Τρίτη, 6 Δεκεμβρίου 2011

LE GAMIN AU VELO (2011), των Jean-Pierre και Luc Dardenne

Το σινεμά των αδερφών Dardenne είναι αναγκαίο, σήμερα περισσότερο από ποτέ. Σε μια εποχή οικονομικής, κοινωνικής και ιδεολογικής κρίσης σε παγκόσμιο επίπεδο, η επιστροφή σε έναν πρωταρχικό ουμανισμό μοιάζει με μια χειρονομία ελπίδας. Η αφηγηματική απλότητα, ο νατουραλισμός που αγγίζει τις νόρμες ενός ντοκιμαντέρ, οι εξαιρετικές ερμηνείες – όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που εδώ και χρόνια καθιέρωσαν και πιστά υπηρετούν, όσο παλιομοδίτικα κι αν φαντάζουν, συνιστούν μια μοναδικά αναζωογονητική εμπειρία για το θεατή. Γνωρίζεις τι να περιμένεις κάθε φορά που το όνομά τους αναγράφεται στους τίτλους αρχής, μπορείς να είσαι βέβαιος όμως για το επίπεδο της δουλειάς τους ενώ για εκείνους που αποδεικνύονται, όχι ακριβώς πιο παρατηρητικοί, αλλά περισσότερο «ανοιχτοί» συναισθηματικά, σε κάθε νέο τους φιλμ θα βρουν και μια ιδιαίτερη, φρέσκια πινελιά.

Έτσι, στο αμέσως προηγούμενο φιλμ τους, το εξαίσιο Le Silence de Lorna, μια στιγμή μεταφυσικής υπέρβασης – επιλογή καινοφανής στον κινηματογράφο των Βέλγων - καραδοκούσε στο φινάλε. Στο Le Gamin au Vélo επιστρέφουν ξανά στον αυστηρά οριοθετημένο ρεαλισμό, αυτή τη φορά όμως με μια έκδηλη αισιοδοξία. Τα κάδρα είναι ηλιόλουστα και διόλου τυχαία οι ίδιοι επισημαίνουν στις συνεντεύξεις τους ότι επέλεξαν για πρώτη φορά στην καριέρα τους να κάνουν γυρίσματα μέσα στο καλοκαίρι. Αυτή η φωτεινή εισβολή, που ενισχύεται από την πρωτοφανή χρήση μουσικής, μαρτυρά εύγλωττα τις προθέσεις των Dardenne. Εδώ ενδιαφέρονται περισσότερο για την κάθαρση, τη λύτρωση που επέρχεται της μετάνοιας. Ο μικρός τους ήρωας αναγνωρίζει τα λάθη του και μοιάζει διατεθειμένος να υποστεί την τιμωρία του.

Αν η επιρροή του Κλέφτη Ποδηλάτων είναι προφανής (αντίστροφα από το φιλμ του De Sica, ο μικρός Cyril εδώ έχει το ποδήλατο και ψάχνει τον πατέρα), στην πραγματικότητα το Le Gamin au Vélo θυμίζει περισσότερο τα 400 Χτυπήματα του Truffaut και τη διεισδυτική ματιά του τελευταίου στις δυσκολίες της ενηλικίωσης. Το ποδήλατο είναι ο καταλύτης όπου συμπυκνώνεται η βαθύτερη ανάγκη του Cyril για διαρκή κίνηση σε έναν κόσμο σκληρό κι ακατανόητο. Η πρώτη του στάση θα είναι στην – εξ’ ατυχήματος – αγκαλιά του με τη Samantha. «Μπορείς να με κρατάς», θα του ψιθυρίσει εκείνη, «αλλά όχι τόσο σφιχτά». Για μία ακόμα φορά, οι Dardenne θα μιλήσουν για την εμπιστοσύνη στον Άλλον, για την ουσία και την αξία του συν-υπάρχειν. Η Samantha αποφασίζει να βοηθήσει το αγόρι προκειμένου αυτό να εξέλθει του κόσμου της βίας και να γνωρίσει την αγάπη. Ο συγκλονιστικός Thomas Doret ενσαρκώνει τον Cyril σαν ένα αγρίμι έτοιμο να εκραγεί, έτσι που υποφέρει από την αδυναμία του να εκφράσει τη ανάγκη του για προσοχή. Στο φιλμ δεν υπάρχει η κλισέ παιδική ευγένεια, αλλά η ενήλικη γενναιοδωρία.

Η Cécile De France αποδεικνύεται ιδανική επιλογή για τη ρεαλιστική εικονογράφηση ενός χαρακτήρα βγαλμένου θαρρείς από τον ανθρωπιστικό ιδεαλισμό των Βέλγων σκηνοθετών. Η φυσικότητα της ερμηνείας της είναι ο στύλος πάνω στον οποίο χτίζεται ολόκληρο το έργο. Βλέπετε, οι Dardenne δεν ενδιαφέρονται να δώσουν εύκολες ψυχαναλυτικές ερμηνείες για τα κίνητρα της Samantha. Έτσι, ως δια (κινηματογραφικής) μαγείας, αποφεύγουν κάθε μελοδραματισμό χωρίς καμία όμως έκπτωση στη συναισθηματική βαρύτητα της ιστορίας τους. Όπως και για την ηρωίδα τους, έτσι και για το σύνολο της φιλμικής ματιάς των Dardenne, δεν υπάρχει παρελθόν παρά μόνο παρόν. Και φυσικά η υπόνοια του μέλλοντος εντός του τελευταίου.

Κι αν παρασυρόμενοι από τη θέρμη της ατμόσφαιρας εμφανίζονται ολίγον επιρρεπείς προς το διδακτισμό (περισσότερο απ’ ότι στις προηγούμενες ταινίες τους), έρχεται το τελευταίο «σκετς» για να απλώσει ένα γκρι σύννεφο πάνω από τα δρώμενα – οι Dardenne αισιοδοξούν αλλά το πράττουν με τα πόδια προσγειωμένα.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου