Τετάρτη, 5 Μαΐου 2010

LA PROMESSE (1996), των Jean-Pierre και Luc Dardenne


Ο Igor και ο πατέρας του, Roger, νοικιάζουν διαμερίσματα σε λαθρομετανάστες τους οποίους παράνομα χρησιμοποιούν ως εργάτες. Όταν ο επιθεωρητής εργασίας θα τους κάνει μια απρόσμενη επίσκεψη, θα συμβεί ένα μοιραίο ατύχημα που θα αλλάξει μια για πάντα τη ζωή του Igor. Η υπόσχεση του τίτλου αναλύεται σε δύο συνιστώσες. Πριν από οτιδήποτε άλλο, συνοψίζει την κατάσταση των παράνομων μεταναστών - το κοινωνικό σχόλιο των δημιουργών εδώ. Υπόσχεση για καλύτερο αύριο. Για μια αξιοπρεπή ζωή. Οι άνθρωποι αυτοί αφήνουν μακριά την πατρίδα τους, τα σπίτια τους, τους δικούς τους ανθρώπους σε μια προσπάθεια να αφήσουν πίσω το παρελθόν τους (όχι μια και καλή είναι η αλήθεια, πάντα συντηρούν μέσα τους την νοσταλγική ελπίδα της επιστροφής). Μήπως έτσι και καταφέρουν να γνωρίσουν ένα καλύτερο μέλλον. Καμιά γωνιά όμως τούτου του κόσμου δεν είναι ένας εκ θαύματος προερχόμενος παραδεισένιος κήπος. Κανένας τόπος, όσο μακριά και από την πατρίδα, δεν είναι ειδυλλιακός. Οι Dardenne μας θέτουν προ των ευθυνών μας και αυτός ήταν εξαρχής ο στόχος τους. Το θέμα τόσο της συλλογικής, όσο και της ατομικής ευθύνης των δυτικών σε έναν πλανήτη που «γέρνει» επικίνδυνα θα γεμίσει τα αγωνιώδη κάδρα των Βέλγων που έχουν την οξύνοια (όχι σαδισμό) και το ταλέντο να μας φέρουν σε πλήρη ταύτιση με τους ήρωες. Αριστοτεχνική άσκηση cinema- vérité, μινιμαλιστικός χειρισμός των κινηματογραφικών εργαλείων, ντοκυμαντερίστικη κάμερα (αποκλειστικά στο χέρι) και καίρια νατουραλιστικές ερμηνείες, όλα μαζί θα εγείρουν ερωτήματα στον καθένα από μας με απαντήσεις επικίνδυνες.

Και μέσα σε αυτό το πλαίσιο, οι μέχρι τότε στην καριέρα τους αποκλειστικά ντοκιμαντερίστες σκηνοθέτες θα ρίξουν τα μυθοπλαστικά στοιχεία του έργου τους. Ο δεκαπεντάχρονος Igor θα ενηλικιωθεί απότομα καθώς θα βρεθεί μπροστά σε ένα δίλημμα ξεκάθαρα ηθικής φύσεως. Να προδώσει τη συνείδησή του που για πρώτη φορά του χτυπάει την πόρτα ή να προδώσει τον μόνο άνθρωπο που μοιάζει να έχει στη ζωή, τον πατέρα του; Το γεγονός που θα ταράξει την εσωτερική του ισορροπία (πλασματική άλλωστε, γεμάτη άγνοια) είναι ο θάνατος του Amidou και η αποστολή που του αναθέτει πριν ξεψυχήσει, να υποσχεθεί ότι θα φροντίσει τη γυναίκα και το παιδί του (ξαναγυρνάμε εδώ στον τίτλο). Μέχρι εκείνη τη στιγμή, έμοιαζε να ακολουθεί χωρίς περίσκεψη τον δρόμο που ο Roger του έστρωνε και υπήρχε ως ένα ον α-ηθικό (όχι ανήθικο, όπως ο πατέρας του). Ο νόμος του πατέρα του ήταν και ο μόνος που ήξερε. Κανείς δε γεννιέται με τον ένα ή τον άλλο χαρακτηρισμό να τον βαραίνει εκ των προτέρων. Σε κάθε περίπτωση αρχίζει να ζει σε ένα περιβάλλον που τον σπρώχνει προς την κατεύθυνση που εκείνο έχει επιλέξει. Για όλους όμως έρχεται εκείνη η στιγμή που θα κληθούμε να κάνουμε την επιλογή. Ίσως δεν είναι ευδιάκριτη χωροχρονικά, αλλά της έχουμε δώσει και όνομα: ενηλικίωση, ως η ανάδυση του ηθικών κανόνων μέσα από μια ζωή που μέχρι τότε έμοιαζε με ανώδυνο παιχνίδι.

Τώρα πια ήρθε για τον Igor η ώρα να αμφισβητήσει την αυθεντία του πατέρα του. Το αίσθημα της ενοχής, πρωτόγνωρο σίγουρα, του χτυπάει το καμπανάκι κάθε φορά που συναντάει τη χήρα του Amidou, την Assita. Γνωρίζει πλέον πως κάθε επιλογή έχει και το κόστος της. Σε ένα περιβάλλον ανήθικο και κυνικό, θα ξεδιπλωθεί αργά αλλά σταθερά η συνείδησή του. Θα αρχίζει να βλέπει με άλλο μάτι την τραγική γυναίκα. Θα προσπαθεί να την διευκολύνει με διάφορους τρόπους και να έρχεται όλο και πιο κοντά σε αυτή, ενώ ταυτόχρονα απομακρύνεται από την πατρική σκιά, συχνά αγνοώντας τις εντολές του. Με διαρκώς έντονη την ουμανιστική τους διάθεση, οι Dardenne που αγαπούν όλους τους ήρωές τους, θα στήσουν μια σειρά από συγκλονιστικές σκηνές υπερίσχυσης του ηθικού όντος πάνω και από τα βιολογικά δεσμά. Ο Igor θα απελευθερωθεί από τα δικά του και θα δέσει με αλυσίδες τον πατέρα του από το πόδι (που τιμωρείται όχι τόσο για τον ανήθικο βίο του, όσο για την αδυναμία του να εκφράσει την αναμφισβήτητη αγάπη του προς τον γιο του). Την ίδια στιγμή, θα βρει στο πρόσωπο μιας απεγνωσμένης αφρικανής έναν πιθανό συνοδοιπόρο. Το προστάζει η συνείδησή του που ξύπνησε οριστικά άμα την απελευθέρωσή του. Και το επιβάλλει η οικειότητα που νιώθει στον ζωγραφισμένο στα μάτια της Assita πέρα για πέρα ανθρώπινο πόνο. Ίσως να ήθελε η ζωή να είναι όπως παλιά, ξέγνοιαστη. Όταν εν μέσω των μπελάδων του θα συναντήσει τυχαία στο λεωφορείο έναν παλιό του φίλο, το βλέμμα του θα γεμίσει με την νοσταλγία εκείνη που οι πρόσφυγες σαν την Assita νιώθουν να φουντώνει σαν συναντούν κάποιο συμπατριώτη σε ξένο τόπο. Αλλά και οι δυο ξέρουν καλά πως δεν μπορεί πλέον να υπάρξει επιστροφή.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου