Πέμπτη, 20 Μαΐου 2010

THE LIMITS OF CONTROL (2009), του Jim Jarmusch


Δεν ήταν λίγοι εκείνοι που από την αρχή της καριέρας του έχρισαν τον Jarmusch μαθητή και διάδοχο του Wenders. Αμφότεροι υιοθέτησαν τη φόρμα του road trip ουκ ολίγες φορές για να αφήσουν το πολιτισμικό τους σχόλιο, και ειδικότερα την μελαγχολική διαπίστωση για τον Αμερικανό που μην έχοντας ούτε Ιστορία ούτε πατρίδα, είναι αναγκασμένος να ζει σε διαρκή κίνηση – ο δρόμος είναι το σπίτι του. Δεν είναι εύκολο κάποιος να διαφωνήσει με την παραπάνω σύγκριση και, παρά τις προφανείς ιδιαιτερότητες του κάθε σκηνοθέτη, οι ομοιότητες μοιάζουν να μη σταματούν εδώ. Κανείς δεν πίστευε το 1984 (χρονιά που κυκλοφόρησε το Παρίσι, Τέξας) ότι ο Wenders θα μπορούσε να δώσει έστω και μια μέτρια ταινία. Το ίδιο ισχύει (ή ίσχυε;;;) και για τον Jarmusch εν έτη 2009, αφού για 25 χρόνια παρουσιάσε μια φιλμογραφία σταθερά ποιοτική, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Όπως όμως για τον Γερμανό δημιουργό έφτασε η στιγμή που δεν άντεξε κάτω από την πίεση της αναζήτησης θέματος και κατέληξε να αυτοεγκλωβίζεται σε χαοτικές δημιουργίες, έτσι λοιπόν φτάσαμε και σήμερα στο The Limits of Control.

Τραβώντας την ελλειπτικότητα και τον μινιμαλισμό της γραφής του (στοιχεία που τον ξεχωρίζουν από τον μέντορά του) στα άκρα, το καινούριο φιλμ του Jarmusch μοιάζει ανοιχτό σε οποιαδήποτε ερμηνεία. Σαν το λευκό πίνακα στο φινάλε, ο κάθε θεατής μπορεί να φύγει από τη σκοτεινή αίθουσα έχοντας τη δική του άποψη όχι μόνο για το «τι ήθελε να πει ο ποιητής», αλλά ακόμα και αναφορικά με μια στοιχειώδη περίληψη του θέματος. Υπάρχει ένα πολιτικό σχόλιο στην ιστορία του μοναχικού άντρα που παίρνει τρένα και αεροπλάνα για να δολοφονήσει έναν μεγάλο παράγοντα του καπιταλισμού, μαζί και η προφανής αναλογία του καλλιτέχνη – σκηνοθέτη που επιθυμεί διακαώς να δημιουργήσει αλλά αδυνατεί φυλακισμένος καθώς είναι από το Κεφάλαιο και τον έλεγχο (control) που αυτό επιβάλλει. Κάτι δηλαδή σαν έναν μετρημένο Hartley - άλλωστε ο Jarmusch είναι ο κατεξοχήν Αμερικανός δημιουργός που περιφρονεί τις συμβάσεις του κινηματογράφου της χώρας του και ο ευτελής πλέον όρος ανεξάρτητο αμερικανικό σινεμά ταιριάζει σχεδόν αποκλειστικά σε αυτόν και τον Κασσαβέτη. Οι παραπάνω όμως θέσεις ωχριούν μπροστά σε μία διαπίστωση που γεννιέται κυρίως μέσα από την αισθητική του φιλμ: το The Limits of Control είναι μία ταινία για την απελπισία και τον θάνατο. Πλέον δε φαίνονται καθόλου τυχαία αυτά τα τέσσερα χρόνια σιωπής που μεσολάβησαν από την κυκλοφορία του Broken Flowers. Ο Jarmusch δίνει την εντύπωση ότι αγωνίστηκε με τον μηδενισμό που ήρθε να τον καταβάλλει, αυτόν και την έμπνευσή του. Η εναγώνια απουσία θέματος έφερε τον Αμερικανό δημιουργό ενώπιον ενός αδιεξόδου που δεν ήταν ίσως προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει. Και αν αυτό από μόνο του είναι ικανό να κινήσει το ενδιαφέρον μας, το πώς το χειρίστηκε ο Jarmusch είναι τελικώς αξιοθαύμαστο: απλά κοίταξε στον καθρέφτη («Sometimes for me, the reflection is far more present than the thing being reflected», θα πει ο ήρωας του Bernal).

Το The Limits of Control είναι μια αναζήτηση πάνω σε όλο το προηγούμενο έργο του σκηνοθέτη του. Οι ομοιότητες του Isaac de Bankolé με τον Ghost Dog του Forrest Whitaker είναι έκδηλες, ενώ τα σκετσάκια με τους χαρακτήρες που συναντά θυμίζουν τα Night on Earth και Broken Flowers. Φυσικά, υπάρχει και η αποδόμηση της ιδέας πίσω από το Coffee & Cigarettes, καθώς και εδώ κάθε συνάντηση γίνεται πάνω από δύο κούπες καφέ, αλλά αντί για απολαυστικούς διαλόγους, έχουμε αποκλειστικά μονολόγους που προσκρούουν πάνω στη σιωπή του κεντρικού ήρωα. Η τελευταία πρέπει να νοηθεί ως απουσία, ως παραίτηση και, εν τέλει, ως θάνατος. Η σιωπή του Bancholé δεν έχει τίποτα κοινό με την cool ραθυμία των χαρακτήρων στο Stranger than Paradise ή στο Down by Law. Δεν σιωπά από άποψη, δεν έχει σκοπό να προσελκύσει με ένα επιτηδευμένο attitude. Αντίθετα, προσπαθεί να είναι α-μέτοχος, ένας πίνακας λευκός που πάνω του θα ζωγραφίσουμε τις σκέψεις μας και τις αναμνήσεις μας. Και τι περιμένει ο ίδιος ο Jarmusch να σκεφτούμε; Μα φυσικά τις προηγούμενες ταινίες του.

«I believe that musical instruments resonate musically even when they’re not being played. They have a memory. Every note that’s ever been played on them is still inside of them». Τα λόγια του βιολιστή θα μπορούσαν να αφορούν το σινεμά και, ειδικότερα, το The Limits of Control. Ακραία αφαιρετικό, το φιλμ αφήνει μονάχα υπόνοιες παλαιότερων δημιουργημάτων του σκηνοθέτη και αντηχεί κάτι γνώριμο μέσα από το διάλογο που ανοίγει με τον θεατή και το μνημονικό του. Μια τέτοια ερμηνεία φυσικά θα μπορούσε να οδηγήσει σε κατηγορίες περί ναρκισσισμού και εγωπάθειας ενός δημιουργού που φτιάχνει ταινίες μόνο για τους …οπαδούς του. Ωστόσο, είναι συγκινητική η αγωνία ενός καλλιτέχνη που προσπαθεί να σπάσει τα δεσμά του παρελθόντος, να αποδεσμευτεί από τον αυτο-έλεγχο (self-control) που εδώ μοιάζει να λειτουργεί ανασταλτικά και να ξεκινήσει από την αρχή με καθαρό μητρώο (λευκό καμβά). Έτσι, η περιπλάνηση του μοναχικού ήρωα μοιάζει σαν εκείνη του καλλιτέχνη προς την έμπνευση, την οποία και αναζητά σε διάφορα μέρη (μουσική, ζωγραφική, σεξ, επιστήμη, ναρκωτικά) αλλά μπορεί να τη βρει μονάχα στην απόλυτη ελευθερία, όπως εκείνη συμβολίζεται στο λευκό χαρτί που βρίσκει ο Bancholé στο τελευταίο σπιρτόκουτο, στον άδειο πίνακα και στο τελευταίο κάδρο της εξόδου. Από αυτή τη σκοπιά το ερώτημα αν μας αρέσει ή όχι το The Limits of Control καθίσταται άκυρο. Δεν είναι μια ωραία, αλλά μια αναγκαία ταινία. Δεν φτιάχτηκε για να αρέσει, φτιάχτηκε για να σώσει. Όσοι πιστοί…


Αχιλλέας Παπακωνσταντής

4 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Πολύ ωραίο κείμενο για μια απαράδεκτη, κατά τη γνώμη μου, ταινία! Πραγματικά το κείμενο είναι χιλιάδες φορές πιο ενδιαφέρον και με περισσότερο νόημα και συνοχή από τη συγκεκριμένη ταινία!

Chris Z. είπε...

Μόλις χτες την είδα την ταινία.
Μου αρέσει ο τρόπος που προσεγγίζεις το φιλμ. Προσωπικά λάτρεψα την ελλειπτικότητα και τον μινιμαλισμό της γραφής του, γεγονός που δεν αναγνωρίζεται πολύ συχνά τελευταία. Δεν συμβαίνει κιόλας τόσο συχνά για να αναγνωρίζεται. Για μια ταινία που κάθε διάλογος που ακούγεται μοιάζει βγαλμένος από κάποιο δοκίμιο για τον Άνθρωπο (και τον Jarmusch), δεν χρειάζονται φανφαρολογίες και πολυλογίες. Ακόμα και αυτός που δεν είναι γνώστης του έργου του Jarmusch μπορεί να την καταβρεί με τα «όρια του». Τώρα για το αν είναι σωστό κάποιος να κάνει ταινίες για τον εαυτό του, ανοίγοντας διάλογο για με τους οπαδούς του, θα σου απαντήσω ότι κάτι τέτοιες περιπτώσεις ψάχνουμε όλοι εμείς οι «καμένοι» για να αναθεωρήσουμε την πίστη μας σε αυτή την τέχνη. Δεν είναι υπέροχο συναίσθημα να συνομιλείς με τον αγαπημένο σου σκηνοθέτη? Ακόμα και αν ο διπλανός σου δεν θα καταλάβει, δεν έχει σημασία. Αυτή την εμπειρία εγώ δεν την αλλάζω με τίποτα. Κάπου εδώ μπορείς να θέσεις και το ερώτημα «γιατί κάποιος βλέπει ταινίες» και όχι «γιατί κάποιος φτιάχνει ταινίες». Anyway, θα μπορούσα να μιλάω για ώρες για την ταινία αλλά εσύ τα είπες καλύτερα.
Την καλημέρα μου..

P.S.: Παρατήρησες ότι κάθε διάλογος ξεκινούσε με την ίδια φράση ("Usted no habla espaρol, Ώverdad?"), κάτι σαν σύνθημα δηλαδή.

theachilles είπε...

Ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια ανώνυμε,μακάρι να έγραφες και το όνομά σου. Καταλαβαίνω την αντίδρασή σου απέναντι στην ταινία, πιθανότατα να απευθύνεται αποκλειστικά σε όσους έχουν αναπτύξει μια άκρως προσωπική σχέση με τον ίδιο τον Jarmusch, όπως φυσικά αυτή σφυρηλατείται μέσα από την παρακολούθηση του έργου του.

Chris Z,
εξαιρετικό το σχόλιό σου. Πραγματικά το "γιατί κάποιος φτιάχνει ταινίες" δεν μπορεί να απαντηθεί ξεχωριστά από το "γιατί κάποιος βλέπει ταινίες", τουλάχιστον αν θέλουμε μία ολοκληρωμένη απάντηση. Μιλώντας γενικά και απλοποιημένα, κάθε θεατής είναι σε θέση να αναπτύξει τη δική του προσωπική σχέση με μια ταινία η οποία θα έχει τελείως διαφορετικό περιεχόμενο από την αντίστοιχη σχέση του διπλανού θεατή με αυτήν. Αυτό που έχει ενδιαφέρον είναι να εντοπίσουμε την κοινή αρχή, τις κοινές βάσεις πάνω στις οποίες θεμελιώνεται αυτή η κατ'ιδίαν επικοινωνία της ταινίας με τον καθένα από εμάς. Η περίπτωση του Limits of Control φαίνεται άκρως ευνοϊκή χάρη στην αφαιρετικότητά του που μας δίνει την ευκαιρία να επικεντρωθούμε στα βασικά δομικά στοιχεία μιας ταινίας. Από την άλλη, ίσως να περιπλέκει λίγο την έρευνά μας καθότι από μόνο του μοιάζει μετέωρο, ξεκομμένο και αποκτά το πραγματικό του νόημα μόνο αν βρει τη θέση του στο σώμα της φιλμογραφίας του Jarmusch. Άρα,μήπως πρέπει να μεταφέρουμε το ερώτημα στην σχέση σκηνοθέτη - θεατή και όχι σε εκείνη της ταινίας - θεατή; Και μήπως ένα τέτοιο ερώτημα προϋποθέτει την εδώ και χρόνια αμφιλεγόμενη διάκριση σε σκηνοθέτες - δημιουργούς (auteurs) και σε σκηνοθέτες - εκτελεστές; Αντίστοιχες σκέψεις μου έχει γεννήσει η περίπτωση του Kar Wai (η συμμετοχή του Doyle στο Limits of Control μόνο τυχαία δεν μπορεί να είναι). Το 2046 δεν μπορεί να εννοηθεί (αν και κακώς επικεντρώνομαι εδώ στη νόηση, θα έπρεπε να μιλάω για αίσθηση) ξεχωριστά από τα The Days of Being Wild και In The Mood for Love. Κάποιος που δεν έχει δει αυτά τα δύο, βλέπει μια τελείως διαφορετική ταινία από τους άλλους όταν παρακολουθεί το 2046 - μιλώντας για μία αντικειμενική σταθερά της σχέσης που αναπτύσσει μια ταινία με τον θεατή της, οι υποκειμενικές είναι αμέτρητες.

Chris Z. είπε...

Συμφωνώ μαζί σου Αχιλλέα. Το να αναπτύξει κάποιος μια άποψη(ή σχέση) με μια ταινία είναι κάτι φυσιολογικό γιατί ο καθένας έχει την προσωπικότητά του. Δεν μιλάω για αυτό εγώ. Αυτό είναι το υποκειμενικό. Όλοι έχουν μια απάντηση στο γιατί βλέπουν (ή φτιάχνουν) ταινίες. Δεν μιλάω ούτε για τα βασικά δομικά στοιχεία μιας ταινίας, μιλάω για τα βασικά δομικά στοιχεία ενός auteur που δημιουργεί. Για την υπάρχουσα, προσωπική και αντικειμενική σχέση θεατή-ταινίας η οποία προϋποθέτει μια ήδη θεμελιωμένη σχέση θεατή-δημιουργού. Όπως στο Limits. Το ίδιο ερώτημα δηλαδή θέτω με σένα. Απλά για μένα δεν είναι καθόλου αμφιλεγόμενη η διάκριση που αναφέρεις μεταξύ των σκηνοθετών, είναι δεδομένη. Το παράδειγμα του 2046 που αναφέρεις είναι εύστοχο, το 2046 δεν μπορεί να εννοηθεί ξεχωριστά από τα The Days of Being Wild και In The Mood for Love, όπως το Ghost Writer δεν μπορεί να εννοηθεί ξεχωριστά από τα Ninth Gate, Chinatown και Rosemary, όπως το Un gatto nel cervello του Fulci δεν μπορεί να εννοηθεί ξεχωριστά από τα City of the Living Dead, The Beyond και πάει λέγοντας… Αυτή την σχέση και αυτή την εμπειρία εννοούσα ότι δεν αλλάζω για τίποτα, ενώ ταυτόχρονα είναι ένας πολύ σημαντικός λόγος και μια ουσιαστική απάντηση στο γιατί κάποιος αγαπάει και αναλώνεται σε αυτή την τέχνη. Ελπίζω να μη κούρασα…

Την καλησπέρα μου….

Δημοσίευση σχολίου