Τρίτη, 3 Απριλίου 2012

ΔΕΣΜΑ ΑΙΜΑΤΟΣ (2012), του Νίκου Παναγιωτόπουλου


Ο Παναγιωτόπουλος είναι ένας δημιουργός με ιδιαίτερη υπογραφή την ίδια στιγμή που επιδεικνύει χαμαιλεόντια προσαρμοστικότητα στα διάφορα κινηματογραφικά είδη. Γνήσιος εκπρόσωπος μιας γενιάς σκηνοθετών που έκανε σινεμά από ασίγαστη προσωπική ανάγκη, συνεχίζει μέχρι και σήμερα να παραδίδει ταινίες με συχνότητα αξιοζήλευτη. Το τίμημα είναι αναμενόμενο: για κάθε σαγηνευτικό
Delivery θα υπάρχει κι ένα Πεθαίνοντας στην Αθήνα, για κάθε εξαιρετικό Αθήνα-Κωνσταντινούπολη θα υπάρχει και μια μετριότητα σαν τα Οπωροφόρα της Αθήνας. Έτσι και τώρα, μπροστά στην επιθυμία του να μεταφέρει στην μεγάλη οθόνη το βραβευμένο μυθιστόρημα της Μαρίας Πάουελ, ούτε οι τεράστιες δυσκολίες χρηματοδότησης εν μέσω της οικονομικής κρίσης στάθηκαν ικανές να τον πτοήσουν. Αφουγκραζόμενος τη νέα εποχή, αρπάζει μια ψηφιακή κάμερα και με πενιχρά μέσα θέτει εαυτόν και συνεργάτες στην υπηρεσία του προσωπικού του οράματος.

Το τελικό αποτέλεσμα στέκει σαν ένα παράξενο κινηματογραφικό υβρίδιο, ανάλογο ενός θεατρικού μονολόγου, χωρισμένο εμφανώς σε δύο, μάλλον άνισα, μέρη. Στο πρώτο διαχέεται μια μεταγκονταρική αστική μελαγχολία καθώς η ψυχρή - κι απαθής πέρα από τις δυνάμεις της – Μαργαρίτα περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας. Ανακαλώντας έντονα τον Kar Wai της δεκαετίας του 90’ με γενναιότερες όμως δόσεις εσωστρέφειας, η ηρωίδα μοιάζει με τα ανδροειδή με τις καθυστερημένες αντιδράσεις του 2046 μόνο που αντί για τις γραμμές του τρένου, το δικό της αέναο ταξίδι διαπερνά τα σύννεφα γεννώντας ένα αγεφύρωτο χάσμα με τα επί της γης δρώμενα. Διόλου τυχαία οι ερωτικές σκηνές πασχίζουν να αναπνεύσουν αισθησιασμό, η αποτυχία τους όμως συγκεντρώνεται στις αδέξιες χειρονομίες μιας γυναίκας συναισθηματικά κλειδωμένης. Η στεγνή εκφορά του λόγου λειτουργεί άψογα ως μηχανισμός αποστασιοποίησης στη voice-over αφήγηση που άλλωστε κατέχει και τον πρώτο λόγο, αλλά αφήνει άσχημη εντύπωση στις διαλογικές σκηνές όπου εύκολα μπορεί να θυμίσει αυτήν την ενοχλητική (μη) αίσθηση προφορικότητας που το σύγχρονο ελληνικό σινεμά τείνει να μετατρέψει σε «σχολή» (υπό την επιρροή του Κυνόδοντα, την μόνη όμως ταινία όπου αυτό ήταν οργανικά συνδεδεμένο με την κεντρική ιδέα).

Στο δεύτερο μέρος, ο Παναγιωτόπουλος και η Μαργαρίτα ταξιδεύουν στην ελληνική επαρχία και στήνουν ένα ηλιόλουστο νουάρ της μοναξιάς, σε ένα τοπίο που μοιάζει να εκφράσει τις εγγενείς αντιφάσεις της ηρωίδας. Η ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του πρώτου ημιώρου δίνει τη θέση της σε μια ταινία που αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στον υπαρξιακό προβληματισμό και την καταγραφή μιας παθογένειας κοινωνικής. Σα να μην έφτανε αυτό, ο σκηνοθέτης νιώθει την ανάγκη να εντάξει την αποσπασματική και μοντερνιστική του αφήγηση σε ένα συμβολικό μεν, κλειστό δε, κύκλο για να σιγουρευτεί πως θα εκφράσει καλύτερα το αδιέξοδο της ζωής για την Μαργαρίτα. Κάποιες από τις χιουμοριστικές στιγμές βγάζουν γέλιο, άλλες προκαλούν απλά αμηχανία και, όπως όλα τα υπόλοιπα στοιχεία στην ταινία, μας βεβαιώνουν για την μετριότητα στην οποία αυτοκαταδικάζονται τα Δεσμά Αίματος – χωρίς καν να το αξίζουν.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου