Σάββατο, 15 Ιανουαρίου 2011

MYSTIC RIVER (2003), του Clint Eastwood


We bury our sins here, Dave. We wash them clean.

Αν και τέτοιου είδους διακρίσεις είναι χρήσιμες μόνο σε εκ των υστέρων αναλύσεις, σε γενικές γραμμές με αγγίζει περισσότερο το ευρωπαϊκό σινεμά των χαρακτήρων, της στράτευσης, της ξεκάθαρης πολιτικής δήλωσης χωρίς τη σκλαβιά της εύληπτης απ’ τον καθένα αφήγησης. Φυσικά, μιλάμε για τέχνη και είναι τουλάχιστον μικροπρεπές να απαιτείς από έναν καλλιτέχνη να εμμένει σε κυριολεκτικά σχήματα, αγνοώντας το πλούσιο και πολύτιμο εργαλείο της μεταφοράς. Ωστόσο, ποια η αποτελεσματικότητα μιας ιδέας που κρύβεται κάτω από στρώματα πλοκών και υποπλοκών ώστε να καταντάει ένα θαμμένο απολίθωμα;

Και έπειτα συναντάς μια ταινία σαν το Mystic River. Και όλα όσα πιστεύεις, μπορούν ελεύθερα να πάνε στην άκρη. Θα μπορούσα να μιλήσω για κλασικό αμερικάνικο σινεμά στα καλύτερά του. Ή να το παρομοιάσω με το The Great Gatsby, «ακαδημαϊκό» προϊόν τέτοιας κλάσης και ουσιαστικού βάθους που προς στιγμήν αναρωτιέσαι για το περιττό κάθε μεταγενέστερου ρεύματος. Βλέπεις, ένα χρόνο μετά, ο Eastwood θα κερδίσει τον άμετρο ενθουσιασμό μου για το μοντερνισμό της γραφής του (λέγε με Million Dollar Baby), ανταπόκριση που όμως θα αποδειχθεί εφήμερη απλά και μόνο επειδή απουσίαζε η άνευ εκβιασμών και σχημάτων ουσία που κρύβεται στο Σκοτεινό Ποτάμι. Αυτή που μιλάει για το φόνο και το φόβο. Για την εξουσία και το θάνατο. Τις αμαρτίες και το παρελθόν. Και, τελικά, για το πεπρωμένο και/ ή τις επιλογές μας.

Μέσα από το αστυνομικό μυθιστόρημα του Dennis Lehane, ο - 73χρονος τότε - σκηνοθέτης θα απλώσει στους δρόμους της Βοστώνης μία αρχαιοελληνική τραγωδία σαιξπηρικών προεκτάσεων με κατάληξη στην ατομική στάση ζωής αλλά και τη συλλογική ηθική της «βασίλισσας» Αμερικής. Η παιδική ηλικία του Jimmy, του Sean και του Dave θα στιγματιστεί από ένα περιστατικό απαγωγής και κακοποίησης του τελευταίου. Η κλοπή της αθωότητας, το υπέρτατο έγκλημα σύμφωνα με τον Eastwood, θα έχει ως θύματα και τους τρεις φίλους που, χρόνια μετά, θα ξανασυναντηθούν με αφορμή τη δολοφονία της κόρης του Jimmy. Η γειτονιά, ως έμψυχος οργανισμός υποκείμενος στην Ιστορία (της), διαμορφώνει τους χαρακτήρες τους και τους θέτει σε μια τροχιά. Εδώ γεννιέται ένα βασικό ερώτημα, κρίσιμο ακόμα και για το εξαγόμενο πολιτικό σχόλιο του φιλμ. Αυτή η τροχιά είναι αναπόφευκτη; Είναι το πεπρωμένο από το οποίο κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει; Ή, αντιθέτως, καθορίζεται από την ελεύθερη βούληση του ανθρώπου;

Ο καθένας δικαιούται της προσωπικής του απόψεως, για το υπογράφοντα ωστόσο δεν υπάρχει Μοίρα πίσω από τους χαρακτήρες του Mystic River. Υπάρχουν επιλογές. Από εκείνες που σε καθορίζουν και τις κουβαλάς μαζί σου για πάντα, σαν τα τατουάζ της φυλακής στο σώμα του Jimmy. Ο μελετητής του σκηνοθέτη Eastwood θα αντιτάξει την παρουσία και την επιβολή μεταφυσικής Δικαιοσύνης στο έργο του. Εδώ όμως γνωρίζει τα όριά της: ο άνθρωπος που δε λυγίζει μπροστά στο βάρος της ύβρεως. Εκείνος που δε θα δεχτεί την τιμωρία για τις αμαρτίες του παρελθόντος σκύβοντας το κεφάλι, αλλά διαπράττοντας ξανά (και ξανά) την ίδια αμαρτία. «I know in my soul I‘ve contributed to your death, but I don’t know how», μονολογεί ο Jimmy (ο Sean Penn εδώ συναντά το δικό του On The Waterfront). Και θα επιλέξει πάλι να σκοτώσει. Μετά τον πρώτο φόνο, έγινε μέτοχος μιας γνώσης ασύλληπτης (όπως θα του επιβεβαίωνε και ο βασιλιάς Μάκβεθ): έχει αποκτήσει ένα άνευ προηγουμένου δικαίωμα πάνω στον Άλλον. «It’s a hell of a thing killing a man. Take away all he’s got and all he’s ever gonna have», παρατηρεί ο William Munny του Unforgiven, το έτερο αριστούργημα του σκηνοθέτη, συγγενικό με το Mystic River ως προς την απεικόνιση των αληθινών προεκτάσεων της βίας. Ο Clint αφήνει κάτω το μάγκνουμ του Βρώμικου Χάρι και σηκώνει την κάμερα που από σοφή απόσταση και με την αλάνθαστη ισχύ της αφαιρετικότητας καταγράφει το φαύλο κύκλο: η βία φέρνει βία. Όχι ως φυσικό φαινόμενο, αλλά ως ανθρώπινη επιλογή (διαφορετικά ποιος ο λόγος να γυρίσεις το Letters From Iwo Jima;). Έχοντας ήδη σκοτώσει, ο Jimmy παίρνει ένα δρόμο φαινομενικά χωρίς επιστροφή. Όμως καμία θεότητα ή μοίρα δεν του επέβαλε τη βαριά κληρονομιά της βασιλείας. Πρόκειται για μία προφητεία αυτοεκπληρούμενη.

Λίγα λεπτά πριν το τέλος, κι ενώ φαινομενικά η πλοκή του δράματος έχει ολοκληρωθεί, έρχεται μία σκηνή που απογειώνει την ταινία σε δυσθεώρητα ύψη. Στο δρόμο επικρατεί εορταστικό κλίμα χάρη στην παρέλαση. Κοιτώντας από το παράθυρο του δωματίου του, ο Jimmy ομολογεί το λάθος του. Κι ενώ η μπάντα προελαύνει υπό τους ήχους του simper fidelis (=πάντα πιστός), η Λαίδη Μάκβεθ της Laura Linney έρχεται για να τον σταματήσει. Είναι ο βασιλιάς και ό,τι κάνει ο βασιλιάς είναι το σωστό. Αν σκότωσε, είναι γιατί έπρεπε να σκοτώσει. Οι άλλοι είναι αδύναμοι και γι’ αυτό δε θα ανέβουν ποτέ στο θρόνο. Σε αυτή τη στιγμή ανθολογίας στον παγκόσμιο κινηματογράφο, συμπυκνώνεται όλη η διαφθορά της δύναμης και της εξουσίας. Η πίστη ότι ακολουθούν το ρόλο που τους επέβαλαν ανώτερες δυνάμεις και γίνονται αδίστακτοι. Ο κύκλος της βίας και του φόνου τον οποίο επέλεξαν, αλλά, προκειμένου να αποποιηθούν της ευθύνης, τον αποδίδουν στο πεπρωμένο που γράφηκε πριν καν γεννηθούν. Η Αμερική, δυο μόλις χρόνια μετά την 11η Σεπτεμβρίου, κοιτάζεται στον καθρέφτη μέσα από τα μάτια του Penn και τη φωνή της Linney. Η Ιστορία της είναι αμαρτίες που θάφτηκαν σε κάποιο σκοτεινό ποτάμι (του χρόνου;). Αυτές όμως επιστρέφουν και αποζητούν σκληρό τίμημα (η προαναφερθείσα μεταφυσική δικαιοσύνη). Και όταν εκείνη θα επιλέξει να το ξεπληρώσει με νέες αμαρτίες, θα αποδώσει την απόφασή της αυτή στην μοίρα του ισχυρού. Μέχρι να κληθεί πάλι να (ξε)πληρώσει τη νέα δόση αίματος. Όπως ο Jimmy.

Στην πιο σκοτεινή στιγμή της φιλμογραφίας του, ο Eastwood κινηματογραφεί μια σειρά ανθρώπων που προσπαθούν να ξεπεράσουν έναν σκόπελο, επιχειρούν να διασχίσουν τη γέφυρα που συναντούν. Υπάρχει διέξοδος από την «αυτοεκπληρούμενη προφητεία» στην οποία εγκλωβίζονται. Αυτή όμως έρχεται όμως μέσα από την αυτογνωσία και τη δύσκολη πορεία της ανάληψης των ευθυνών, μια ωρίμανση επιτακτική τόσο σε ατομικό όσο και συλλογικό επίπεδο. Λίγο πριν τους τίτλους, η κάμερα θα βουτήξει στα νερά του ποταμού πριν καταφέρει να περάσει τις γέφυρες. Υπάρχει δρόμος ακόμα για όλους μας, η πορεία είναι δύσκολη και η κατεύθυνση δυσδιάκριτη. Εδώ δεν υπάρχει άσπρο και μαύρο (η δολοφονία που διαπράττει ο Dave είναι «δίκαια»;), παρά ατελείωτο γκρίζο.

Στο Hollywood έχουν μια αγαπημένη φράση κάθε φορά που αναπολούν τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου. «They don’t make ‘em like this anymore».
Well, Clint does.

2 σχόλια:

argiris-cinefil είπε...

Υπέροχο το κείμενό σου.
Ένα από τα ελάχιστα αριστουργήματα του σύγχρονου αμερικανικού κινηματογράφου. Θα συμφωνήσω 100% μαζί σου ότι η μοίρα εδώ δεν παίζει κανένα ρόλο. Είναι καθαρά θέμα επιλογών.

Αυτή η σκηνή στο παράθυρο ακόμα με στοιχειώνει όπου όντως την απογειώνει σε δυσθεώρητα ύψη. Επίσης στο πρόσωπο της Laura Linney αποτυπώνεται κι ένα αίσθημα ικανοποίησης όταν βλέπει την Marcia Gay Harden να κυκλοφορεί σαν χαμένη στους δρόμους, η οποία αν θυμάμαι καλά SPOILER δεν γνωρίζει ακόμη ότι ο άντρας της έχει δολοφονηθεί SPOILER. Δηλαδή χαίρεται με την δυστυχία της. Πραγματικά ανατριχιαστικό. Από τα αγαπημένα μου φινάλε και γενικά από τις αγαπημένες μου ταινίες.

5/5: Αριστούργημα

Άκης Καπράνος είπε...

Καβλιάρη μου, ξέρεις με ποιά σημεία διαφωνώ αλλά
τι ωραίο κείμενο που έγραψες! Το διαβάζω εδώ στη δουλειά και έχω σκάσει θεϊκό χαμογελάκι.

Δημοσίευση σχολίου