Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

MIDNIGHT IN PARIS (2011), του Woody Allen

Δεν υπάρχει καμία έκπληξη στη διαπίστωση ότι ο Woody παραδίδει με τη νέα του ταινία ένα ακόμα κεφάλαιο στην αυτοβιογραφία του. Το γεγονός όμως ότι σε αυτήν την ηλικία διαλέγει να μειώσει τη επίδειξη ευφυΐας και φαρμακερής ατάκας για χάρη ενός ανόθευτου, ανεπιτήδευτου ρομαντισμού δεν μπορεί παρά να μας αναγκάζει σε βαθιά υπόκλιση. Μα αυτός δεν υπήρξε πάντα ο κινηματογραφικός Allen; Ένας απεγνωσμένος υπαρξιστής φιλόσοφος, καταδικασμένος να προσπαθεί – μάταια, τώρα πια το ξέρουμε αλλά καθόλου δεν μας νοιάζει – να πείσει τον εαυτό του ότι τα παραμύθια μπορούν να γίνουν αληθινά. Στο Midnight in Paris υιοθετεί ένα σκηνοθετικό άγγιγμα ελαφρύ σαν πούπουλο για να εικονογραφήσει την, αγαπημένη του τα τελευταία χρόνια (βλ. Vicky Cristina Barcelona), αντιπαράθεση ανάμεσα στο συμβιβασμό και την αντίδραση, την ασφάλεια και το άσβεστο πάθος.

Στην πραγματικότητα έχουμε τη σύγκρουση δύο διαφορετικών κόσμων: ο πρώτος προσανατολισμένος στο αποτέλεσμα κι ο δεύτερος στη διαδικασία. Η επιλογή είναι ξεκάθαρη για τον αγαπημένο μας σκηνοθέτη, αλλά όχι χωρίς το τίμημά της. Βλέπετε, ο κυνισμός εδρεύει τόσο κοντά στην καρδιά του ρομαντισμού που χρειάζεται μια σοφία ξεχωριστή για να τον αποδώσεις. Αποτίνοντας το δικό του φόρο τιμής στη δεκαετία του ’20 και στους καλλιτέχνες της, ο Allen επιδίδεται ταυτόχρονα σε έναν αφοπλιστικό αυτοσαρκασμό για τη νοσταλγία που υιοθετείται ως εύκολη λύση, για τη ψευδαίσθηση ότι αν ζούσαμε σε άλλη εποχή (οποιαδήποτε πέρα από το καταραμένο τώρα), όλα θα ήταν καλύτερα.

Όσο και να υποσκάπτει όμως τη ρομαντική μας πλευρά, δεν μπορεί να κρύψει τη λαχτάρα του για αυτήν και τη συμπάθειά του για τη συντριβή που γνωρίζει σε μια εποχή αυτοματοποίησης. Κι εδώ ακριβώς διαπιστώνει (με τους θεατές να στέκουν ευτυχείς μάρτυρες) τη θέση του και, μαζί, την καλή του τύχη. Δεν είναι παρά ένας παραμυθάς μεθυσμένος με τις απεριόριστες δυνατότητες που του προσφέρει απλόχερα η τέχνη του. Η μαγεία της νοσταλγίας και το ταξίδι που περικλείει εντός της είναι εγγενή στοιχεία της έβδομης τέχνης. Μόνο στο σινεμά, εντός της σκοτεινής αίθουσας, ο χρόνος και ο θάνατος (μοιάζουν να) τιμωρούνται για την αλαζονεία της παντοδυναμίας τους.

Επιστρατεύοντας το μαγικό ρεαλισμό στον οποίο και αρίστευσε σχεδόν τριάντα χρόνια πριν με το Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου, καταγράφει μια συλλογική, προυστικής ατμόσφαιρας, αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Κι ας μη ξεχνάει ποτέ ότι δεν υπάρχει καμία λύτρωση και ο χαμένος παράδεισος είναι μια χίμαιρα. Αν δεν παραιτείται μπροστά στην ματαιότητα αυτή, το οφείλει στο καθαρτήριο χιούμορ του. Η μάζωξη μιας τόσο εκλεκτής παρέας - Hemingway, F. Scott και Zelda Fitzgerald, Cole Porter, Picasso, Cocteau, Man Ray, Gertrude Stein – συνοδεύεται από σκηνές αβίαστου γέλιου (αν και αυτή τη φορά το συνοδευτικό δάκρυ φέρει μια γεύση αλλιώτικη), με την παράσταση να κλέβει άνετα ο Adrien Brody ως Salvador Dali. Τα inside jokes δίνουν και παίρνουν (η «πραγματική» πηγή έμπνευσης του Bunuel για τον Εξολοθρευτή Άγγελο, το «Where I come from, people measure their lives in coke spoons» του Gil στον T. S. Eliot), ενώ η κριτική στο σύγχρονο Hollywood παραμένει πάντα εμπνευσμένη.

Εννοείται πως η απεικόνιση της Πόλης του Φωτός είναι εντελώς τουριστική, αλλά ευτυχώς οι Γάλλοι (σε αντίθεση με τους Άγγλους που του την έπεσαν για τα καλά με το Match Point) αντιλήφθηκαν την ειρωνεία που απευθύνεται πρωτίστως στον ίδιο του τον εαυτό και, συνεκδοχικά, στο κάθε Αμερικάνο που νιώθει μειονεκτικά για την έλλειψη Ιστορίας και κουλτούρας. Τα Ηλύσια Πεδία, οι Κήποι του Λουξεμβούργου, οι γραφικοί μπουκινίστ στις όχθες του Σηκουάνα, η μαγευτική Μονμάρτη, όλα είναι εδώ. Σε μια σχέση συμπληρωματική, ποτέ άλλοτε μια ταινία δεν λάτρεψε τόσο μια πόλη και την ατμόσφαιρά της και ποτέ άλλοτε μια πόλη δεν ερωτεύτηκε το ίδιο το σινεμά που την επισκέφτηκε.

Συναισθήματα που, δυστυχώς, δεν ανήκουν σε όλους. Η διαφορά που χωρίζει τον Gil και την Adriana (εξαιρετικός ο Owen Wilson, σαγηνευτική η Marion Cotillard) από τη γυναίκα του πρώτου, Inez, και τον Mike, κλασική περσόνα ψευτοδιανοούμενου στο σινεμά του Allen, είναι ενδεικτική κι αντανακλά μια (συναισθηματική) στάση ζωής. Για τους πρώτους και τους όμοιούς τους, η αίσθηση είναι μία σαν πέσουν οι τίτλοι τέλους: Δεν κάνουν πια ταινίες σαν κι αυτήν.

Μόνο αυτός.


Αχιλλέας Παπακωνσταντής

(το κείμενο δημοσιεύτηκε στις 6/10/2011 στο www.movieworld.gr)

7 σχόλια:

moody είπε...

Μαγικός Woody!

theachilles είπε...

Ποιος άλλς σαν κι αυτόν; Μεγάλη προσθήκη στην τεράστια φιλμογραφία του.

Και το Παρίσι ε;;

Annie_Hall είπε...

Αχιλλέα προφανώς ξέρεις πως άνετα κάναμε μαζί κερκίδα στη σκοτεινή αίθουσα! Έκανε θαύματα πάλι. Υπέροχη ταινία, μαγική ατμόσφαιρα. Μέσα μου κάθισε αρκετά κοντά στο Annie Hall... ΤΌΣΟ μου μίλησε!

Το 2080 πόσο τυχερός θα είναι αυτός που θα μπαίνει σε ένα νεοϋορκέζικο ταξί, θα μεταφέρεται στο Manhattan του 70 και θα στριμώχνεται σ΄ένα παγκάκι ανάμεσα στον Woody και την Diane...

fidelio είπε...

Στα 76 του τέτοια ταινια; Την εχει τη μαγεια του ο Woody!

Ζούμε τρεις ζωές παράλληλα. Αυτη που ζουμε στο παρον, εκείνη που δε ζήσαμε στο παρελθόν, και εκείνη που θελουνε να ζησουμε στο μελλον.

Η πρωτη και η τριτη συλλαμβανονται στη φαντασια. Η πρωτη ως συναντηση μνημης και νοσταλγιας, η τριτη ως συναντηση μνημης, επιθυμιας.

Ε, ο Woody κινηματογραφει τη νοσταλγια της ζωης που δεν εζησε, αλλα την υλοποιησε με τα μεσα του cinema στο επιπεδο του κινηματογραφικου του κοσμου.

Ανώνυμος είπε...

Gia mena apo tis pio taksidiarikes toy tainies to Midnight in Paris. Kai itan ontws ekpliksi giati tha to omologisw dn perimena na me syneparei. Ta ekane omws ta magika toy o Woody kai mas ekane na hathoume se alles epohes kai analogistoume pws na syndyasoume armonika to twra me to hthes.

Ανώνυμος είπε...

Επιτέλους ο Woody Allen είχε πάλι κέφια και έτσι μας χαρισε το Midnight in Paris! Ατακαδόρικο και παιχνιδιάρικο δεν γίνεται να μην σε κερδίσει :)

Ανώνυμος είπε...

Piga kai to eida kai defteri fora to Mesanyhta sto parisi. Xreiazomoun kati na mou ftiaksei tin diathesi kai itan oti eprepe! Mesanyhta sto Parisi: to kalytero farmaka enantia sti mavrila!

Δημοσίευση σχολίου