Δευτέρα, 5 Απριλίου 2010

Η ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ ΚΑΙ ΜΙΑ ΜΕΡΑ (1998), του Θόδωρου Αγγελόπουλου


Ποιητής παράταιρος σε μια εποχή άφταστων ταχυτήτων, ο Αγγελόπουλος κάνει σινεμά από επιλογή. Απόφαση αναπόφευκτη από τη στιγμή που είδε πως ένα τράβελινγκ, μια καλά χορογραφημένη κίνηση της κάμερας, μπορεί να μας τοποθετήσει και να μας ταξιδέψει στο χρόνο όπως κανένα άλλο καλλιτεχνικό μέσο. Στην Αιωνιότητα και μια Μέρα θα μεταφερθούμε μέσα σε ένα πλάνο, χωρίς την παρέμβαση του μοντάζ, από τα πρόθυρα του 21ου αιώνα στα μέσα του 19ου, όπου ο Διονύσιος Σολωμός ζωγραφίζει με λέξεις μπροστά στην ελληνική θάλασσα. Κανένα άλλο φιλμ δεν κατάφερε μέχρι τώρα να απεικονίσει με τέτοια αφοπλιστική απλότητα την μεγάλη αλήθεια της ζωής: το παρελθόν και το παρόν ως συγκάτοικοι αχώριστοι. Λίγο αργότερα, θα επιβιβαστούμε μέσα στο «μαγικό» λεωφορείο και θα ακολουθήσουμε τους δυο ήρωες σε μια σύντομη μα περιεκτική περίληψή της – τα όνειρα, οι επιθυμίες και ο μύθος ως φορέας της ελπίδας. Ο Αλέξανδρος (Bruno Ganz), διάσημος ποιητής, περνάει τις τελευταίες ώρες πριν την εισαγωγή του στο νοσοκομείο από το οποίο δε θα βγει ποτέ. Ο Αχιλλέας, ένα προσφυγόπουλο από την Αλβανία, αποτελεί τη συνοδεία του σε αυτές τις τελευταίες στάσεις. Ένα μικρό παιδί θα ξυπνήσει αναμνήσεις, αλλά θα φέρει και μαζί του το μέλλον, όσα ο Αλέξανδρος δεν πρόλαβε να γνωρίσει και όλα όσα δεν θα γνωρίσει ίσως ποτέ.

Το αύριο είναι μια απλή μέρα, αλλά θα είναι πάντα αύριο. Το Αύριο, όμως, είναι το αιώνια άγνωστο, ένα ερώτημα καταδικασμένο να μείνει αναπάντητο. Ο κύκλος πρέπει να κλείσει και η αίσθηση του ανολοκλήρωτου μεγαλώνει όσο το τέρμα πλησιάζει. Ο Αλέξανδρος θα αναπολήσει στιγμές ευχάριστες, πολύχρωμες, φωτεινές. Σήμερα οι δρόμοι είναι υγροί, ο ουρανός στέκει βαρύς και η ζωή αναπνέει σε τόνους αποχρωματισμένους. Περπατάει μόνος, μετρώντας το χρόνο αντίστροφα, της αιωνιότητας και μιας μέρας ξεριζωμένο φάντασμα. Το κίτρινο μπουφάν του μικρού Αχιλλέα ξεχωρίζει, φέρνει συνειρμούς. Και όταν στην παραλία της μνήμης, ο Αλέξανδρος συναντά τους ανθρώπους της ζωής του, η ξαφνική καταιγίδα θα σημάνει το συγχρονισμό του «σήμερα» με το «χθες».

Η αποστολή και ο προορισμός του καλλιτέχνη φέρνουν μαζί τους το τίμημα της μοναξιάς. Αναγνωρίζοντας όσα έχασε, ο Αλέξανδρος νιώθει την αγωνία να ενωθεί με τους άλλους. Να τους μιλήσει με μουσική και να του απαντούν με την ίδια μελωδία. Το μικρό παιδί θα του φέρει τις λέξεις που του έλειπαν. Κορφούλα - η καρδιά του λουλουδιού, η αγάπη, ο έρωτας. Αργαδινή – το λυκόφως της ζωής. Ξενίτης – το ταξίδι ήταν εξ’ αρχής ο προορισμός. Όπως και η δουλειά του, έτσι και η ζωή θα μείνει ανολοκλήρωτη. Ο Αλέξανδρος αναγνωρίζει στον Αχιλλέα το πρόσωπο της ξενιτιάς - άλλωστε ο ίδιος χρειάστηκε να φύγει από την πατρίδα του κυνηγημένος από τη χούντα. Όπως ο Σολωμός, άσκησε την τέχνη του μακριά από το σπίτι του, μακριά από τη γλώσσα του. Ο Αχιλλέας όμως δε θα του μάθει μόνο τις λέξεις. Θα του δείξει και πώς να σταθεί σαν πέσει η αυλαία. Ο θάνατος του Σελίμ γεννάει τη νοσταλγία για τον μεγάλο κόσμο που δε γνωρίσαμε, σε μια σκηνή που σαν την αντικρίσεις δύσκολα τη λησμονείς. Εκεί που η ζωή συναντάει τον θάνατο και ο μεγάλος σκηνοθέτης – ποιητής υποχωρεί από τις κινηματογραφικές του αρχές και χαρίζει στο πρόσωπο του μικρού Αχιλλέα ένα κοντινό πιο αποκαλυπτικό για τη ζωή του Αλέξανδρου από όλα τα βλέμματα του Bruno Ganz μαζί.

Στην υπόλοιπη ταινία κυριαρχεί το βάθος πεδίου και τα πλάνα – σεκάνς που αναδεικνύουν τη σημασία του περιβάλλοντος, του τοπίου, της φύσης. Ο Αγγελόπουλος δεν παραλείπει να αφήσει το σχόλιό του για την Ελλάδα του σήμερα, τον κόσμο των (κατ’ όνομα) ανοιχτών συνόρων και την νέα Ευρώπη που μοιάζει περισσότερο με μια ήπειρο προσφύγων. Στα συρματοπλέγματα που χωρίζουν δύο πατρίδες και στο κόκκινο φανάρι όπου ο Αλέξανδρος συναντά τον Αχιλλέα, η προσωπική μας ιστορία τέμνεται με την Ιστορία. Αυτή θα συνεχίσει και χωρίς εμάς. Ίσως και εμείς να προχωρούμε χωρίς αυτήν, αν υπάρχει κάποιος να μας περιμένει στην άλλη πλευρά. Για τον Αλέξανδρο υπάρχει η Άννα. Η κάμερα θα κινηθεί αργά και θα αποκαλύψει αυτό που όλη την ώρα μας διέφευγε: και το μέλλον ζει κάτω από την ίδια στέγη, μέσα στο ίδιο κάδρο με το παρελθόν και το παρόν. Ο Αλέξανδρος θα μας γυρίσει την πλάτη και θα αφήσει τις λέξεις να συμπληρώσουν κομμάτι – κομμάτι τον χάρτη του συναισθηματικού ταξιδιού για έναν ακόμα Οδυσσέα του Θόδωρου Αγγελόπουλου.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

3 σχόλια:

celin είπε...

Eξοχη κριτικη για μια εξισου εξοχη ταινια.Ομολογω οτι μεχρι προσφατα δεν ειχα ασχοληθει με τον Αγγελοπουλο,δεν εχω σε εκτιμηση τον Ελληνικο Κινηματογραφο κ εκανα το λαθος να εξισωσω τον Αγγελοπουλο με τους υπολοιπους[αν κ τελευταια τα πραγματα ειναι πολυ καλυτερα με Αλεξιου,Κουτρα,Λανθιμο].

Ωσπου ειδα πρωτα αυτη τη ταινια,υστερα ΤΟ ΒΛΕΜΜΑ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ κ ΤΗ ΣΚΟΝΗ ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ
κ οπως ειναι επομενο,αναθεωρησα
Απο τις 3 αυτες,ξεχωριζω ΤΗΝ ΑΙΩΝΙΟΤΗΤΑ...
Συγχαρητηρια οχι μονο για αυτη αλλα κ για ολες τις αναρτησεις σου.

theachilles είπε...

Καλησπέρα celin,

Ευχαριστώ πολύ για τα καλά σου λόγια. Προσυπογράφω το χαρακτηρισμό έξοχη για την Αιωνιότητα και Μια Μέρα, καθώς επίσης και για το σύνολο της φιλμογραφίας του Αγγελόπουλου. Καλώς ή κακώς, είναι μακράν ό,τι καλύτερο έχει προσφέρει ο ελληνικός κινηματογράφος στο σύνολο της ιστορίας του, ενώ θα τολμούσα να πω ότι κάθε φιλμ του αποτελεί και μια κορυφαία στιγμή για το σύγχρονο ελληνικό πολιτισμό.

Προσωπικά μιλώντας, το Βλέμμα του Οδυσσέα και το Ταξίδι στα Κύθηρα αποτελούν τις κορυφώσεις του έργου του και είναι δύο ταινίες που πραγματικά θα χρειαζόμουν δεκάδες χιλιάδες λέξεις για να χωρέσω όσα με κάνουν να σκεφτώ. Η Σκόνη του Χρόνου μεγαλώνει μέσα μου σε κάθε προβολή, αλλά για την καλύτερη εκτίμησή της, θεωρώ, ότι πρέπει να δεις και το Λιβάδι που Δακρύζει. Παρόλο που ανήκουν σε μια τριλογία, είναι αυτόνομες ταινίες, ωστόσο διακρίνω μια ενότητα συμβόλων και θεμάτων που θα σε μυήσει ακόμα περισσότερο στη Σκόνη του Χρόνου. Έτσι κι αλλιώς, όμως, θα σου πρότεινα ανεπιφύλακτα το Λιβάδι. Τώρα που το σκέφτομαι, ας το προσθέσω ως κορύφωση στο έργο του Αγγελόπουλου

celin είπε...

ΣΕ ευχαριστω για τη ταινια που μου προτεινεις,οπου πετυχω το dvd θα το νοικιασω.Χαιρετω!

Δημοσίευση σχολίου