Σάββατο, 26 Οκτωβρίου 2013

LA VIE D'ADÈLE, CHAPITRES 1 & 2 (2013), του Abdellatif Kechiche


Ο Τυνήσιος
Abdellatif Kechiche προκάλεσε συζητήσεις γύρω από το όνομά του ήδη από το 2003, με τη δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία του, L'Esquive. Τέσσερα χρόνια αργότερα, το La Graine et le Mulet (φιλμ-αποκάλυψη της προηγούμενης δεκαετίας για τον υπογράφοντα) ανακοίνωσε με εμφατικό τρόπο το προσωπικό στυλ του μοναδικού ίσως auteur του γαλλικού κινηματογράφου του 21ου αιώνα: ταξικές συγκρούσεις με ξεκάθαρη θέση υπέρ του προλεταριάτου στη σύγχρονη του μορφή (βλέπε μετανάστες), οι οποίες αναδεικνύονται μέσα από τη θε(α)ματοποίηση του γυναικείου κορμιού και του φαγητού αλλά και την εμμονή με το γκρο πλαν. Έξι χρόνια αργότερα, περνώντας από το αμφιλεγόμενο Vénus Noire, ο Kechiche επιστρέφει με μία απρόσμενη κορύφωση του έργου του για να επιβάλλει οριστικά τη γραφή του ως κινηματογραφικό σημείο αναφοράς στη φτωχή από αληθινούς δημιουργούς εποχή μας.

Όλα τα προαναφερόμενα στοιχεία διατηρούνται και σε ένα βαθμό εντείνονται στο La Vie d'Adèle. Κι όμως η εκκίνηση δεν προμήνυε μια τέτοια εξέλιξη. Η πρώτη ύλη ήρθε από το graphic novel της Julie Maroh, Le Bleu est une couleur chaude, επικεντρωμένο στην ερωτική ιστορία δύο νεαρών γυναικών στη Γαλλία της δεκαετίας του 90. Ο Kechiche κράτησε το βασικό κορμό, αποποιήθηκε σοφά των τραβηγμένων δραματικά επεισοδίων (η σύγκρουση της ηρωίδας με τους γονείς της, ο εθισμός της στα φάρμακα κι ο τελικός της θάνατος), παρείσφρησε τον ταξικό προβληματισμό και κατόρθωσε κάτι διόλου προφανές ή εύκολο: να αποβάλει κάθε υπόνοια κόμικ αισθητικής, κρατώντας όμως τη νεανική αίσθηση του κατεπείγοντος και του επίκαιρου που εγγράφεται στο συγκεκριμένο μέσο έκφρασης. Η Ζωή της Αντέλ είναι πάνω από όλα μία ταινία του 21ου αιώνα, σε βαθμό που ελάχιστες κινηματογραφικές δημιουργίες του σήμερα μπορούν να αξιώσουν. Αλλά ταυτόχρονα είναι διαχρονική, όχι χάρη στο στοιχειώδες του θέματος (ο έρωτας), αλλά στο ανεπανάληπτα αυθεντικό του αποτελέσματος.

Ασφαλώς και τίποτα δεν είναι τυχαίο. Ο Kechiche έφτασε εκεί χάρη σε μερικές ξεκάθαρες αποφάσεις που συντρίβουν μονομιάς τα κλισέ, τις προσδοκίες και τους άτυπους κανόνες που καλλιτέχνες και κοινό (έχουν μάθει να) επιβάλλουν στο σινεμά. Η πρώτη έχει να κάνει με την έννοια της διάρκειας. Μία τρίωρη ταινία σχέσεων μοιάζει από μόνη της ένα σιωπηρό ταμπού σε μια βιομηχανία που έχει αποφασίσει πριν από εμάς για εμάς ποια κομμάτια μιας τόσο προσωπικής ιστορίας είναι "άξια θεάματος". Το La Vie d'Adèle πετάει στα σκουπίδια τέτοια προαπαιτούμενα και βασίζει το μεγαλύτερο μέρος της συναισθηματικής του δύναμης στην έκταση και την ένταση του χρόνου. Με την εξαίρεση του Rivette (αλλά κι αυτός ποτέ σε μία θεματική τόσο οικεία), ποτέ άλλοτε στο σινεμά δεν κληθήκαμε να βιώσουμε τη ψυχολογική διάρκεια που αρμόζει σε μερικά αισθήματα προκειμένου να γεννηθούν, να κορυφωθούν και να σβήσουν. Για τα πρώτα σαράντα λεπτά θα ζήσουμε με την Adèle την καθημερινότητά της, τις συνθήκες που ευνοούν τη γέννηση ενός μεγάλου έρωτα. Οι πρώτες συζητήσεις με την Emma, στο μπαρ και στο πάρκο (σε δύο εξαιρετικά φωτογραφημένες σκηνές, το φως και το χρώμα συμβάλλουν τα μέγιστα στο αποτέλεσμα), θα κρατήσουν όσο ακριβώς απαιτείται για να ξεδιπλωθούν οι πρώτες, αμήχανες προσπάθειές τους να αφεθούν. Οι σκηνές του σεξ, με τις κραυγές πόθου να θρυμματίζουν την απαγορευμένη σε τέτοιες κινηματογραφικές στιγμές σιωπή, διαρκούν τόσο ώστε το πάθος να κατακτήσει κάθε εκατοστό του κορμιού τους, ώστε η ένωση της Adèle με την Emma να αγγίξει τα μεταφυσικά εκείνα επίπεδα που όλοι αναζητήσαμε και όλοι εκ των υστέρων κυνικά απαρνηθήκαμε. Το ίδιο ισχύει στην οδυνηρή σκηνή του χωρισμού, στην αδυναμία συμβιβασμού με το τέλος και στη σπαραχτική δοκιμασία της αποδοχής.

Φυσικά, η έννοια της διάρκειας αποκτά μία άλλη διάσταση χάρη και στην εξαιρετική δουλειά στα κοντινά πλάνα. Με τη σοφή επιλογή του σινεμασκόπ κάδρου που επιτρέπει τη συγκατοίκηση εντός του δύο προσώπων, το La Vie d'Adèle μοιάζει με εξερεύνηση στη φύση και τη λειτουργία του γκρο πλαν. Ψηλαφεί τα όρια ενός κινηματογραφικού πειράματος που στην ακραία του μορφή θα έμοιαζε με με ένα φιλμ κατασκευασμένο εξολοκλήρου από κοντινά στο πρόσωπο του ήρωα κι όπου το σενάριο θα ξεδιπλωνόταν αποκλειστικά μέσα από τις εκφράσεις και τις πλέον ανεπαίσθητες αντιδράσεις του. Ο Kechiche  θα πλησιάσει σε απόσταση αναπνοής σε χείλη που δαγκώνονται πριν φιλήσουν, σε στόματα που τρώνε με όρεξη ενδεικτική μιας ολόκληρης στάσης ζωής, σε δέρματα που κολλάνε σε σημείο έκστασης, σε μάτια και μύτες που τρέχουν ανεξέλεγκτα και σε αφήνουν μόνο με το κενό που απροειδοποίητα κατέλαβε την μέχρι πρότινος γεμάτη από έρωτα καρδιά.

Αλλά ακόμα περισσότερο, το φιλμ κατακτά τον τίτλο της πιο ειλικρινούς ιστορίας αγάπης που είδαμε ποτέ στην μεγάλη οθόνη χάρη στη θαρραλέα επιλογή σκηνών του δημιουργού της. Βλέπετε, εν έτη 2013, οι καθωσπρέπει κοινωνίες μας μπορούν ανενόχλητα να βροντοφωνάζουν ότι το σεξ χωρίς έρωτα είναι μια κενή εμπειρία, αλλά σφυρίζουν αδιάφορα όταν κάποιος επισημαίνει το ακριβώς αντίστροφο σαν μια εξίσου μεγάλη αλήθεια. Αμφιβάλλει κανείς ότι ο πόνος που νιώθουμε στο τέλος με την Adèle αγγίζει τέτοια επίπεδα συμμετοχής, ακριβώς επειδή γίναμε κοινωνοί μιας τόσο αληθινής σαρκικής ένωσης; Ο πραγματικός έρωτας δεν κατοικεί σε ροζ σύννεφα, αλλά σε χειρονομίες απτές, στις στιγμές που το ένα κορμί κατακτάει το άλλο και παλεύει να ξεφύγει από την ανεπάρκεια της μονάδας του. Για αυτό και θα χρειαστεί μια καρδιά από πέτρα για να μη λυγίσεις στη σκηνή στην καφετέρια, λίγο λεπτά πριν τους τίτλους τέλους. Σε μια συνάντηση που έρχεται μετά από ατελείωτες ημέρες πόνου και που φτάνεις με την άσβεστη ελπίδα της επανένωσης. Για να συνειδητοποιήσεις στη διάρκειά της πως ό,τι υπήρξε λατρευτικά αμοιβαίο, τώρα είναι επίπονα μονόπλευρο. Το μόνο που μένει είναι να ελπίζεις ότι αυτή η στιγμή θα κρατήσει για πάντα. Και σε μια ύστατη προσπάθεια, επιζητάς βίαια το ερωτικό άγγιγμα του ανθρώπου που αγάπησες, ίσως για να τον μεταπείσεις θυμίζοντάς του τι αφήνει πίσω, ίσως γιατί ξέρεις ότι ποτέ ξανά δε θα τον νιώσεις με τον ίδιο τρόπο. Αλήθεια, πόσο ψεύτικα και κενά μοιάζουν τα χιλιάδες love story που είδαμε μέχρι σήμερα, με τα δακρύβρεχτα λογύδρια, τα λυτρωτικά cut του μοντάζ και την πουριτανική άρνηση της σωματικής αλήθειας του έρωτα;

Δυστυχώς, όπως τόσα και τόσα αριστουργήματα στο παρελθόν, το La Vie d'Adèle θα συγκρουστεί αναπόφευκτα με τις προστατευτικές άμυνες και τα ταμπού της εποχής του, και θα συζητηθεί για τους λάθους λόγους. Κάποιοι θα σταθούν στην ομοφυλοφιλία, αγνοώντας το ταξικό-πολιτισμικό-κοινωνικό επίπεδο της αναπαράστασης των ηρώων που βρίσκεται εδώ στο επίκεντρο. Άλλοι θα επισημάνουν με ύφος αυθεντίας το "ανδρικό", ηδονοβλεπτικό γύρισμα του Kechiche και θα παραλληλίσουν το φιλμ με τσόντα - κι ας είναι γνωστό πως στην εποχή του ίντερνετ δεν υπάρχει κανένας λόγος να κουβαληθείς έξω από το σπίτι σου για να βιώσεις το πορνογραφικό ερεθισμό. Αυτός ο συγκεκαλυμμένος συντηρητισμός το μόνο που καταφέρνει είναι να κρατάει σε απόσταση ασφαλείας το σινεμά από την αληθινή ζωή. Το αριστούργημα του Kechiche, όμως, θα στέκει πάντα εκεί, οδηγός για έναν καινούριο, ελεύθερο κινηματογράφο όπου η ωμή, επώδυνη ειλικρίνεια συνυπάρχει με στιγμές αιθέριου λυρισμού. Άλλωστε, το ότι ένας Άραβας σκηνοθέτης γυρίζει τόσο αληθινές ερωτικές σκηνές, δεν είναι από μόνη της μία πολυσήμαντη πολιτική δήλωση;

Για το τέλος, μια ξεχωριστή αναφορά στις δύο ατρόμητες πρωταγωνίστριες του Kechiche. Η αφοσίωσή τους και η εκπληκτική από κάθε άποψη συνεργασία τους χαρίζει δύο ηρωίδες που θα σημαδέψουν την κινηματογραφική ιστορία. Η ακατέργαστη, αγνή ομορφιά της Adèle Exarchopoulos απέναντι σε εκείνη, γεμάτη αυτοπεποίθηση, της Léa Seydoux, γίνονται τα σημεία αφετηρίας ενός έρωτα δυνατού, ικανού να ενώσει ανθρώπους διαφορετικών κόσμων και τάξεων, έστω για όσο χρονικό διάστημα μπορεί μια φλόγα να κρατηθεί λαμπερή. Γιατί μετά, έρχεται αμείλικτη η κοινωνία, με τις προσδοκίες που μας μαθαίνει, το χαρακτήρα που μας χτίζει, τα δεσμά που μας φορά - αόρατα γι'αυτό ανίκητα. Ο έρωτας είναι πρωτίστως υπόθεση πολιτική.       

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

*****


15 σχόλια:

mpoukatsas είπε...

Εξαιρετική ανάλυση μια πολύ σημαντικής ταινίας ενός σπουδαίου δημιουργού. Δύσκολα βρίσκεις κανείς ψεγάδι, ο Κεσίς έχει δουλέψει μέχρι και την τελευταία λεπτομέρεια των μοναδικών κάδρων του, είναι πλέον φανερό ότι πρόκειται για ένα πολύ σοβαρό σκηνοθέτη με άποψη πάνω στην κοινωνία και στο σινεμά καθώς η διαπεραστική κοινωνική του ματιά δεν είναι απούσα ακόμη και αν το θέμα του είναι ο έρωτας.

theachilles είπε...

Ευχαριστώ για τον καλό λόγο Μπουκ. Πρόκειται για μια ταινία που με σημάδεψε. 2046, το Άλογο του Τορίνο, η Αντέλ, πρόκειται για τις σπουδαιότερες εμπειρίες μου σε αίθουσα μετά το 2000, αυτές οι ταινίες είναι σε ένα επίπεδο ξεχωριστό για μένα, δικό τους.

Ο Κεσίς έφτασε σε άλλο πραγματικό επίπεδο την ένωση "αλήθειας" και "κινηματογράφου", η έννοια ρεαλισμός μοιάζει φτωχή, οπότε ήταν λογικό ο κοινωνικός προβληματισμός να είναι παρών.

Άκης Καπράνος είπε...

Θα σε ξενερωσω από κάθε άποψη αλλά υπάρχει ένα ζήτημα: καμία λεσβία δεν κάνει έτσι έρωτα, καμία λεσβία δεν χύνει ρε παιδί μου με τις "πρακτικές" που το κάνουν οι δυο κουκλάρες εδώ, δεν υπάρχει αλήθεια σε αυτές τις ερωτικές σκηνές. Γιατί απευθύνονται στα ένστικτα ενός straight κοινού που έτσι περίπου έχει δει να το κάνουν μεταξύ τους οι γκόμενες στις προορισμένες γι αυτούς τσόντες. Δεν είναι άποψη αυτό. Είναι γεγονός. Και εδω ο Κεσίς δείχνει όχι και τόσο έντιμος.

Άκης Καπράνος είπε...

Επίσης, ρε φιλε το κείμενο σου αναφέρεται στη συναισθηματική ένταση της ταινίας - που δε λέω, ως εμπειρία είναι και γαμώ τις έντονες - λες και ο Κασσαβέτης δεν υπήρξε ποτέ.

Άκης Καπράνος είπε...

Πωωω, να ηταν στα ντουζένια του ο Ζουλάφσκι, τι ταινια θα έκανε με την Εξαρχόπουλος!

theachilles είπε...

Σε mail, κι όχι εδώ για ευνόητους λόγους, θέλω να μου περιγράψεις αναλυτικά την ιδίοις όμμασι εμπειρία σου με λεσβίες. Διότι πέρα από την προσωπική μου ευχαρίστηση (:P), μόνο έτσι μπορείς να ξέρεις.

Αυτό που ξέρω εγώ είναι ότι οι άνθρωποι μπορούν να χύσουν με απίστευτα πολλές πρακτικές, σχεδόν διαφορετική με κάθε παρτενέρ. Και η Adèle δεν ήταν λεσβία όπως το εννοείς εσύ. Άσε που άμα το αναλύσουμε παραπάνω, οι στιγμές του οργασμού ήταν δυο-τρεις στην οθόνη, με πρακτικές γκαραντί για ομοφυλόφιλες κι ετεροφυλόφιλες γυναίκες.

Πέραν τούτου, η "πρακτική" δεν είναι κριτήριο αυθεντικότητας. Αυθεντικότητα είναι το συναίσθημα. Σε εμένα γεννήθηκε πάθος κι έρωτας, σε άλλους μπορεί να προκαλέσει ερεθισμό, όλα τους αυθεντικά συναισθήματα σε μια σκηνή σεξ μεταξύ ερωτευμένων. Α, και για να μη ξεχάσω, σε κάποιους προκαλεί ντροπή και τάσεις φυγή από την αίθουσα. Ενδεικτικό κι αυτό επίσης..

theachilles είπε...

Αν δεν κάνω λάθος, ο Κασσαβέτης δεν έκανε νεανικό love story. Προφανώς ταινίες όπως το Μια Γυναίκα Εξομολογείται και Νύχτα Πρεμιέρας είναι εμπειρίες καταστρεπτικές για το ψυχισμό μου, αλλά σε τελείως διαφορετικό τερέν.

Αλλά μιας και πιάσαμε το όνομα, ομολογώ ότι είχα συγκινηθεί με το Ημερολόγιο του μικρού Κασσαβέτη. Ε, μετά την Αντέλ, πόσο κάλπικο φαντάζει...

theachilles είπε...

Δέχομαι πάντως την "κριτική" σου για το κείμενό μου, ήμουν όντως επηρεασμένος συναισθηματικά από την προβολή. Επειδή το είδα δεύτερη φορά χθες, πάλι αδυνατώ να αρθρώσω ορθολογικά επιχειρήματα. Ίσως του χρόνου, χαχα.

Πάντως, και μιας κι έχει σχέση και με τις σκηνές του σεξ, ο κλασσικός προβληματισμός στην Ιστορία της Τέχνης πάνω στο δίπολο καλλιτέχνη (ζωγράφου) και μοντέλου και τις σχέσεις εξουσίας που βρίσκονται εκεί, είναι ένα ακόμα επίπεδο στην αισθητική-κοινωνικοπολιτική ανάγνωση αυτής της σπουδαίας ταινίας. ΤΟ σκέφτηκα ενθυμούμενος το Rivette με το La Belle Noiseuse, λογω της κοινής αντιμετώπισης της διάρκειας. Πάντως ο Kechiche είναι σαφέστατα πιο στρατευμένος.

Άκης Καπράνος είπε...

Ειδα την ταινία με κάμποσες λεσβίες, καποιες φιλες μου, κάποιες οχι. Σε ΟΛΕΣ άρεσε πολύ η ταινία, όλες ειπαν, αχ ποσο ωραια πιανει την ανακαλυψη του σωματος μας στην αρχη. Καμια δεν ηξερε την αλλη. Ολες ειπαν το ιδιο: δε χυνουμε ετσι, ρε γαμωτο, μια λεσβια δεν ηταν στα γυρισματα; Για μενα εχει μεγαλη σημασια αυτό...

theachilles είπε...

Κοίτα, για μένα δεν έχει σημασία για όλα όσα σου είπα ήδη και για έναν παραπάνω λόγο. Δεν είναι ταινία ενός έρωτα ομοφυλοφιλικού. Είναι ταινία έρωτα (τελεία). Άσε που δε νομίζω και πολιτικά μιλώντας να χαλαστεί η γκέι κοινότητα με αυτό το έργο.

Άκης Καπράνος είπε...

Εγω εκτιμω πολυ την ταινια (4/5 της κότσαρα) αλλά δεν την βρισκω και τόσο έντιμη. Θεωρω πως το γυμνο έχει χρησιμοποιηθεί με έρεισμα εμπορικό. Δε με χαλάει, δεν το παραβλέπω κιόλας σε σχέση με όλα αυτά που επιθυμουν να κατατεθουν εδώ.

Άκης Καπράνος είπε...

Να πω πως δεν εκλαψα ομως... θα πω ψεματα.

theachilles είπε...

Αγόρι μου, το ήξερα πως είσαι δικός μας. Κάποια, όχι και τόσο σπάνια, βιώματα να κουβαλάς μαζί σου, το φιλμ σε γονατίζει...

mpoukatsas είπε...

Συμφωνώ με τον Αχιλλέα περί αυθεντικότητας των ερωτικών σκηνών καθώς η ταινία δεν είναι ντοκιμαντέρ ώστε η υποβάλλεται σε εξωκινηματογραφικά «τεστ» αλήθειας, όπως και να ορίζεται αυτή. Ο Κεσίς διάλεξε να αποτυπώσει την έκσταση με αυτό τον τρόπο, θα μπορούσε εξίσου πειστικά να έδειχνε τις ηρωίδες του να φθάνουν σε κορύφωση πάιζοντας την μακριά γαϊδούρα. Στην μυθοπλασία όλα επιτρέπονται αρκεί φυσικά να στέκουν δραματικά.
Περί εμπορικότητας, πρώτον δεν νομίζω ότι ένας δημιουργός της αξίας του Κεσίς έχει ανάγκη από τέτοια τεχνάσματα και δεύτερον πλέον μόνο κάτι τελειωμένοι πενηντάρηδες που δεν έχουν ανακαλύψει στο ιντερνετ πηγαίνουν σε «καλλιτεχνικές» ταινίες για γυμνό. Οι καιροί έχουν αλλάξει, μόνο σε κάποιες άκρως πουριτανικές κοινωνίες η ταινία θα κόψει περισσότερα εισιτήρια λόγω του σεξ (που ζήτημα είναι να διαρκεί πάνω από δέκα λεπτά σε τρεις ώρες ταινίας)

theachilles είπε...

Well said. Σε κάθε εποχή πρέπει και οι κριτικοί να ακολουθούν τους σκηνοθέτες που φέρνουν στοβ κινηματογράφο έναν αέρα ελευθερίας και προόδου.

Δημοσίευση σχολίου