Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lumet Sidney. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Lumet Sidney. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 22 Ιανουαρίου 2013

THE FUGITIVE KIND (1959), του Sidney Lumet


Έχοντας ήδη μακρά προϋπηρεσία στην τηλεόραση, ο
Lumet στράφηκε στην μεγάλη οθόνη στα τέλη της δεκαετίας του ΄50 κι επέδειξε εξαρχής τις πληθωρικές του τάσεις. Μέσα σε τρία χρόνια είχε ήδη σκηνοθετήσει τέσσερις μεγάλου μήκους ταινίες που, παρά την επιμονή σε ορισμένα στιλιστικά μοτίβα, ακολουθούσαν τελείως διαφορετικό ύφος μεταξύ τους. Τρεις μήνες μετά την κυκλοφορία του ανεμικού That Kind of Woman, η υπογραφή του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη συνόδεψε την έξοδο στις αίθουσες μίας ακόμα ταινίας με σημείο αναφοράς τον Tennessee Williams. Σε μια εποχή που το αμερικανικό σινεμά έμοιαζε να έχει εξαντλήσει τη "συνεργασία" του με τον μεγάλο θεατρικό συγγραφέα (A Streetcar Named Desir, Cat on a Hot Tin Roof, Baby Doll, κ.α.), ο Lumet πήρε το ρίσκο να μεταφέρει στο σελιλόιντ ένα από τα πιο ιδιότροπα κι "αντικινηματογραφικά" δημιουργήματα του Williams, το Orpheus Descending. Σαγηνευμένος, θα υποκύψει στη συμβολιστική διάθεση του πρωτότυπου υλικού του και παρά την πομπώδη υιοθέτηση μυθολογικών σχημάτων που εκ φύσεως λειτουργούν καλύτερα στο σανίδι, το The Fugitive Kind αποδεικνύεται ένα ασθενικό αριστούργημα, ένα κινηματογραφικό παράδοξο από τα πλέον δυσερμήνευτα στην ιστορία της έβδομης τέχνης.

Σε μια επιλογή σήμα-κατατεθέν του σκηνοθέτη, το φιλμ θα ανοίξει με ένα μονοπλάνο επικεντρωμένο στο βασικό ήρωα, Valentine Xavier, καθώς αποκαλύπτει κάποιες αποσπασματικές πληροφορίες για το παρελθόν του. Ωστόσο, η κάμερα μοιάζει απλά να ...ξεχάστηκε "ανοιχτή" για τον ίδιο λόγο που και ο θεατής θα χάσει την ανάσα του σε αυτά τα πρώτα λεπτά: αμφότεροι μένουν να χαζεύουν έναν ηθοποιό να δοκιμάζει τα όρια της τέχνης του και να κάνει τον όρο "ερμηνεία" και όλους τους παρόμοιούς του (ηθοποιία, acting, και πάει λέγοντας) να μοιάζουν ευτελιστικά μικροί για να περιγράψουν αυτό που διαδραματίζεται μπροστά στα μάτια μας. Ο Marlon Brando ενσαρκώνει εδώ την ωρίμανση και την κορύφωση της Μεθόδου, ενώ παράλληλα ωθεί στα άκρα τον κλασικό αρσενικό ήρωα που συναντάμε συχνά στο έργο του Williams. Απειλητικός κι εκρηκτικά απρόβλεπτος, κάθε του ενέργεια βρίθει σεξουαλικής φόρτισης στην οποία οι - εξίσου κλασικά - νευρωτικές, καταπιεσμένες και τραυματισμένες ηρωίδες του συγγραφέα αδυνατούν να αντισταθούν. Εκείνος, απόλυτα συνειδητοποιημένος περί της ξεχωριστής του ισχύος, θα υποκύψει με τη σειρά του στην Μοίρα και στην Τιμωρία που εκείνη του επιφυλάσσει. Ένας απροσδιόριστος φαταλισμός κατοικεί το φιλμ από τα πρώτα του κάδρα ως την πύρινη κλιμάκωση των τελευταίων λεπτών, συμβάλλοντας στη συνολικά εκκεντρική ατμόσφαιρα.

Ωστόσο, αυτή η τελευταία είναι σε πολύ μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα του, εξορισμού αλλόκοτου, πρωταγωνιστικού ζευγαριού της ταινίας. Πλάι στο Brando, η Anna Magnani θα υποδυθεί την ώριμη γυναίκα με το βαρύ παρελθόν που στο νεαρό Xavier θα συναντήσει την από καιρό χαμένη προσδοκία διαφυγής από την κόλαση της ζωής. Αν και δεν αποφεύγει τις φάλτσες νότες σε ορισμένες υψηλά δραματικές στιγμές, η μεγάλη Ιταλίδα ηθοποιός θα δώσει μια στιβαρή ερμηνεία και θα σταθεί ως ισότιμο αντίβαρο του σαρωτικού παρτενέρ της, κυρίως χάρη στο απρόσμενο των επιλογών της. Ο ίδιος ο Williams είχε σκαρφιστεί την ηρωίδα έχοντας την Magnani στο μυαλό (εκείνη, βέβαια, αρνήθηκε το θεατρικό ρόλο), αν κι ο Brando θα αναφέρει χρόνια αργότερα στην αυτοβιογραφία του ότι η επιλογή της ήταν τελείως λανθασμένη. Το ότι μάλλον δεν έχει άδικο συνηγορεί, κατά ένα περίεργο τρόπο, υπέρ της ταινίας που χτίζει πάνω σε αυτές τις στραβοτιμονιές για οικοδομήσει ένα σύμπαν αινιγματικό κι ολότελα πρωτότυπο. Ο αλληγορικός λόγος του Williams σκοντάφτει πολλές φορές στις απαιτήσεις μιας κινηματογραφικής ταινίας, αλλά το νευρικό ντεκουπάζ του Lumet, σε συνδυασμό με τους εξαιρετικούς ηθοποιούς του (πλάι στον Brando και την Magnani, προσθέστε και την over the top μα απολαυστική Joanne Woodward), την κοφτερή ασπρόμαυρη φωτογραφία και τη γοτθική τρέλα του ντεκόρ, θα χαράξουν το The Fugitive Kind ως έναν μπαρόκ παροξυσμό, σημείο συνάντησης ανάμεσα στην αρχαιοελληνική τραγωδία κι ένα επίκαιρο, καυστικό πολιτικό σχόλιο για την Αμερική της εποχής.

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Παρασκευή 4 Ιανουαρίου 2013

THAT KIND OF WOMAN (1959), του Sidney Lumet



Ανάμεσα στο αριστουργηματικό ντεμπούτο του με το
Twelve Angry Men και το The Fugitive Kind, μεταφορά θεατρικού του Tennessee Williams με τους Marlon Brando κι Anna Magnani, ο Lumet παρέδωσε ένα ακόμα φιλμ, σχεδόν ξεχασμένο σήμερα. Πρόκειται για το That Kind of Woman, ρομαντικό δράμα μικρής εμβέλειας που περισσότερο μοιάζει με όχημα προώθησης της εκρηκτικής Sophia Loren στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Άτυπο remake του Shopworn Angel, σκηνοθεσίας Richard Wallace εν έτη 1929, η ιστορία παρακολουθεί το δίλημμα της υπέρλαμπρης Kay ανάμεσα σε δύο άντρες και δύο διαφορετικούς κόσμους. Από την μία, υπάρχει η ασφάλεια, το χρήμα και το κύρος του μυστηριώδους αριστοκράτη που όλοι αποκαλούν απλά ...The Man (ο απολαυστικός George Sanders αποτελεί από μόνος του μια καλή δικαιολογία για να δεις την ταινία). Από την άλλη, ο κεραυνοβόλος έρωτας με τον πεισματάρη, αγαθό κι όμορφο στρατιώτη ονόματι Red, που όλοι όμως φωνάζουν ...The Kid. Ο τελευταίος ερμηνεύεται από τον μονοδιάστατο Tab Hunter που, αν και στην πραγματικότητα τρία χρόνια μεγαλύτερος της Loren, μοιάζει σα φοβισμένο παιδάκι μπροστά της. Ο Lumet θυμόταν από το φιλμ τους επικούς καβγάδες του με τους παραγωγούς, κάτι που μας επιτρέπει να υποψιαστούμε και τη δική του αντίρρηση για έναν τόσο προφανώς αταίριαστο πρωταγωνιστικό ζευγάρι.   

Για τα πρώτα τριάντα λεπτά, η αφήγηση είναι "εγκλωβισμένη" μέσα στα βαγόνια ενός τρένου όπου η Kay θα γνωρίσει τον Red και, χωρίς αμφιβολία, πρόκειται για το πιο ενδιαφέρον κομμάτι του φιλμ. Ο Lumet αποδεικνύεται εξίσου ευρηματικός με την κάμερά του, όσο δύο χρόνια πριν ανάμεσα στους τέσσερις τοίχους του δωματίου των ενόρκων. Περίπλοκες κινήσεις, πολυσήμαντα τράβελινγκ και μια στιλιστική απόλαυση που σου θυμίζει ότι πίσω από τα επί της οθόνης δρώμενα υπάρχει ένας δημιουργός ικανός για το καλύτερο. Καθώς όμως η ιστορία ξανοίγεται στους δρόμους της Νέας Υόρκης (αγαπημένης πόλης του σκηνοθέτη), το That Kind of Woman καταλήγει ένα τυποποιημένο ρομαντικό μελό για ευσυγκίνητους θεατές. Η μαγνητική παρουσία της Loren και οι εκπληκτικοί δεύτεροι ρόλοι που ερμηνεύονται με σκέρτσο από τον Sanders και τον Jack Warden (ο οποίος επανήλθε εδώ σε ταινία του Lumet μετά το Twelve Angry Men) δεν αρκούν για να σώσουν ένα φιλμ αδιάφορο κι απελπιστικά κατώτερο των δυνατοτήτων του σκηνοθέτη του. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής

Πέμπτη 3 Ιανουαρίου 2013

TWELVE ANGRY MEN (1957), του Sidney Lumet



Σε μια υποθετική ψηφοφορία για το σπουδαιότερο σκηνοθετικό ντεμπούτο στην ιστορία του κινηματογράφου, το
Twelve Angry Men θα έπρεπε ασυζητητί να αποτελεί εκ των βασικών υποψηφίων. Έχοντας να επιδείξει πενταετή θητεία στη διεύθυνση τηλεοπτικών σειρών και τηλεταινιών, το 1957 ο Sidney Lumet θα περάσει στην μεγάλη οθόνη με μια ιδέα τουλάχιστον παράτολμη: μία παραλλαγή του genre του δικαστικού δράματος (την ίδια χρονιά, μάλιστα, με το Witness for the Prosecution του Billy Wilder) όπου η αφήγηση θα λαμβάνει χώρα εξ ολοκλήρου στο δωμάτιο συνεδρίασης των ενόρκων και σε πραγματικό χρόνο. Και φυσικά, ο 33χρονος Αμερικανός θα είχε στη διάθεσή του μόλις 350.000 δολάρια σε προϋπολογισμό και μια πρόβλεψη για 21 μέρες γυρισμάτων, προκειμένου να πραγματοποιήσει το όραμά του. Το αποτέλεσμα ξεπέρασε κάθε προσδοκία - καλλιτεχνικά μιλώντας κι όχι εμπορικά, δυστυχώς, με τον παραγωγό Henry Fonda να καταλήγει ...απλήρωτος για την ερμηνευτική του παρουσία στην ταινία.

Για τον μελετητή του έργου του Lumet, ορισμένες διαπιστώσεις καθίστανται εμφανείς σε μία επαναπροβολή του φιλμ. Αρχικά, η βιρτουοζιτέ με την οποία κατευθύνει την κάμερά του εντός των τεσσάρων τοίχων, προμηνύει την εκπληκτική τεχνική επιδεξιότητα που συναντάμε σε όλο το επόμενο έργο του. Υπάρχει μια ενδιαφέρουσα αναλογία στο πόσο εντυπωσιάζουν φορμαλιστικά αφενός το ντεμπούτο κι αφετέρου το κύκνειο άσμα του Νεοϋορκέζου σκηνοθέτη. Αν το δυναμικό, σχεδόν βίαιο ντεκουπάζ του Before the Devil Knows You're Dead που ο Lumet παρέδωσε σε ηλικία 83 ετών (!!) άφησε το σύγχρονο θεατή με το στόμα ορθάνοιχτο, η αντίδραση θα πρέπει να ήταν παρόμοια στο κοινό της δεκαετίας του '50 που έβλεπε επί τω έργω τη δυνατότητα του κινηματογραφικού βλέμματος (βλέπε, της κάμερας) να διεισδύει σε πεδία ηθικής και ψυχολογίας που ο λόγος (γραπτός ή προφορικός) αδυνατούσε να προσεγγίσει. Βλέπετε, σε ένα φιλμ ακατάπαυστων διαλόγων, είναι το οπτικό μέρος που "κατακτά" τον πρώτο ρόλο. Το εκπληκτικό μονοπλάνο που ακολουθεί τους τίτλους της αρχής, στήνει τα πιόνια στη σκακιέρα, αποκαλύπτει σαν σε προοικονομία χαρακτηρολογικά μυστικά των δώδεκα προσώπων και θέτει τους κανόνες του παιχνιδιού στον ανυποψίαστο θεατή. Παρόμοια μεγάλης διάρκειας πλάνα θα υπάρξουν ξανά στη διάρκεια του φιλμ, άλλωστε ο Lumet γύρισε όλες κι όλες 365 μόνο λήψεις πριν μαζέψει την κάμερά του και καθίσει στο τραπέζι του μοντάζ. Η στρατηγική του, όμως, σε συνεργασία με τον έμπειρο (από τη συνεργασία του με τον Kazan) διευθυντή φωτογραφίας, Boris Kaufman, ήταν ακόμα πιο ευρηματική. Το Twelve Angry Men ξεκινάει με πλονζέ πλάνα και φακούς ευρυγώνιους, δίνοντας την εντύπωση ότι το δωμάτιο στο οποίο θα "απλωθεί" το δράμα είναι άνετο κι ευρύχωρο. Όσο περνάει η ώρα η κάμερα χαμηλώνει σε ύψος και, φτάνοντας στα τελευταία λεπτά, καταλήγει σε κοντρ-πλονζέ πλάνα με τηλεφακό, γεννώντας την αίσθηση ότι οι τοίχοι συγκλίνουν προς όλες τις μεριές κι εγκλωβίζουν τους ενόρκους στην ηθική τους ευθύνη. Η ιδέα της καταιγίδας που ξεσπάει μετά τη μέση της ταινίας και ηχητικά συνοδεύει την κλιμάκωση της αντιπαράθεσής τους, συμπληρώνει ιδανικά το βαθιά ουσιαστικό σκηνοθετικό σχέδιο του Lumet.

Η άλλη, ξεκάθαρη διαπίστωση έχει να κάνει με τη διεύθυνση των ηθοποιών. Υπό τη σκηνοθετική μπαγκέτα του, πήραν σάρκα και οστά ορισμένες από τις πλέον συγκλονιστικές ερμηνείες της μεγάλης οθόνης. Από τον Rod Steiger του Pawnbroker και τον Sean Connery του The Hill, ως τον Pacino του Serpico και του Dog Day Afternoon, ο Lumet απέδειξε ουκ ολίγες φορές πως κατείχε τον τρόπο να διαλέγει τους κατάλληλους ηθοποιούς για τους κατάλληλους ρόλους και στη συνέχεια να τους αποσπά την άνευ όρων συνεργασία τους προς εκπλήρωση του οράματός του. Αυτή ακριβώς η έννοια της συνεργασίας κατέχει βαρύνουσα σημασία στην πρώτη του σκηνοθετική δουλειά, εκεί όπου δώδεκα ηθοποιοί ενσαρκώνουν τους ρόλους τους με τέτοια αφοσίωση που θαρρείς πως αφιέρωναν όλη τους την καριέρα σε εκείνες τις λιγοστές μέρες των γυρισμάτων. Όλοι μαζί κατορθώνουν, μέσα σε 90 λεπτά κι ένα μόνο δωμάτιο, να σκιαγραφήσουν ένα οξυδερκές πορτρέτο της κοινωνίας μας και των μηχανισμών στους οποίους υπόκειται. Κι αν το φιλμ έχει καταλήξει να αποτελεί υλικό διδασκαλίας σε φοιτητές προς ενδυνάμωση της πειθούς, ποτέ άλλοτε δεν αποτυπώθηκαν εξίσου εύστοχα οι διεργασίες της επιρροής που καθορίζουν τις επιλογές του κοινωνικού συνόλου όπως επίσης και το σπουδαίο ζήτημα της ηθικής ευθύνης που προϋπάρχει κάθε απόφασής μας.  Ένα σπουδαίο μάθημα κινηματογράφου και ουμανισμού που σηματοδοτεί την αρχή μιας άνισης αλλά πληθωρικής σκηνοθετικής καριέρας. 

Αχιλλέας Παπακωνσταντής