Κυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010

DARK PASSAGE (1947), του Delmer Daves


Περίπου μία ώρα μετά την έναρξη του φιλμ, η Irene (Lauren Bacall) αφαιρεί αργά, σχεδόν τελετουργικά, τους επιδέσμους από το πρόσωπο του Vincent (Humphrey Bogart), το οποίο και μας αποκαλύπτεται για πρώτη φορά. Γινόμαστε μάρτυρες μιας γέννησης που καθίσταται ακόμα πιο σοκαριστική από το έξοχο σκηνοθετικό εύρημα που προηγήθηκε και το οποίο ως εκείνη τη στιγμή είχε ταυτίσει απόλυτα το βλέμμα του θεατή με εκείνο του ήρωα. Η υιοθέτηση της «υποκειμενικής κάμερας» από τον Delmer Daves δεν συνιστούσε πρωτοπορία, ωστόσο ποτέ άλλοτε (πριν ή μετά) δεν χρησιμοποιήθηκε τόσο επιτυχημένα και για τόσο μεγάλη χρονική διάρκεια. Γινόμαστε τα μάτια του Vincent και μοιραζόμαστε την αγωνία του καθώς καταδιώκεται από τους πάντες. Βιώνουμε τον ίλιγγο για όσα κρύβει κάθε γωνιά ενός Σαν Φρανσίσκο απειλητικά ατμοσφαιρικού και γεμίζουμε καχυποψία για τον καθέναν που βρίσκεται στο δρόμο (μας). Έχοντας καταδικαστεί σε ισόβια κάθειρξη για έναν φόνο που ποτέ δεν διέπραξε, ο Vincent αποφασίζει να αποδράσει από τις φυλακές του Σαν Κουέντιν και επιλέγει τη λύση της πλαστικής εγχείρισης προκειμένου να αρχίσει μια νέα ζωή. Έτσι, όταν στο τελευταίο μέρος θα δούμε το αναγνωρίσιμο πρόσωπο του Bogart, γνωρίζουμε ότι αυτό είναι το πρόσωπο ενός άλλου. Καλύπτει και υποκαθιστά το δικό μας, το «αληθινό» πρόσωπο. Και τόσο απλά, κάτω από τον ήρωα-σταρ Bogart, κρύβεται ο κάθε θεατής.

Η ψυχολογική χειραγώγησή του γίνεται με έναν απολύτως ιδιοφυή τρόπο, εκμεταλλευόμενη την μαγνητική δύναμη των μύθων (γινόμαστε ο Bogart και «μας» ερωτεύεται η Bacall) και εξαφανίζοντας τις, όχι και λίγες, σεναριακές απιθανότητες. Το επίτευγμα είναι καθαρά σκηνοθετικό και η πλανοθεσία όσο βρισκόμαστε σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενδελεχώς υπολογισμένη, αποκρούοντας χωρίς απώλειες τις εκ των έσω παγίδες: τη φωνή του Vincent όλη την πρώτη ώρα που εύκολα αναγνωρίζουμε σε ποιον ηθοποιό ανήκει και την επίδειξη της φωτογραφίας του καταδιωκόμενου ήρωα σε μια εφημερίδα με το, πριν την πλαστική, πρόσωπό του. Δεν έχω συναντήσει στο σινεμά μεγαλύτερη απόδειξη της βαρύνουσας σημασίας που φέρει το ανθρώπινο πρόσωπο, και δη το ευρισκόμενο σε κίνηση μπροστά μας (η διαφορά δυναμικής του κινηματογραφικού από το φωτογραφικό και το ζωγραφικό πορτρέτο είναι η λεπτομερειακή καταγραφή των εναλλασσόμενων μορφασμών). Εάν το πρόσωπο είναι ο Θεός, η ετερότητα που μονίμως μας διαφεύγει, το Dark Passage δίνει σε μας, τον ανυποψίαστο θεατή, την ευκαιρία να υπο-σκελίσουμε αυτό το μέγιστο εμπόδιο χάρη στο παντοδύναμο βλέμμα της κάμερας. Βουτάμε σαν ψάρι και αναδυόμαστε σαν όνειρο, καθώς στο πρώτο μέρος της ταινίας βιώνουμε τη δράση, ενώ στο δεύτερο παρακολουθούμε τα δρώμενα μέσα από ένανκαθρέφτη και με τον Bogie για είδωλό μας.

Είναι εντυπωσιακές οι προεκτάσεις της φόρμας ενός φιλμ, το οποίο ποτέ δεν απέκτησε (ούτε και διεκδίκησε) μια θέση ανάμεσα στα αριστουργήματα της χρυσής εποχής του Hollywood. Η αξία του άλλωστε κρύβεται στην λεπτότητα της σκηνοθεσίας και όχι στην ίδια την ιστορία και γνωρίζουμε πως η τελευταία είναι που κατείχε τον κεφαλαιώδη ρόλο στο αμερικανικό σινεμά της εποχής. Χωρίς κανένα δισταγμό, θεωρώ ότι το Dark Passage - ένα noir της σειράς όπως θα το χαρακτήριζαν πολλοί – είναι το έργο ενός δημιουργού. Άλλωστε, ο παραγνωρισμένος Delmer Daves υπογράφει και το σενάριο, ενώ χρειάστηκε να δώσει μάχες προκειμένου να γυρίσει (όπως και έκανε) την ταινία σε φυσικούς χώρους στην άκρως κινηματογραφική πόλη του Σαν Φρανσίσκο. Ο Bogart αριστεύει σε έναν ρόλο αρκετά πιο εύθραυστο από το συνηθισμένα, η Bacall λάμπει και κάθε φορά που οι δυο τους μοιράζονται μια σκηνή, η οθόνη ηλεκτρίζεται. Αξίζουν όμως να υπογραμμισθούν και οι εξαιρετικές ερμηνείες από τους ευρηματικούς δεύτερους ρόλους (το πιο δυνατό σημείο ενός προβληματικού κατά τ’ άλλα σεναρίου) με προεξάρχουσα την θαυμάσια Agnes Moorehead.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

3 σχόλια:

argiris-cinefil είπε...

Γενικά θα συμφωνήσω μαζί σου όπου μου άρεσε το κείμενό σου.
Πρόκειται για ένα καλό φιλμ νουάρ που ξεχωρίζει, όπως πολύ εύστοχα λες κι εσύ, για το τρόπο με τον οποίο γυρίστηκε η ταινία αυτή, δηλαδή της αριστοτεχνικής σκηνοθεσίας του Delmer Daves καθώς και των γυρισμάτων της σε εξωτερικούς χώρους. Χρειαζόταν αρκετά κότσια για να γυρίσεις αυτήν την ταινία έτσι όπως την ήθελε ο Daves. Ωστόσο το μειονέκτημα της ταινίας πιστεύω ότι είναι η σχετικά απλοϊκή και κάπως γραμμική αφηγηματική δομή της ιστορίας αλλά και του περιορισμένου δυνατοτήτων σεναρίου της όπου πιστεύω ότι έμεινε προσκολλημένο σε συγκεκριμένα πράγματα που χαρακτηρίζουν τα φιλμ νουαρ. Όντως το Dark Passage είναι το έργο ενός δημιουργού και μάλιστα ενός δημιουργού παραγνωρισμένου ο οποίος θα έπρεπε να τύχει μιας μεγαλύτερης αναγνωσιμότητας.
Πάντως αυτό το σκηνοθετικό εύρημα που χρησιμοποίησε ο Daves στο πρώτο μισό της ταινίας έχει χρησιμοποιηθεί και σε ακόμα μεγαλύτερη διάρκεια και μάλιστα σε ολόκληρη την ταινία, στο “Lady in the Lake” την ίδια χρονιά παρακαλώ. Θα ήθελα πολύ να δω αυτό το κινηματογραφικό κατόρθωμα.


3: Καλή

0: Κακή / 1: Μετριότατη / 2: Απλώς ενδιαφέρον / 3: Καλή / 4: Πολύ καλή / 5: Αριστούργημα

theachilles είπε...

Δεν έχω δει το Lady in the Lake, αλλά θα το πράξω σύντομα κατόπιν της προτάσεώς σου.
Όντως το Dark Passage πάσχει σεναριακά. Αν δε συνέβαινε αυτό, τότε η ταινία θα ήταν πολύ περισσότερο γνωστή. Όπως αναφέρω και πάνω, το σενάριο ήταν αυτό που κατείχε τον πρώτο λόγο από τους κινηματογραφικούς κώδικες στη σύγχρονη εποχή του Hollywood. Ξέρεις τι; Ίσως αυτό με κάνει να εκτιμώ ακόμα περισσότερο το συγκεκριμένο φιλμ και το κατόρθωμα του Daves. Επιμένω πως πρόκειται για παραγνωρισμένο σκηνοθέτη, ελπίζω σύντομα να επανέλθω με μία ακόμα ταινία του εδώ.

Ευχαριστώ για την επίσκεψη.

Ανώνυμος είπε...

Υπαρχει μια ταινια Western Αριστουργιμα του Daves που πρεπι να την εχει υποψι του για τους σκηνοθετικους του κωδικες
The Ox-Bow Incident 1943
Πολυ καλο και ενδιαφερον κειμενο.
Ευχαριστω για την δημοσιευση του.

Δημοσίευση σχολίου