Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

IN TIME (2011), του Andrew Niccol

«Πρέπει να θυμάσαι πως ο χρόνος είναι χρήμα», έγραφε αιώνες πριν ο Βενιαμίν Φραγκλίνος σε μια κεφαλαιώδη συμπύκνωση του πνεύματος του καπιταλισμού. Η φράση του εισχώρησε στα ήθη λαών, έφτασε να είναι μία από τις σοφές παροιμίες που μας κληροδοτούσαν οι παλαιότεροι και σήμερα γίνεται πλέον δεκτή ως αναντίρρητο αξίωμα. Η σχέση του ανθρώπου με την έννοια και το βίωμα του χρόνου υπήρξε ανέκαθεν πολυδιάστατη, ωστόσο θεωρούμενη υπό όρους οικονομικούς εμφανίζεται άκρως αποκαλυπτική των προθέσεων του εκάστοτε συστήματος. Για τους μη ευνοούμενους, το – έτσι κι αλλιώς προβληματικό – «δουλεύω για να ζω» μετατρέπεται σε «ζω για να δουλεύω» κι εμμέσως ο χρόνος πρωταγωνιστεί ως αξία ανταλλακτική. Τι θα γινόταν αν κάτι τέτοιο συνέβαινε με τον πλέον άμεσο τρόπο, αν δηλαδή ο χρόνος (οι ώρες, τα λεπτά και τα δευτερόλεπτα) αντικαθιστούσαν τα λεφτά;

Αυτός είναι ο βασικός προβληματισμός του Andrew Niccol, σκηνοθέτη του Gattaca και σεναριογράφου του The Truman Show μεταξύ άλλων, στο νέο του φιλμ με τον ταιριαστό τίτλο «In Time». Με αυτό εξακολουθεί να διεκδικεί μια θέση ανάμεσα στους πρωτοστάτες του κύματος των «σκεπτόμενων» blockbuster (ο Christopher Nolan μάλλον ηγείται της κατηγορίας αυτής). Ανατριχιαστικά επίκαιρος, χτίζει μια φουτουριστική αλληγορία για την οικονομική κρίση και δε διστάζει να πάρει μια ξεκάθαρη θέση - κάλεσμα προς επανάσταση.

Ασφαλώς η στράτευσή του είναι καθαρά συναισθηματικής τάξεως, όπως ακριβώς συμβαίνει και με τον ήρωα του φιλμ ,Will Salas, διαπίστωση που γίνεται ξεκάθαρη από το εισαγωγικό επεισόδιο με την μητέρα του πρωταγωνιστή, ατυχής ροπή του Niccol προς έναν εύκολο συναισθηματισμό, και τη σχηματική παρακίνησή του από έναν αυτοκτονικό αριστοκράτη. Ωστόσο, στην πορεία θα βασιστεί πάνω σε μύθους κινηματογραφικούς (Bonnie & Clyde) και μη (Ρομπέν των Δασών) για να εικονογραφήσει ένα αφελές αλλά ανά στιγμές ξεσηκωτικό χτύπημα απέναντι στο ανθρωποφάγο σύστημα που τρέφεται από τον ανταγωνισμό των πολλών για να θρέψει τους λίγους εκλεκτούς. Ακόμα κι όταν υποκύπτει σε – συνταγογραμμένες θαρρείς – σεκάνς δράσης και καταδίωξης (που διαδραματίζονται σε ένα Λος Άντζελες πλήρως μεταμορφωμένο από τον κορυφαίο διευθυντή φωτογραφίας, Roger Deakins), η αφήγηση παραμένει παραπάνω από αξιοπρεπής. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι βρίσκει συνεχώς αφορμές να θίξει ζητήματα άκρως ενδιαφέροντα.

Ένα από αυτά είναι η εμμονή με τη νεότητα, το αιώνιο μίσος του ανθρώπου προς τη φυσική του γήρανση, συνδεδεμένο μάλιστα με το κύμα καταναλωτισμού των τελευταίων δεκαετιών. Η εικόνα που αναδύεται κάνει τη σεναριακή ιδέα του Niccol ανατριχιαστικά οικεία και το χαρακτηρισμό «επιστημονική φαντασία» μάλλον άκαιρο - αρκεί να αναλογιστεί κανείς τα λεφτά που ξοδεύονται για να εξαφανίσει ο φαντασμένος (και φοβισμένος) ανθρωπάκος τα σημάδια του χρόνου από πάνω του. Ωστόσο, η σπουδαιότερη σκηνή έρχεται κάπου στο μέσο του φιλμ. Όταν ο Will εξηγεί στη Sylvia με ποιον τρόπο έμαθε να επιβιώνει στο γκέτο «κλέβοντας» χρόνο από τους άλλους, το μυστικό βρίσκεται στο εγγενές ένστικτο της συμπάθειας. Μια ιδέα που έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την εξελικτική θεωρία του Δαρβίνου περί επικράτησης του ισχυρότερου και που δείχνει ότι ο Niccol έρχεται καλά μελετημένος για να παραδώσει την αντικαπιταλιστική του δήλωση.

Εύλογα θα αναρωτηθεί κανείς πώς επικαλείσαι το ρόλο του συνειδητοποιημένου - σε επίπεδο πολιτικής και οικονομικής ευθύνης - καλλιτέχνη όταν κάνεις ταινίες με διόλου ευκαταφρόνητο προϋπολογισμό και με πρωταγωνιστή ένα λαμπρό τέκνο της show-biz. Κάθε απάντηση μοιάζει αμφιλεγόμενη, σε αντίθεση με την ερμηνεία του Timberlake που για μία ακόμα φορά στέκεται απροσδόκητα ικανοποιητικά, σε σημείο που να καλύπτει την ερμηνευτική ανεπάρκεια της Seyfried. Κορυφαίος όλων όμως στέκει ο Cillian Murphy. Μέσα από το μετρημένο του βλέμμα αποκαλύπτεται η μελαγχολία του «οργάνου ασφαλείας», προϊόν ενός συστήματος με εγγενείς μηχανισμούς αυτοσυντήρησης.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου