Τετάρτη, 21 Σεπτεμβρίου 2011

MELANCHOLIA (2011), του Lars Von Trier

Κάθε φόβος είναι στη βάση του φόβος θανάτου. Το κατεξοχήν άγνωστο, το ασύλληπτο, στέκει ως υπενθύμιση όλων όσων διαφεύγουν και για πάντα θα διαφεύγουν από τον έλεγχό μας. Υπογραμμίζει την περατότητά μας μπρος την απεραντοσύνη του σύμπαντος και της Ιστορίας. Γι'αυτό, σηκώνοντας το βλέμμα του στον ουρανό, αντικρίζοντας το επιβλητικό άπειρο, ο άνθρωπος διατρέχει τον κίνδυνο του πανικού, του φόβου που εκείνη τη στιγμή φαντάζει αναίτιος αλλά γεννάται μέσα από τον ανομολόγητο (ή ομολογούμενο στην περίπτωση Lars von Trier) σολιψισμό του. Τη βεβαιότητα πως ο κόσμος είναι μια τεράστια θεατρική σκηνή κι εκείνος ο αδιαμφισβήτητος πρωταγωνιστής. Βεβαιότητα που θρυμματίζεται υπό το βάρος του έναστρου ουρανού.

Η άρτι διαμορφωθείσα κατάσταση μπορεί να οδηγήσει σε ποικίλες αντιδράσεις: μία μαχητική - ηρωική, όπως θα ήθελαν οι άθεοι υπαρξιστές σαν τον Σαρτρ ή ακόμα και τον Καμύ, μία διάθεση σκωπτική - στωική ή, τέλος, μία φοβισμένη συμπεριφορά που καλύπτει όλο το φάσμα ανάμεσα στη μελαγχολία και τη βαριά κατάθλιψη, περίπτωση που είναι και η πιο δημοφιλής. Στο Melancholia, ήρωες δεν υπάρχουν (μόνο ψεύτικοι ηρωισμοί βασισμένοι στην αλαζονεία του ανθρώπου που νομίζει ότι τα ξέρει όλα). Το καινούριο φιλμ του πονηρά ειλικρινούς Δανού θα ασχοληθεί, λοιπόν, με τις δύο τελευταίες αντιδράσεις.

Χωρισμένο σε δύο κεφάλαια, που το καθένα φέρει ως τίτλο το όνομα των ηρωίδων, το Melancholia μοιάζει με συρραφή δύο ασύνδετων μεταξύ τους ταινιών. Στο πρώτο, συγγενείς και φίλοι έχουν συγκεντρωθεί για ένα πλουσιοπάροχο γλέντι με αφορμή το γάμο της Justine και του Michael. Στο δεύτερο, η Justine, η αδερφή της, Claire, ο σύζυγος της τελευταίας και το μοναχοπαίδι τους, συγκάτοικοι υπό την αναγκαιότητα των συνθηκών, αναμένουν με διαφορετικά (;) συναισθήματα τη διέλευση του πλανήτη Μελαγχολία δίπλα από τη Γη. Η θεματική σταθερά που συνδέει τα δύο μέρη είναι ξεκάθαρη – και είναι αλήθεια πως ο Trier δε δίνει δεκάρα για το πόσο προφανή θα χαρακτηριστούν τα σύμβολα που χρησιμοποιεί. Στο επίκεντρο τίθεται η κατάθλιψη, θεωρούμενη υπό το διπλό πρίσμα των κοινωνικών (εξωτερικών) και υπαρξιακών (εσωτερικών) καταβολών της.

Άριστος γνώστης της κατάστασης (κατά προσωπική του ομολογία, παλεύει με το σύνδρομο της κατάθλιψης εδώ και αρκετά χρόνια), ο Trier θα μοιράσει το βάρος της παραβολής του στα συλλογικά κι ατομικά αίτια της «ασθένειας». Το πρώτο κεφάλαιο καλύπτει τη νύχτα του γάμου. Υπάρχουν σκηνές αχρείαστες, διάλογοι και επεισόδια που φέρνουν στο νου τη γνωστή κλίση των εκπροσώπων του Δόγματος προς τη σαπουνόπερα, ομιλίες επί ομιλιών, δεύτεροι χαρακτήρες ζωγραφισμένοι με φαρδιές – πλατιές πινελιές χωρίς ιδιοσυγκρασία. Ωστόσο, υπάρχει παράλληλα και μια αφηγηματική σιγουριά που δεν περνάει απαρατήρητη, τόσο στο χειρισμό ενός ομολογουμένως μεγάλου καμβά χαρακτήρων (χωρίς να χάνεται η ισορροπία και το επίκεντρο στις δύο αδελφές) όσο και στη σοφά υπολογισμένη καταβύθιση της ατμόσφαιρας σε ατραπούς σκοτεινές που στέκουν απειλητικά στο βάθος της πορείας της Justine και, όπως θα μας αποκαλυφθεί σύντομα, της Claire. Ακόμα κι αν καταφεύγει σε εύκολους ψυχολογισμούς (για παράδειγμα υπογραμμίζει με νόημα την απόσταση που χωρίζει τους γονείς των ηρωίδων), το πράττει για να διασφαλίσει ότι η οικογένεια και, κατ’επέκταση η κοινωνία, θα δεχτεί το μερίδιο που της αναλογεί στην κριτική του.

Στο δεύτερο κεφάλαιο, η αφήγηση θα βουτήξει στα χωράφια του υποβλητικού και με τη βοήθεια του θεσπέσιου φωτογράφου του, Manuel Alberto Claro, ο Trier εξαπολύει τη βραδυφλεγή επίθεσή του στις αισθήσεις και τα αισθήματα του θεατή. Το βάρος, όπως και το υπαρξιακό άγχος, θα μετακυλήσει από την Justine στην Claire. Η τελευταία μοιάζει να παραλύει όλο και περισσότερο από το φόβο του τέλους, από τον τρόμο μίας πιθανής σύγκρουσης του πλανήτη Μελαγχολία με τη Γη. Μήπως όμως η πραγματική της αγωνία έγκειται στην πιθανότητα να παρασυρθεί από τη συνονόματη ασθένεια που κατατρέχει το εγγύτερο (και, αφηγηματικώς εξαγόμενο, ευρύτερο) περιβάλλον της; Από την άλλη πλευρά, η Justine συνειδητοποιεί με πληθωρικό τρόπο ότι η ίδια και τα ατομοκεντρικά προβλήματά της δεν είναι παρά ασημαντότητες. Σε αυτό το σημείο, οι δύο ηθοποιοί μεγαλουργούν: η Gainsbourg φωνάζει με κάθε εκατοστό της ύπαρξής της πως η γη υποχωρεί κάτω από τα πόδια της, ενώ η Dunst σχεδόν τρομοκρατεί με το απλανές, νοσηρά αιθέριο, βλέμμα της. Στην ταινία που σημαίνει την οριστική ενηλικίωσή της ως ηθοποιό, στέκεται στο κέντρο, λουσμένη υπό τη λάμψη ενός κόσμου που τελειώνει με λυγμό και κρότο μαζί.

Η αυλαία στον αναπόφευκτα υπερεκτιμημένα κόσμο μας θα πλημμυρίσει από τη μελαγχολία του γερμανικού ρομαντισμού, από τον Wagner, ακόμα και από τον Dϋrer. Οι οπερατικές βλέψεις, όμως, προσγειώνονται χάρη στην οικειότητα του σοφά επιλεγμένου περιβάλλοντος όπου λαμβάνουν χώρα τα δρώμενα. Οι ηρωίδες μπορεί να υποφέρουν πάλι, αλλά αυτή τη φορά ο Δανός τις περιβάλλει με εμφανή συμπάθεια. Κατανοεί τη μοναξιά τους που, όσο πλησιάζουμε προς το φινάλε, αναδεικνύεται σε βασικό προβληματισμό του φιλμ. «Δεν υπάρχει ζωή παρά μόνο στη Γη, κι εδώ όχι για πολύ», θα πει η Justine στην αδελφή της. Η άβυσσος που ακολουθεί το τέρμα μας φέρνει την παράλυση, κι αυτή είναι μια πορεία μοναχική. Εδώ δεν υπάρχει ελπίδα. Κι αν ο Trier δεν έχει ούτε τη στοχαστική ικανότητα, ούτε τη διανοητική συγκρότηση του Terrence Malick, η δική του διαπίστωση ότι η Χάρη δεν είναι απτή μοιάζει ανατριχιαστικά πιο προσωπική και, συνεπώς, πιο οικεία. Ή αντιστρόφως.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

(το κείμενο δημοσιεύτηκε στο www.movieworld.gr στις 8/9/2011)

4 σχόλια:

Johnny Panic είπε...

Διαθέτεις μια διαβολική ικανότητα να συνθέτεις κείμενα που μου αρέσουν περισσότερο από τις ταινίες.Είσαι επικίνδυνος.

fidelio είπε...

Καλημέρα.

Προσωπική και οικεία μοιάζει να είναι η αίσθηση σιγουρα για τον Trier.

Για την στοχαστική ικάνότητα δεν θα συμφωνήσω πολύ. Νομίζω ότι ειδικά στο δεύτερο μέρος και στην εισαγωγή, καταδεικνύει μια αξιοθαύμαστη ισορροπία αναμεσα στην δυναμική εκφραστικότητα της εξωτερικής δρασης και την εσωτερική ευγλωττία των εικόνων. Η φωτογραφία και η σύνθεση των πλάνων, σε συνδιασμό με την ασφαλώς λιγότερο ομιλιτική παρουσία των ηρώων (που όπως είπατε γίνεται φλύαρη στο πρώτο μέρος) οξύνουν τη γοητεία των εικόνων του και ανακοινώνουν με κάθε τροπο, οπτικό και λεκτικό, τόσο τις σωματικές όσο και τις νοηματικές διακυμάνσεις της μελαγχολίας.

ΥΓ. Κατ εμέ παραμένει αξεπέραστο το, αγαπήμενο, Europa.

theachilles είπε...

Johnny Panic,
Τι να πω; Ευχαριστώ υποθέτω, χαχα.

fidelio,
Μην παρεξηγηθώ, συμφωνώ κι επαυξάνω με όσα γράφεις στο σχόλιο. Συγκριτικά με τον Malick παρατήρησα τη διαφορά.

Φοβερό το Europa. Προσωπικά, μου αρέσει πάρα πολύ η πορεία που έχει πάρει η φιλμογραφία του Trier με τον Αντίχριστο και τη Μελαγχολία. Για να δούμε τη συνέχεια.

academy είπε...

Αγαπημένος Trier αγαπημένη και η Μελαγχολία του!Ο πλανήτης Μελαγχολία είναι ο πλανήτης που θα συγκρουστούμε εάν δεν αφυπνιστούμε σαν άνθρωποι.

Δημοσίευση σχολίου