Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2013

ARGO (2012), του Ben Affleck


Όταν επιλέγεις για τίτλο της ταινίας σου το όνομα Αργώ, η σύνδεση - συνειδητή ή ασυνείδητη - με την αρχαιοελληνική μυθολογία και, κατ' επέκταση, την έννοια, τη χρησιμότητα και την πλάνη του (κάθε) μύθου είναι ένα φυσικό επόμενο. Το ότι ο
Ben Affleck κατορθώνει να εντάξει αυτήν την προβληματική σε μια ταινία βασισμένη σε ένα αληθινό, ιστορικό γεγονός (την ομηρία 52 ατόμων στην αμερικανική πρεσβεία της Τεχεράνης από το Νοέμβρη του '79 ως το Γενάρη του '81), είναι ένα αναμφισβήτητο επίτευγμα. Από το συμπαθητικό ντεμπούτο του, Gone Baby Gone, και περνώντας από  το αξιόλογο μα άνισο The Town, η πρόοδος του σκηνοθέτη από ταινία σε ταινία είναι τόσο εμφανής που τον κατατάσσει μονομιάς στην πρώτη γραμμή της χολιγουντιανής μηχανής. Με συνταγή παλιομοδίτικη και γραφή μοντέρνα, το Argo στοχάζεται πάνω στα δίπολα "σινεμά και πραγματικότητα" και "ψέμα κι αλήθεια", ψάχνοντας να εντοπίσει την πραγματική θέση του μύθου ανάμεσα στα δύο άκρα. Η έρευνα αυτή δεν περιορίζεται σε νύξεις και υπονοούμενα, αλλά κατέχει πρωταρχικό ρόλο στη φόρμα του φιλμ. Ο ...υπομονετικός θεατής θα διαπιστώσει στους τίτλους τέλους, σε μια αντιπαραβολή πραγματικών και κατασκευασμένων εικόνων, την αφοσίωση με την οποία ο Affleck έστησε πλάνα και σκηνές με στόχο την "ακριβή" αναπαράσταση αληθινών συμβάντων. Το ζήτημα διευρύνεται ακόμα περισσότερο από την ομολογία του σε συνεντεύξεις ότι σε πολλές στιγμές της ταινίας του αναπαρήγαγε ("αντέγραψε", με τα δικά του λόγια) σκηνές και λήψεις από δύο ταινίες των 70's, το All The President's Men και το The Killing of a Chinese Bookie. Λαμβάνοντας υπόψη πως το σεναριακό επίκεντρο βρίσκεται στη (ιστορικά αληθινή) συνεργασία ανάμεσα σε CIA και Hollywood κατά τη διάρκεια της ομηρίας στο Ιράν, το σκηνοθετικό παιχνίδι που στήνει εδώ ο Affleck είναι τουλάχιστον ευφυές.

Είναι γνωστό εδώ και πολλές δεκαετίες πως οι μυστικές υπηρεσίες αλλά και η κυβέρνηση των ΗΠΑ διατηρεί μια αγαστή συνεργασία με τα παλαιά στούντιο και τις νυν πολυεθνικές της κινηματογραφικής βιομηχανίας, που απλώνεται από διαδικασίες ρουτίνας, όπως η εκπαίδευση αμερικανών στρατιωτών, έως συμβάντα απίθανα, σαν κι αυτό που σκαρφίστηκε ο αληθινός Tony Mendez και το επιτελείο του πίσω στο 1979. Άλλωστε, σε ένα έθνος που στερείται συνεκτικών δεσμών ιστορικής φύσεως, η μυθοπλασία καλείται να καλύψει το κενό. Όμως, αυτή η συνεργασία είναι μια υπόθεση καθαρά πολιτική με την οποία ο Affleck εσφαλμένα προσπαθεί να ξεμπερδέψει με μια απλή δήλωση - κατηγορία των χειρισμών του αμερικανικού κράτους στο Ιράν, στο voice over των πρώτων λεπτών. Στη συνέχεια, προσποιείται ότι υιοθετεί μια γραμμή ανθρώπινη κι α-πολιτική (πράγμα εξορισμού αδύνατο) και θέτει την ιδεολογία της ταινίας του σε αυτόματο πιλότο. Έτσι, το Argo γεμίζει από όλα τα κλισέ και τους ...μύθους με τα οποία η δυτική ματιά ντύνει την Ανατολή (η απεικόνιση των "αγροίκων" Ιρανών είναι εξωφρενικά μονοδιάστατη με την άκρως ειρωνική εξαίρεση της υπηρέτριας), υμνώντας παράλληλα σε ύφος πατριωτικό τον ατομικό ηρωισμό των Αμερικανών.

Έτσι, παρακολουθώντας το φιλμ (γαντζωμένος στο κάθισμά σου, είναι η αλήθεια), αναρωτιέσαι αναπόφευκτα αν ο Affleck ξέχασε βολικά ότι και η δική του ταινία είναι ένα χολιγουντιανό κατασκεύασμα, και μάλιστα εν μέσω περιόδου έντασης ανάμεσα σε Ιράν και ΗΠΑ, ή αν πίσω από τα δρώμενα βρίσκεται μια καλά κρυμμένη και πανέξυπνη ειρωνεία. Προς το τελευταίο δε συνηγορούν τόσο οι σκηνές παρωδίας προς την Μέκκα του κινηματογράφου, ερμηνευμένες με κέφι από το δίδυμο John Goodman κι Alan Arkin, όσο εκείνο το φαινομενικά στερεοτυπικό τελευταίο πλάνο του Mendez αγκαλιά με το γιο του: η κάμερα θα τους αφήσει και θα περιπλανηθεί στο δωμάτιο του μικρού, διακοσμημένο με σούπερ ήρωες, κατασκευάσματα της σύγχρονης αμερικανικής μυθολογίας, όπως ακριβώς ο πατέρας του. Όσο το ερώτημα μένει αναπάντητο, το σίγουρο είναι πως επιστρέφοντας σε θέματα χαμηλότερου ρίσκου, ο Affleck είναι ήδη έτοιμος να παραδώσει εξαιρετικά πράγματα (εδώ ισορροπεί με σιγουριά σε έναν εύθραυστο ιστό σασπένς, κλειστοφοβικού θρίλερ και σχεδόν σουρεαλιστικής σάτιρας, έστω κι αν το παρατραβάει σε ορισμένες στιγμές). Αν κι εφόσον στραφεί ξανά προς ένα σινεμά πολιτικό, διαθέτει ήδη το απαιτούμενο ταλέντο, την τεχνογνωσία και την αφηγηματική σοφία για να παραδώσει την επόμενη μεγάλη αμερικάνικη ταινία του είδους. Θα του χρειαστεί λίγο περισσότερη τόλμη, μια σαφώς πιο γενναία απόσταση από τον politically correct ακαδημαϊσμό και η συνειδητοποίηση πως στην κινηματογραφική σκηνοθεσία δεν υπάρχει επιλογή μη πολιτική. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου