πριν απ’ όλα στοχάζεται (και είναι γκονταρικό χαρακτηριστικό η ιδιοσυγκρασία του ήρωα να μεταφέρεται και στην ταινία). Πριν ερωτευτεί με ένα φιλί το πρόσωπο της Veronica, θα αναρωτηθεί αν τα μάτια της έχουν το γκρι του Ρενουάρ ή εκείνο του Βελάσκεθ. Μέσα από πίνακες του Κλέε και μελωδίες του Χάυδν, ο σκηνοθέτης μας, παρέα με την έκτακτη φωτογραφία του Raoul Coutard, θα συλλάβει (στη σκηνή στο διαμέρισμα στο μέσο του φιλμ) τη συμβολή της καρδιάς στο μπλέξιμο του νου. Η Karina χορεύει αλαφροΐσκιωτα σε όλα τα δωμάτια, ο Bruno προσπαθεί να τη δει μέσα από τη φωτογραφική του μηχανή και ο Godard τους κοιτάει μέσα από το βιζέρ μιας κάμερας που ξεσαλώνει και παραβιάζει κάθε καθιερωμένο κινηματογραφικό κανόνα. Τελικά, ο ήρωας θα χάσει όλα όσα αγωνίστηκε για να αποκτήσει/διατηρήσει. Θα κερδίσει όμως τη γνώση. «Έμαθα να μην είμαι πικρός, έμαθα πως υπάρχει χρόνος», θα πει στο φινάλε. Ο μικρός (λόγω του νεαρού της ηλικίας του) στρατιώτης συνειδητοποιεί ότι δε βρήκε καμία απάντηση, ωστόσο η έρευνά του είχε τη δική της αξία και με τα σωστά ερωτήματα στο μέλλον υπάρχει η ελπίδα για να πάψει να είναι μολυβένιο στρατιωτάκι (petit soldat) – υποχείριο άλλων. Τουλάχιστον έτσι πιστεύει ο αισιόδοξος ακόμα στα 1960 Jean-Luc Godard.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

2 σχόλια:

Ετερώνυμος είπε...

Άψογη ανάρτηση για τον "Μικρό στρατιώτη",Αχιλλέα.Μέσα από το ειδικό(της ταινίας) μιλάς για το γενικό(του γκονταρικού σινεμά).Ο Γκοντάρ σου πάει...
Την καλησπέρα μου!

theachilles είπε...

Πριν πολλά χρόνια παρακολουθώντας έκθαμβος το Alphaville υποψιάστηκα για πρώτη φορά ότι ο Godard μου πάει. Ακολούθησε ένα αξέχαστο καλοκαιρινό βράδυ στο Ριβιέρα παρέα με τον τρελό Πιερό και την αγαπημένη του Μαριάν Ρενουάρ και απλά βεβαιώθηκα. Για μένα ο Godard άλλαξε το σινεμά, τουλάχιστον όπως το βλέπω εγώ. Χαίρομαι να βρίσκω συνοδοιπόρους.

Ευχαριστώ για τον καλό λόγο, ετερώνυμε.

Δημοσίευση σχολίου