Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

PLEASE GIVE (2010), της Nicole Holofcener


Ανεξάρτητο αμερικάνικο φιλμ με θέμα του τις σχέσεις, το θάνατο, το χρήμα και την ενοχή, συνοδευόμενο από θερμές κριτικές των φεστιβάλ Sundance και Tribecca. Οι περισσότεροι διαβάζοντας αυτές τις λέξεις θα (νομίζουν πως) έχουν μια σαφή, και μάλλον όχι τόσο κολακευτική, εικόνα για τι τους περιμένει στην προβολή του Please Give. Έτσι, από το πρώτο λεπτό της νέας της ταινίας, η Nicole Holofcener έχει να απαντήσει ένα πολύ κρίσιμο ερώτημα: τι το ξεχωριστό επιδεικνύει το έργο της για να αξίζει τη προσοχή μας; Η εκκίνηση είναι παραπάνω από ικανοποιητική. Συναντούμε μια ομάδα χαρακτήρων η καθημερινότητα των οποίων αντιμετωπίζεται με λογοτεχνική χάρη από τη σκηνοθέτη / σεναριογράφο. Προτάσσοντας τις ανασφάλειες και τις φοβίες τους, επιτυγχάνεται ένας διπλός στόχος. Αφενός φαντάζουν εξαιρετικά οικείοι, μια χούφτα (αντι)ήρωες που λατρεύουμε να μας κρατούν παρέα. Αφετέρου δίνουν την αφορμή στο εκλεκτό cast να παραδώσει ερμηνείες άξιες αναφοράς για την ανθρωπιά και την απλότητά τους.

Η Kate και ο Alex (Catherine Keener και Oliver Platt αντίστοιχα) είναι ένα ζευγάρι σαρανταπεντάρηδων που διατηρεί ένα μαγαζί με έπιπλα – αντίκες στο Μανχάταν. Διασχίζοντας εδώ και χρόνια τη βολεμένη ατραπό της καπιταλιστικής επιβίωσης, θα δεχτούν την επίθεση από μία ολοένα και αυξανόμενη κοινωνική συνείδηση που τους τυραννά μέρα και νύχτα αλλά τελικώς αποτυγχάνει να τους βγάλει εκτός πορείας. Ξεγελούν τις τύψεις τους δίνοντας ελεημοσύνη σε αστέγους, νίπτοντας έτσι τα χείρας για τις αδικίες του κόσμου τούτου. Η Kate, πιο ευαισθητοποιημένη από τον άντρα της, θα προσπαθήσει να συμμετάσχει σε εθελοντικά προγράμματα υποστήριξης και αλληλεγγύης ηλικιωμένων και ατόμων με ειδικές ανάγκες. Ασφαλώς αποτυγχάνει, καθώς αδυνατεί να διαχωρίσει τη συμπάθεια από τον οίκτο, ο οποίος με τη σειρά του πηγάζει από μια ξεκάθαρα αστικής προέλευσης αυτολύπηση και μοιρολατρία. Σε πλήρη αντίθεση με τα παραπάνω, το πρωταγωνιστικό ζευγάρι λειτουργεί καθημερινά ως αρπακτικό, παίρνοντας από πίσω τους θρηνούντες και αγοράζοντας οτιδήποτε μπορεί να τους προσφέρει βραχυπρόθεσμα ή έστω μεσοπρόθεσμα κέρδος («Αγοράζουμε από τα παιδιά των νεκρών», θα πει σχεδόν αυτοσαρκαστικά ο Alex). Και σα να μην έφτανε αυτό, έχουν αγοράσει το διαμέρισμα της 92χρονης Andra και περιμένουν, μάλλον ανυπόμονα, το …θάνατό της για να μπορέσουν να επεκτείνουν το δικό τους σπίτι, φτιάχνοντας έτσι την εστία του ονείρου κάθε μεγαλοαστού.

Ο χαρακτήρας της τελευταίας (η απολαυστική Ann Morgan Guilbert αποτελεί την σταθερή πηγή politically incorrect χιούμορ της ταινίας) στέκει ως ο καθρέφτης του μέλλοντος για τους υπόλοιπους. Γριά, καχύποπτη, μια μισάνθρωπος που λίγο πριν αφήσει τη ζωή, μοιάζει ανίκανη να τη συγχωρέσει για όλα τα βάσανα που της επεφύλαξε. Μοναδική της παρέα στη ζωή είναι οι δύο της εγγονές, η Rebecca και η Mary. Και αν η πρώτη είναι ίσως ο πιο αθώος ήρωας του φιλμ (λόγω ανασφάλειας και έμφυτης συστολής, αλίμονο…), η δεύτερη (η σχετικά υποτιμημένη Amanda Peet) είναι μια αθυρόστομη, σέξι νεοϋορκέζα για την οποία η φροντίδα της γιαγιάς της δεν είναι παρά μια αγγαρεία. Δουλεύει σε σπα και ασχολείται με το καθαρισμό του δέρματος – διόλου τυχαία η επιλογή του επαγγέλματος για μια γυναίκα που η υπερβολικά χαμηλή αυτοπεποίθηση και το παρελθόν που αδυνατεί να συγχωρέσει, την έχουν εγκλωβίσει σε μια επιδερμική αντιμετώπιση της ζωής. Όταν η επιφάνεια είναι αρκετά προβληματική, πώς διεισδύεις βαθύτερα; Το φιλμ εστιάζει σημαντικά στον αντίκτυπο όλων αυτών στη σχέση της Mary με την αδελφή της, Rebecca. Η μοναχική φύση του χαρακτήρα της Hall αντανακλάται στο φοβισμένο βλέμμα της, στο μπερδεμένο βηματισμό της και στον αδέξιο τρόπο που περιφέρει τα μακριά της πόδια. Σε μια ποιητικής ευαισθησίας επιλογή, η Holofcener δε θα επινοήσει κάποιο όνομα για το χαρακτήρα αυτό. Η Rebecca Hall είναι η …Rebecca, ούτε καν στον κόσμο της μυθοπλασίας όπου όλα επιτρέπονται, δεν μπορεί να βρει την ανακούφιση της συνύπαρξης με έναν (έστω φανταστικό) χαρακτήρα. Η μοναξιά της είναι απόλυτη (αναμφίβολα η κορυφαία και πιο εγκρατής ερμηνεία στην ταινία).

Παρακολουθώντας τις καθημερινές τριβές, τους προβληματισμούς, τα μυστικά και τα ψέματα των ηρώων της (στους οποίους συγκαταλέγεται και η έφηβη κόρη των Alex και Kate), η σκηνοθέτης υποσκάπτει τις επιλογές τους και τις δήθεν ενοχές τους με μία έξυπνη ειρωνική διάθεση. Ο αμερικανικός μεγαλοαστισμός μπαίνει στο στόχαστρο, χωρίς υπερβολές και άστοχο διδακτισμό. Ωστόσο, το Please Give αποπροσανατολίζεται καθώς περνάει η ώρα, με αποκορύφωμα ένα φινάλε στο οποίο όλοι όσοι κατοικούν το σύμπαν του τη «γλιτώνουν» πολύ πιο εύκολα από ότι και οι ίδιοι θα ήλπιζαν. Κάνοντας παραχωρήσεις στη σατιρική του διάθεση, το φιλμ θα υποκύψει σε εύκολες συγκινήσεις και στο κλείσιμό του θα προκαλέσει τουλάχιστον αμηχανία. Η ευτυχής κατάληξη της Rebecca και η επιστροφή των Kate και Alex στο δόγμα «η οικογένειά μας να είναι καλά και οι άλλοι να πάνε στο διάολο» καταλήγουν επιλογές αμφίσημες. Πρόκειται για μία δήλωση ειρωνική ή αντιδραστική; Η απόφαση δική σας.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου