Τρίτη, 13 Απριλίου 2010

THEY LIVE BY NIGHT (1948), του Nicholas Ray


Πριν καν πέσουν τα credits της αρχής, σε ένα πρωτότυπο και εντελώς θεατρικό πρόλογο, ένα κολάζ εικόνων με πρωταγωνιστές την Keechie και τον Bowie και με υπότιτλους που καταλαμβάνουν την οθόνη μας προϊδεάζει για το ποιο είναι το πραγματικό θέμα της ταινίας. Σε αυτό το θαυμαστό ντεμπούτο του ο Nicholas Ray φροντίζει να χωρέσει όλες τις εμμονές του πάνω σε μία πολλάκις δοκιμασμένη φόρμα. Η ιστορία δεν είναι καινούρια. Το φιλμ άλλωστε αποτελεί κινηματογραφική μεταφορά του μυθιστορήματος του Edward Anderson, Thieves like us (το οποίο γύρισε και ο Robert Altman το 1974). Ο νεαρός Bowie δραπετεύει από τη φυλακή με τη βοήθεια δύο έμπειρων εγκληματιών. Όταν τραυματίζεται κατά τη διάρκεια μιας ληστείας, τον μεταφέρουν σε ένα σπίτι όπου γνωρίζει την Keechie. Οι δυο τους ερωτεύονται και προσπαθούν να ξεκινήσουν μια νέα ζωή μαζί, αλλά το παρελθόν επιστρέφει πάντα. Οι παλιοί σύντροφοι καλούν εκείνον για μία τελευταία δουλειά και σβήνουν κάθε ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον.

Το στόρι το έχουμε ξαναδεί πολλές φορές και ο πανέξυπνος σκηνοθέτης το γνωρίζει καλά. Δεν ενδιαφέρεται για την απεικόνιση της βίας ή για μια noir άσκηση στο crime genre. Η ταινία του αποτελεί πρωτίστως μία φορτισμένη κατάθεση του ανέλπιδου έρωτα της νιότης. Με ένα βασανισμένο, σχεδόν τραγικό ρομαντισμό φέρνει μοιραία στον νου περισσότερο τους στίχους του Ρεμπό παρά τους κινηματογραφικούς προκατόχους του Ray. Το εναρκτήριο εναέριο πλάνο ήδη κερδίζει τις εντυπώσεις (πρόκειται για την πρώτη φορά στο σινεμά που σκηνή δράσης γυρίστηκε με ελικόπτερο και μάλιστα ήταν η πρώτη σκηνή που σκηνοθέτησε στην καριέρα του ο Nicholas Ray) και χαράσσει τα πλαίσια για το ιδιαίτερο οπτικό στυλ ενός ξεχωριστού δημιουργού. Η εικαστική του φροντίδα είναι ισάξια με εκείνη που αφιερώνει στους ήρωές του. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι αποτελεί πρόδρομο του James Dean και ενός ρέμπελου, αφελώς ιδεαλιστικού τρόπου ζωής που έγινε σήμα κατατεθέν στα οργισμένα νιάτα των επόμενων δεκαετιών με το μότο «ζήσε γρήγορα, πέθανε νέος». Και σε αντίθεση με τον κλασικό κυνισμό του noir χαρακτήρα, ο Bowie και η Keechie διακρίνονται από μία αθωότητα που συγκινεί αλλά αναπόφευκτα θα αποβεί μοιραία. Προχωρώντας περαιτέρω την ασέβειά του στους κανόνες του κινηματογραφικού είδους που φιλοξενεί την ταινία του, η αφήγησή του δε θα λάβει χώρα σε αστικό περιβάλλον, αλλά στον ανοιχτό ορίζοντα του αγροτικού αμερικανικού Νότου. Πανέξυπνα όμως θα περιοριστεί σε ένα καδράρισμα ασφυκτικό και στενό προκειμένου να απεικονίσει δύο ανθρώπους παγιδευμένους σε ένα road trip προς την ευτυχία. Λυρικό και παθιασμένο, το φιλμ εξυψώνεται από την στιγμή που το καταραμένο ζευγάρι παίρνει τους δρόμους με κακοποιούς και αστυνομικούς στο κατόπι τους.

Ωστόσο, το πολυσήμαντο των χαρακτήρων θα επιδείξει και έναν Ray ανήσυχο για μια κοινωνία σε κρίσιμη καμπή. Υιοθετώντας το βαρύ κλίμα του κραχ το οποίο και απηχεί το αρχικό βιβλίο, ευφυέστατα προσαρμοσμένο σε μια μεταπολεμική εποχή επικίνδυνα αποπροσανατολισμένη και βαριά απογοητευμένη, θα δηλώσει σαφέστατα πως με τις παρούσες κοινωνικές δομές και τη λειτουργία τους, σε κάθε επίπεδο της ταξικής διαστρωμάτωσης παραμονεύει η διαφθορά. Το έγκλημα είναι μια μορφή αντίδρασης και ο σπόρος του είναι βαθιά φυτεμένος παντού, εκμεταλλευόμενος τις αδυναμίες της ανθρώπινης φύσης (προσέξτε τον τίτλο του βιβλίου). Ο Bowie είναι ένα θύμα των συνθηκών ανατροφής που η κοινωνία προσφέρει ως μοναδική λύση επιβίωσης σε ένα ανήθικο πεδίο μάχης. Αλλά σύντομα αυτή η επιβίωση θα αποδειχτεί μια φενάκη και ό,τι ξεκίνησε με βία καταλήγει στη βία. Άλλωστε, όπως καλά γνωρίζανε οι αρχαίοι τραγωδοί, η κατάρα βρίσκεται μέσα στην οικογένεια – όπου οικογένεια εδώ η κοινωνία που φιλοξενεί τους ήρωες του δράματος. Ο συναισθηματικός καθοδηγητής που βρίσκεται πίσω από την κάμερα θα κερδίσει επάξια τον τίτλο του auteur από αυτό κιόλας το σταθμό της πορείας του κάνοντας τους νεαρούς συντάκτες του Cahiers du cinema να παραληρούν ενθουσιασμένοι και να αποδίδουν στον Ray την απαρχή μιας αλλαγής στο ύφος του αμερικανικού σινεμά.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

2 σχόλια:

σχέδον κάλμα είπε...

Καλησπέρα Αχιλλέα!!
Ωραία ταινία, από τα πρώτα έργα που άγγιξαν με ειλικρίνεια τον κόσμο του περιθωρίου και του απέδωσαν αισθήματα. Ο έρωτας, η αυτοκαταστροφή και ο φονικός κοινωνικός περίγυρος σημαδεύουν την ταινία αλλά και το έργο του Ρέι γενικότερα. Την είχα δει παλιά και δεν την πολυθυμάμαι αλλά παραμένει η αύρα της ακόμα.

theachilles είπε...

Πραγματικά συμφωνώ με τη διαπίστωσή σου σχετικά με την αύρα της ταινίας. Δεν είναι η πλοκή που μένει στο μυαλό χρόνια μετά την προβολή της, αλλά η ατμόσφαιρα και τα βλέματα των ηρώων της. Ίσως ο Ray θα πρέπει να αναγνωριστεί ως ο σκηνοθέτης των (αντι)ηρώων.
Καλησπέρα, έστω και καθυστερημένα.

Δημοσίευση σχολίου