Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τράγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τράγος. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 23 Νοεμβρίου 2012

Shame (2011), του Steve McQueen


Δε μαθαίνεται η συμπεριφορά, είναι ένστικτο. Συγκρατείται όμως, αλλοιώνεται από τη ζωή που μας μοιράστηκε και τις συνθήκες που μας εγκλωβίζουν. Δοκίμασε να συμπεριφερθείς άνευ όρων και προετοιμάσου για την αποτυχία και τον κατήφορο. Χιλιάδες χρόνων για να μπούμε τελικά σε καλούπια, φίλε. Η Νέα Υόρκη ορίζει τη μεγαλούπολη γύρω από τον φυλακισμένο συναισθηματικά άνθρωπο, ο Στιβ ΜακΚουίν εμπιστεύεται ξανά στο μεγαλειώδες ταλέντο του Μίκαελ Φασμπέντερ ένα σκληρό πορτρέτο αστικής απομόνωσης, η αυτοκαταστροφική μανία βαφτίζεται σεξουαλική. Και έτσι περνάει ως μανία διαχείρισης, μανία επινοημένης ενοχής, περνάει ως ντροπή του συμπλέγματος της επικοινωνίας και ως, τελικά, το πιο απλό πράγμα στο ένστικτο του ανθρώπου που κατάφερε να γίνει ο εφιάλτης του. Ο φόβος της αποτυχίας γιγαντώνεται σε ένα στημένα χαμένο παιχνίδι εκτόνωσης. Δεν υπάρχει απόλυτη διαγραφή στο βάσανο, δεν υπάρχει reset στις ανθρώπινες σχέσεις, δεν υπάρχει ξαναγράψιμο (ούτε καν ξαναδιάβασμα) του οικογενειακού παρελθόντος κι ας επιστρέφει τείνοντας το χέρι. Υπάρχει η γυμνή αλήθεια που φέρνει εσωτερικό, καθολικό πόνο και για να κοιτάξεις στα μάτια (ακόμα κι αν τελικά παραιτηθείς τρομαγμένος), χρειάζεσαι την ψυχή των λίγων. Εκείνων των λίγων που τολμούν να εκθέσουν στον καθρέφτη το σύγχρονο άνδρα ως φυσική συνέχεια της ιστορίας του “αρσενικού”, κλεισμένου πια σε έναν μικρόκοσμο με απαράβατα σύνορα. Του άνδρα δηλαδή σε ελεύθερη πτώση, στην οδυνηρή έκσταση της λανθασμένης κορύφωσης, εκεί που κανείς συναντά όλο το παρελθόν του σε μερικές στιγμές, απλά επειδή τόλμησε να πιστέψει πως το είχε ξεγελάσει.

Πάνος Τράγος

Τρίτη 20 Νοεμβρίου 2012

Naked (1993), του Mike Leigh


‎"Το'σκασα απ'το Μάντσεστερ για να αποφύγω το ξύλο και έρχομαι εδώ και με δέρνουν"
Τρομακτικά πεσιμιστικό, ποιητικό και λανθανόντως ρεαλιστικό, σκοταδιστικό έπος χαμένων ονείρων, το "Naked" περιγράφει τον εφιάλτη της αστικής αποξένωσης που προσγειώνεται στο Λονδίνο και επισφραγίζει τον αντονιονικό τρόμο από την ανάποδη: ακατάσχετη φλυαρία, εντατικό πρόσωπο με πρόσωπο, παλιοί έρωτες που ψάχνουν τη χαμένη αλήθεια του παρελθόντος, ένα χέρι που απλώνεται σπάνια μονάχα για να χτυπήσει. Ένας μάγος ανατόμος του ανθρώπινου ψυχισμού πλησιάζει κοντά και επικίνδυνα τις ρυτίδες του προσώπου, σαν την καταπίεση μιας ζωής μαύρης από μέσα που έσκασε και θέλει να αποδράσει, μιας ζωής που καλύπτεται από μία χειρότερη (η έξοχη σκηνή με τον αφισοκολλητή) και αυτή με τη σειρά της από μία χειρότερη, περιμένοντας τη λύτρωση του θανάτου. Μόνο που τα περιφερόμενα φαντάσματα δε θα λυτρωθούν ποτέ, καθώς γι'αυτά δεν υπάρχει χρόνος (η σκηνή με το φύλακα), άρα και ζωή, άρα και θάνατος (αφού, παρότι άχρονος, προϋποθέτει τη ζωή), επιβεβαιώνοντας το λαβύρινθο της πιο μαύρης και αδιέξοδης ταινία που είδατε ποτέ.

Πάνος Τράγος

Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2012

TOP TEN ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 4 - Πάνος Τράγος


01) The Thin Red Line
02) Naked
03) Chungking Express
04) Heat
05) La Belle Noiseuse
06) Leaving Las Vegas
07) Tous les Matins du Monde
08) La Haine
09) Goodfellas
10) Affliction

Πάνος Τράγος

Δευτέρα 21 Νοεμβρίου 2011

ONCE UPON A TIME IN ANATOLIA (2011), του Nuri Bilge Ceylan


Μια ομάδα ανδρών βρίσκεται επί ποδός, ώστε να ανακαλύψει το συντομότερο, ένα νεκρό πτώμα στις αχανείς στέπες της Ανατολής. Ο αστυνομικός, ο γιατρός, ο εισαγγελέας, ο δήμαρχος και ο ύποπτος για το περιστατικό που βρίσκεται σε πολύ δύσκολη θέση.

Ο Τούρκος Νουρί Μπιλγκέ Τσεϊλάν μπορεί να παραμένει σπουδαίος στιλίστας καδράροντας τα βάθη της Ανατολίας, όμως εδώ ξεκινά για να διηγηθεί μια ιστορία που χάνεται στα χρόνια της σήψης των ηθικών αξιών, τα χρόνια που βαραίνουν πάνω από την καθυστέρηση της δυτικής ένταξης της χώρας που λατρεύει, της χώρας που επιτρέπει στο σαράκι του κατεστημένου να τρώει τον εκσυγχρονισμό. Ανήσυχος δημιουργός, δεν εθελοτυφλεί μπροστά στις απολιθωμένες ηθικές αξίες ως τον μπούσουλα της οπισθοδρόμησης, ούτε κλείνει τα μάτια μπροστά στις αραχνιασμένες δομές της γραφειοκρατίας, της διαπλοκής και του ρουσφετιού.

Η αναζήτηση του πτώματος γίνεται η αφορμή για την αναζήτηση μιας χώρας νεκρών ηθικών αρχών, βουτηγμένης στη διαφθορά. Ο πιο σημαντικός Τούρκος σκηνοθέτης, αποφασίζει μια γερή βουτιά στα βαθιά ενός σάπιου συστήματος. Η καθυστέρηση της δυτικής ένταξης, διακαούς πόθου ενός λαού που για τη Δύση παρουσιάζει σχιζοφρένεια αναχρονιστικών δομών και λαχτάρας για πρόοδο, καθρεφτίζεται, μεταξύ άλλων, στην κούραση της αναμονής. Το παίδεμα του Τσεϊλάν στο θεατή, η απαίτηση να βυθιστεί μαζί του στα βάθη της Ανατολίας, εκεί δηλαδή που οι αρχές της δημοκρατίας και το όραμα της ανάπτυξης μπορούν να θαφτούν από το βαρύ παρελθόν, είναι η αρχή ενός βαρέως κοινωνικού θρίλερ, στη διάρκεια του οποίου όλα ξεγυμνώνονται. Μπορεί να εστιάζει στους ανθρώπους και τις σχέσεις τους, σπουδάζει όμως πρώτιστα με ματιά κοφτερά πολιτική, την εξουσία ως βάση του κοινωνικού πορτρέτου της σύγχρονης Τουρκίας. Μουντά, σιωπηλά, υπομονετικά, ηθελημένα ανιαρά τελικά, ο Τσεϊλάν παρατηρεί μία κατάσταση αιώνων που πλέον εκφράζεται με ελάχιστα λόγια και κοφτερά βλέμματα νουαρικών χαρακτήρων ενός ιδιότυπου γουέστερν από την ανάποδη, που ξέρει να χειριστεί λεπτά τις σχέσεις και να χτίσει ένα κοινωνικό και πολιτικό πορτρέτο υπό τη μορφή σχολίου, πιο διαβρωτικού και από την ανηθικότητα της εξουσίας πάνω στην οποία επίμονα εστιάζει. Πριν την αυτοψία του χαμένου πτώματος, μία αντίστοιχη στην οπισθοδρομική κοινωνία αποκαλύπτει όσα εδώ και καιρό έπαψαν να σοκάρουν, μαζί με τη χαμένη δυναμική μιας αλήθειας που έσβησε όσο αποφεύγαμε να την κοιτάζουμε στα μάτια.

Πιστά ρεαλιστικό, προσφέρει τη διέξοδο μέσα από ονειρικές σεκάνς (ένα φάντασμα υπό τη μορφή οράματος, μία αιθέρια ομορφιά αναδυόμενη από ένα σύμπαν ρουσφετιού και εξουσιαστικής ασυδοσίας) που, ως μέρη της πραγματικότητας (τα όνειρα δεν αποτελούν μέρος του συνειδητά φανταστικού αλλά της ασυνείδητα αληθινής φαντασίας), εντείνουν την τραγικότητα της βαρετής καθημερινότητας. Αβάσταχτη πλέον, περιμένει την αλλαγή, την πρόοδο και παραμένοντας βαθιά προσωπική, ηθογραφική, η αλήθεια της Τουρκίας στα μάτια του Τσεϊλάν έχει μια βαθιά ρίζα που οφείλει να γίνει ο στόχος όπως υποδεικνύει μία σπουδαία ταινία για ένα σκεπτόμενο κοινό.

Πάνος Τράγος

Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2011

FLEURS DU MAL (2010), του David Dusa


Οι γονείς της Αναχίτα, μιας νεαρής από την υψηλή κοινωνία της Τεχεράνης, τη στέλνουν στο Παρίσι για να την προστατεύσουν από την πολιτική βία που επικρατεί στο Ιράν. Εκεί η Αναχίτα ερωτεύεται τον Γκεκό, τον γκρουμ του ξενοδοχείου της.

Το σινεμά, μόνιμα η πιο διορατική κι επίκαιρη των τεχνών, πρόλαβε να ανησυχήσει χρόνια πριν, υπό τη γιγάντωση των κοινωνικών δικτύων και τον τρόπο που η επικοινωνία μέσω αυτών αντικαθιστούσε την πραγματική επαφή. Αφετηριακά χρησιμοποιώντας το αυξανόμενο κίνημα, πολλές φορές έπεφτε θύμα του μεγαλείου του, παρουσιάζοντας επίμονα αλλά και ανήμπορο για αποστασιοποιημένη κριτική, ένα θέμα που ξεκινούσε, κατέληγε αλλά και εγκλωβιζόταν στο ενδιάμεσο εντός του. Τόσο το Diary of the Dead του 2007 όσο και το εντυπωσιακό Cloverfield ένα χρόνο αργότερα (και οι δύο ταινίες για τη γενιά του youtube με διαφορετικό τρόπο, η πρώτη απευθυνόμενη και η δεύτερη μια ταινία σχετικά με αυτή), έκρυψαν από βασικό θέμα τους ένα ολόκληρο είδος, αυτό του φανταστικού, που λειτουργούσε αυτιστικά πίσω από τον πατρικό κύριο άξονα. Η εποχή της κοινωνικής δικτύωσης δεν είναι στην αρχή της και μια προσεκτική μελέτη πίσω από τους κώδικες που χρησιμοποιεί πλέον η επικοινωνία, μπορεί να ανάγει την προβληματική σε όχημα δραματουργικής εκκίνησης για τις πραγματικές ανησυχίες. Τα ιστορικά βιβλία καλύπτουν τις ανάγκες των παρελθοντολάγνων και το χρόνο των χασομέρηδων αλλά επίσης, είναι γραμμένα προς την ελίτ της συνδυαστικής σκέψης που μπορεί να χρησιμοποιήσει το παρελθόν για να αξιολογήσει το παρόν και να αξιοποιήσει το μέλλον.

Τα κεφάλαια της ιστορίας όμως, είτε το θέλουμε είτε όχι, είναι χωρισμένα και τιτλοφορούμενα με βάση τους μεγάλους πολέμους του ευτελισμένου ανθρώπου και των ιμπεριαλιστών πολιτικών ηγετών που έμειναν να μνημονεύονται σε αυτήν έχοντας να επιδείξουν την επιβεβαίωση της δαρβινικής θεωρίας (τι ωραία που συνδυάζονται τελικά οι κατευθύνσεις των επιστημών, η θεωρία και η πράξη), όπως άλλωστε και οι ακόλουθοί τους στο πέρασμα των ετών. Και όσο ο χρόνος δε θα αλλάζει μορφή στο διηνεκές του κόσμου, το παρόν θα γίνεται παρελθόν στην κάθε στιγμή που δε θα μπορούμε να συλλάβουμε παρά στιγμιαία στο μικρό μας κεφάλι (τα πάντα εν σοφία εποίησε λένε κάτι μακρινοί μου φίλοι, θεοσεβούμενοι, και κάποιοι άλλοι που δε γνωρίζω από το μακρινό Ιράν, εκεί που η απουσία του, πιο κραυγαλέα από οπουδήποτε, οδηγεί στο οξύμωρο της μέγιστης πίστης κι αυτή στο, επίσης, οξύμωρο (ή και όχι;) της σφαγής στο όνομά του), γράφοντας ένα νέο κεφάλαιο στην ατελείωτη ιστορία παίρνοντας τον τίτλο του από νέες αιματοχυσίες και καταστροφές.

Αυτό που με λίγα λόγια λέει θαυμάσια αυτή η έξοχη ταινία και εμείς κάναμε κουραστικό λογύδριο δεν είναι παρά ένα χαμένο στην πληθώρα των υποσχολίων του αλλά και στην απογοήτευση μιας κατάστασης που δε θα αλλάξει ποτέ, σχόλιο που λειτουργεί πολυεπίπεδα: μέσα από το ανορθόδοξο, δυσλειτουργικό αλλά και πεισματικό ρομάντζο του (αυτή είναι άραγε η τυπική σχέση του σήμερα;) το σχόλιο για τη γενιά που πλησιάζει επιφανειακά αυτό που οι λίγο καλύτεροι φίλοι μου από τους θρήσκους που βλέπω με συμπάθεια, λένε η γειτονιά του κόσμου (το Ιράν για έναν Γάλλο, έστω και με αλγερινές ρίζες, είναι γνωστό μέσα από ένα γκουγκλάρισμα εικόνων μποτιλιαρίσματος), στην ανάγκη της προβολής και του κοινωνικού προφίλ ως ορισμού της ύπαρξης (ο Γκεκό συμπεριφέρεται μοναδικά στα μάτια ενός παρατηρητή αφού δεν περπατά στο δρόμο φυσιολογικά αλλά εξασκείται στο παρκούρ με κάθε ευκαιρία πηδώντας από εμπόδιο σε εμπόδιο εκεί που δεν υπάρχουν καν, αλλά ταυτόχρονα συμπεριφέρεται μοναδικά ακόμα και για τον ίδιο, αφού σπεύδει να ανεβάσει στο δίκτυο τις “απλές συνήθειες μεταφοράς” του σαν να πρόκειται για κάτι σπουδαίο - η ύπαρξη που υπερβάλλει) και από εκεί στην παθολογία της πατρίδας, της συγκυρίας που ακολουθεί και βασανίζει το άτομο για μια ολόκληρη ζωή - τη δική του αιωνιότητα (η Αναχίτα αδυνατεί να αποδεσμευτεί από το Ιράν και τα πάθη του κόσμου που άφησε πίσω και για τον οποίο αισθάνεται τρομακτική ενοχή).

Άλλοτε εξόφθαλμα και άλλοτε με σπουδαία διακριτικότητα, τα σχόλια του γαλλικού σινεμά αυτοαναφέρονται σε κάθε πλάνο: όταν ο ρεαλισμός μπλέκεται με την πραγματικότητα και την οθόνη γεμίζουν αληθινά βίντεο στρατιωτικών και ακτιβιστικών δολοφονιών (στους τίτλους τέλους μάλιστα υπάρχουν και οι αντίστοιχες διευθύνσεις τους στο διαδίκτυο) αλλά και όταν οι πρωταγωνιστές αγκιστρώνονται από τις εμμονές τους. “Πήγαινέ με στο Λούβρο”, λέει η Αναχίτα. Δε θέλει, παρά να δει τον Πύργο της Βαβέλ. Πόσο πιο ξεκάθαρα να κάνει το σχόλιό της μια ταινία για ανθρώπους που κλείνουν τα μάτια και τα αυτιά τους;

Πάνος Τράγος

Παρασκευή 18 Νοεμβρίου 2011

ΑΛΠΕΙΣ (2011), του Γιώργου Λάνθιμου


Μια νοσοκόμα, ένας τραυματιοφορέας, μια αθλήτρια ρυθμικής γυμναστικής και ο προπονητής της έχουν δημιουργήσει μια ομάδα που, κατά παραγγελία, αντικαθιστά τους πρόσφατα εκλιπόντες μέχρι να μετριαστεί ο πόνος της απώλειας των συγγενών που τους προσέλαβαν. Η ομάδα ονομάζεται Άλπεις και τα μέλη της λειτουργούν σύμφωνα με τους κανόνες του αρχηγού, Mont Blanc, μέχρι που ένα μέλος θα ξεφύγει από την τυφλή υπακοή σε αυτούς.

Πριν από όλα, οι Άλπεις είναι, σε πείσμα όσων επιστρατεύσουν το κοφτερό τους χιούμορ και τα one-liners τους για να την πολεμήσουν, μια αυθεντικά ελληνική ταινία. Όταν στον Κυνόδοντα όλοι θαύμασαν, γράφοντας κείμενα με εφηβικό πάθος και υπεραναλύοντας μια, τελικά, πολύ αστεία ταινία που περιτριγύριζε γύρω από ένα φιλοσοφημένο κοινωνικό σχόλιο, στις Άλπεις θα έπρεπε να εκστασιάζονται. Ο σπουδαίος Γιώργος Λάνθιμος κατάφερε να δικαιολογήσει την αποδραματοποίηση στον Κυνόδοντα. Ήταν, βλέπετε, προφανές ότι ο εγκλεισμός που λειτούργησε ως σύμβολο στην αλλοτρίωση και το φόβο, έδινε χώρο στο προσωπικό στιλ ενός ανήσυχου δημιουργού να οργιάσει. Ο διάλογος παρότι εξόφθαλμα χιουμοριστικός και απροκάλυπτα αντιρεαλιστικός επαινέθηκε, μια σχολή σινεμά δημιουργήθηκε και ακόμα και στις παρέες των χαζοβιόληδων που δεν μπήκαν στον κόπο να κουνήσουν λίγο το κεφάλι, πέρασε ως ένα επιφανειακό αστείο και χαβαλές μίμησης, με όψιμη λειτουργία σκέψης και κρίσης, άμα τη εμφανίσει της δυσθεώρητης και δυσαπόκτητης παιδείας. Εκεί ψηλά, στις Άλπεις, η κλειστή εσωτερική συμπεριφορά ενισχύεται, ο επικοινωνιακός αυτισμός διατηρείται και, μάλλον, γιγαντώνεται, στοχεύοντας διάνα κατά πάντων: η ευρωπαϊκή πρωτεύουσα των Αθηνών που πιπιλάμε στα μικροαστικά μυαλά μας δεν είναι παρά ένα ευρωπαϊκό χωριό, κλειστό και φοβούμενο τους "ξένους". Ο ίδιος ο Κυνόδοντας επανεμφανίζεται σε μια ταινία που όμως είναι ριζικά διαφορετική και κοιτάει προς αντίθετη κατεύθυνση. Η πρόζα δεν είναι μια μπρεσονική αναφορά στην έλλειψη συναισθήματος, αφού το συναίσθημα προϋπάρχει (σκηνές κλειδιά το υπερτονίζουν), και χρησιμοποιείται ως λανθάνουσα αυθεντία, κρυμμένο κάτω από εσωτερικούς κανόνες. Η διέξοδος από την αρτηριοσκληρωτική τους εφαρμογή; Ένα ακόμα σύμβολο. Δεν είναι η ισχνή υποκριτική ικανότητα μιας χούφτας τυχοδιωκτών απατεώνων που δίνει τη θέση του διαλόγου στη νηπιακή απαγγελία, αλλά η γιγάντωση της αναντικατάστατης μοναδικότητας που φτάνει πλέον να μελετήσει, ως οφείλει μια λεπτή αλλά ενδελεχής μελέτη με όπλο το χιούμορ, τον υπαρξισμό.

Πολιτικό σχόλιο μιας α-πολιτικής χώρας όπου τα πάντα βρίσκονται σε κατάρρευση; Υπό τη σθεναρή αντίσταση του πολιτισμού, αυτό είναι που αποκαλούμε θρίαμβο. Ο αντι-ρεαλισμός αντι-βαραίνει ξεκάθαρα το αντι-σινεμά του Λάνθιμου (πλανοθεσία στα όρια της αναρχίας, χαώδης αφηγηματική δομή) σε σημείο που η ρήξη με το εσωτερικό του θεατή να δημιουργεί άγχος για μια κατάσταση που έχει όμως ελάχιστη επαφή με την παραμικρή πραγματικότητα. Η θαυμαστή οξυδέρκεια του Γιώργου Λάνθιμου υπέδειξε τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να κυκλώσει την ελληνική (αθηναϊκή, αν προτιμάτε) πραγματικότητα με ένα παγκόσμιο σχόλιο για τον άνθρωπο που αναζητά το καλούπι, το ρόλο σε, κατά προτίμηση, κάτι πιο... ποπ.

Πάνος Τράγος

Τετάρτη 16 Νοεμβρίου 2011

52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2011: Η Τελετή Λήξης και τα Βραβεία


Μπορεί η Θεσσαλονίκη να μη ζωντάνεψε όσο θα ήθελε ο Δήμαρχος της πόλης, που βρέθηκε εχθές το βράδυ στην τελετή λήξης του 52ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, οι αίθουσες όμως γέμισαν σε κάθε προβολή, δείγμα της εκτίμησης ενός διψασμένου κοινού σε ένα θεσμό που δεν ξεπέφτει ποιοτικά. Μία από αυτές, το εμβληματικό Ολύμπιον, φιλοξένησε την τελετή λήξης σε μία βραδιά που, αν και ξεκίνησε ιδανικά με το άνοιγμα του συνόλου εγχόρδων “Ροτόντα”, το οποίο αποτελείται από σπουδαστές του Κρατικού Ωδείου Θεσσαλονίκης υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση της Irina Dragneva, συνέχισε με τρόπο που δεν άξιζε στο φεστιβάλ και που, καλύτερα, να ξεχάσουμε όλοι.

Δεν είναι τόσο η κακή οργάνωση που έκανε την τελετή να μοιάζει με σχολική γιορτή και γέμισε τους πάντες με αμηχανία στα αμέτρητα κενά διαστήματα, ούτε η τυπικότητα στους φορείς όπως ο Γιάννης Μπουτάρης, που διάβασε το λόγο του πιθανότατα για πρώτη φορά από όταν γράφτηκε. Δεν είναι καν η παρουσία τη Δημήτρη Εϊπίδη που, όσο κι αν διεύθυνε την οργάνωση φέτος άψογα, δε σταμάτησε να διατείνεται την ποιότητα της δικής του “δουλειάς”, για την οποία, όπως είπε ο ίδιος, το κοινό έδωσε “ψήφο εμπιστοσύνης”. Είναι εκείνη η ντροπή που αισθάνεται κανείς για τους καλλιτέχνες που βραβεύτηκαν ανάμεσα στις φωνές του κοινού που ήταν αποφασισμένο να μην αφήσει τα σημάδια της κακής οργάνωσης της βραδιάς να περάσουν απαρατήρητα.

Με τις δυσκολίες διεξαγωγής τελικά οι βραβεύσεις έγιναν υπό χειροκροτήματα για τις επιλογές. Ο Χρυσός Αλέξανδρος στο ρωσικό Πορτρέτο στο λυκόφως, συνοδεύτηκε από χρηματικό έπαθλο 20.000 ευρώ, ποσό μεγαλύτερο από το μπάτζετ της ταινίας, όπως χαρακτηριστικά είπε η πρωταγωνίστρια στο μικρό της ευχαριστήριο λόγο. Στα Ογδόντα Γράμματα πήγε ο Αργυρός Αλέξανδρος υπό επιδοκιμασίες ενός κοινού που λάτρεψε το φιλμ και ο Χάλκινος Αλέξανδρος βρήκε Έλληνες δέκτες, αφού απονεμήθηκε στο Πορφίριο, με μοντέρ το Γιώργο Μαυροψαρίδη, διευθυντή φωτογραφίας το Θύμιο Μπακατάκη και βοηθό του το Θωμά Βαρβία.

Η σκηνοθετική ματιά που άφηνε ερωτηματικά στη φαινομενικά απλή ιστορία του Χωρίς έδωσε το βραβείο στο Μαρκ Τζάκσον, ενώ το σενάριο του Τζον ΜακΙλντάφ για το Ιδού ο αμνός ήταν η επιλογή στην κατηγορία. Ελληνικό ενδιαφέρον είχε το βραβείο γυναικείας ερμηνείας που απονεμήθηκε στη Στεφανία Γουλιώτη του J.A.C.E., ενώ το αντίστοιχο ανδρικής πήγε στο Βόταν Βίλκε Μέρινγκ για τη Φωτιά. Από κοινού οι Ρόνιτ Ελκαμπετς, Μίκαελ Μόσονοβ και Γιόαβ Ρότμαν, πρωταγωνιστές στην Πλημμύρα, παρέλαβαν το Βραβείο Καλλιτεχνικής Επίτευξης.

Τα βραβεία FIPRESCI επανέλαβαν την εκτίμηση στα Ογδόντα Γράμματα, βραβευμένα για το Διεθνές Διαγωνιστικό τμήμα, ενώ χαιρέτισαν (με το δικό μας Νέστορα Πουλάκο) το ελληνικό φιλμ Η Πόλη των Παιδιών. Το κανάλι της Βουλής απένειμε το βραβείο Ανθρώπινες Αξίες στο Ρωμαίος Έντεκα του Ιβάν Γκρμόβιτς, συνοδευόμενο από χρηματικό έπαθλο 7.500 ευρώ.

Κάπου στο ενδιάμεσο, βραβεύτηκε και ο Ρέμπραντ με το κοινό να απορεί. Στο βήμα, αντί του τίτλου της ταινίας στην οποία απονεμόταν το βραβείο, Η φωτιά, με πρωτότυπο τίτλο Der Brand, ένα σαρδάμ στο γερμανικό άρθρο έφερε μερικά γέλια που καλύφθηκαν από τα χειροκροτήματα προς τη βράβευση της ταινίας.

Το κοινό, ψήφισε για κάθε κατηγορία, απονέμοντας τα Βραβεία Κοινού Fischer στην Πλημμύρα από το Διεθνές Διαγωνιστικό, το Σούπερ Δημήτριο από το Ελληνικό Τμήμα, τον Εχθρό από τις Ματιές στα Βαλκάνια και τον Τυραννόσαυρο από το τμήμα των Ανοιχτών Οριζόντων (δική μας προτίμηση, ένα εκ των αριστουργημάτων Το παιχνίδι (****) και Κτήνος (*****) - ισάξια οι καλύτερες και συγκλονιστικότερες στιγμές του δεκαημέρου).

Τα βραβεία της ΠΕΚΚ πήγαν στο Πορτρέτο στο λυκόφως και την Πόλη των παιδιών.

Αφού τα βραβεία παρουσιάστηκαν και απονεμήθηκαν σε αντίστροφη πορεία από αυτήν που διαβάσατε, η τελετή λήξης ακολουθήθηκε από την προβολή του φιλμ που ταρακούνησε το φεστιβάλ του Σάντανς και συμμετείχε στο τμήμα Ενα κάποιο βλέμμα των Κανών, Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν, του Σον Ντέρκιν, ταινία για την οποία θα μιλήσουμε λίγο πριν την έξοδό της στις αίθουσες, αφού ακόμα θα μας κρατάει σε σκέψεις.

Πάνος Τράγος

52ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης 2011: Οι Ταινίες

Σπάνιο όσο και μοναδικά υπέροχο να φτάνει κανείς στη Θεσσαλονίκη πριν προλάβει καν να βάλει σε μια τάξη τις εκκρεμότητες (και αλήθεια, πότε τελειώνουν;) στην Αθήνα. Η πόλη, ακόμη πιο όμορφη κι από ένα δυο απογεύματα αργότερα, όταν και πλέον έχει παραδοθεί για τα καλά στη δίνη του μεγαλύτερου κινηματογραφικού φεστιβάλ της χώρας, ήδη κινείται γύρω από το σπουδαίο δεκαήμερο. Από πέρυσι δεν άλλαξαν και τόσα πράγματα στη χλιαρή υποδοχή της πρώτης μέρας, η οργάνωση έδειχνε ήδη όμως καλύτερη και οι υποσχέσεις του προγράμματος περίμεναν να πραγματοποιηθούν.

Από τη μία η ταινία έναρξης της Παρασκευής, οι Απόγονοι (****), δια χειρός Αλεξάντερ Πέιν και με τον αφοπλιστικό Τζορτζ Κλούνεϊ στον πρώτο ρόλο που, σε μια υπέροχη ταινία που εναλλάσσει το πικρό χαμόγελο με το γλυκό δάκρυ μέσα από μια χούφτα εξαιρετικών χαρακτήρων και υπό τη σύγχιση της χαβανέζικης μουσικής και των λουλουδάτων πουκαμίσων, καταφέρνει το one man show και ίσως δε θα ήταν και υπερβολή στην ανοδική πορεία της καριέρας του και μετά τον Αμερικάνο, να μιλήσουμε για την καλύτερη ερμηνεία που μας έχει παραδώσει. Ακούμε ήδη τους ψιθύρους των Όσκαρ κι ας απέχουμε μήνες.

Όσοι δεν παρακολουθούν από κοντά τις ταινίες μικρού μήκους του φεστιβάλ της Δράμας, είχαν την ευκαιρία σε δύο συνεχείς προβολές να γνωρίσουν τις βραβευμένες για το 2011, από τις οποίες με ευκολία ξεχωρίσαμε το διαμαντάκι του Αριστοτέλη Μαραγκού, If you have no place to cry, ως δείγμα ιδανικού σινεμά που ξέρει να αφηγείται και να δημιουργεί θρύλους. Για το κλείσιμο της ημέρας, μία έκπληξη χαμηλών τόνων αλλά εκρηκτικού κινηματογραφικού διαμετρήματος για όσο τα φώτα ήταν κλειστά, το γαλλικό δράμα Τα άνθη του κακού (***½), ένα λανθάνον ρομάντζο που μιλάει για τη δύναμη της επικοινωνίας, έστω και αγκιστρωμένης στα αγκάθια της τεχνολογίας, με υλικό που σοκάρει, θαυμάσιες ερμηνείες και καταπληκτικό σάουντρακ.

Με το πρώτο Σαββατοκύριακο του φεστιβάλ να φέρνει πλέον όλο τον κόσμο στη Θεσσαλονίκη, το Σπίτι (***) της σκηνοθέτιδος Σουζάνα Λιοβά, είναι η πρώτη και μάλλον η καλύτερη ταινία ενός πολύ μέτριου διαγωνιστικού τμήματος, ένα τίμιο δράμα που γνωρίζει πώς να μιλήσει για τις υπερβάσεις αλλά και τις συμβάσεις της οικογένειας (του “σπιτιού”) που δεσμεύει στην προσπάθεια να κρατηθεί ενωμένη. Η σκηνοθέτις μετράει τις σιωπές και αφήνει τους δύο πρωταγωνιστές να ερμηνεύσουν υπέροχα την απόγνωση και το αδιέξοδο των δύο γενιών που αρνούνται να πλησιάσουν η μία την άλλη. Ο γνωστός και αγαπημένος μας Ιρλανδός ηθοποιός Πάντι Κόνσινταϊν κρύβεται για πρώτη φορά πίσω από την κάμερα πλησιάζοντας ξανά το μικρού μήκους φιλμ που είχε κάνει με τον Πίτερ Μάλαν και την Ολίβια Κόλμαν, κρατώντας πάλι τους ίδιους ηθοποιούς (και γιατί να αλλάξει κανείς τον σπουδαίο Μάλαν - δείτε το φιλμ και θα καταλάβετε). Το ευχαριστώ του Τυραννόσαυρου (****) στο Σέιν Μέντοουζ (“Τα παπούτσια του νεκρού”) μπορεί να μη βρίσκεται στους τίτλους τέλους όμως ψιθυρίζεται σε κάθε πλάνο αυτού του σκληρού βρετανικού δράματος που δε χαρίζεται πουθενά. Όπως ο φίλος του, Σέιν, ο Κόνσινταϊν απογοητεύεται κοιτώντας την πατρίδα του: αλκοόλ, βία, εκμηδένιση κάθε έννοιας σεβασμού και μια κατηφόρα ηθική που την κατεβαίνουν με φόρα χαρακτήρες χιλιόμετρα μακριά από το μανιχαϊστικό αμερικανικό σινεμά, άγιοι και διάβολοι σε κάθε δευτερόλεπτο που περνάει. Το παρελθόν βαραίνει πάνω τους, ορίζει τις πράξεις, θολώνει το μέλλον. Με λίγα λόγια, το στοίχημα για μία από τις καλύτερες ταινίες της χρονιάς που έρχεται και θα βρούμε σύντομα και στις αίθουσες. Κλείνοντας το Σάββατο, το Μίκαελ (***) ένα αμφιλεγόμενο φιλμ που μάζεψε τις χειρότερες βαθμολογίες των μεγάλων εντύπων στο φετινό φεστιβάλ των Κανών και δραματοποιεί την αληθινή ιστορία ενός παιδόφιλου που κρατούσε για χρόνια φυλακισμένο στο υπόγειο ένα παιδί. Κλινική προσέγγιση, εξαιρετικοί ρυθμοί αλλά και ένα μούδιασμα όταν αναρωτιέται κανείς το λόγο ύπαρξης μιας ταινίας που κρατάει τέτοια απόσταση και ουσιαστικά κινηματογραφεί σαν στα κρυφά ένα τέρας να εναλλάσσει χαρακτήρες ανάλογα με τις εκάστοτε συναναστροφές του. Ενίοτε συμπαθής και κατά βάση απεχθής, όσο κι αν ο Σλάιζνερ (από τους πιο βασικούς βοηθούς του Μίκαελ Χάνεκε σε σειρά ταινιών του) κρατάει εκτός κάδρου όλες τις πράξεις του υπογείου, ο Μίκαελ είναι ένας χαρακτήρας προς μελέτη και όχι προς παράθεση στιγμών υπό την κλινική ματιά ενός σκηνοθέτη που, όπως επέμενε να λέει ο Άκης Καπράνος σε κουβέντα μας μετά, δείχνει για τα καλά το λόγο που παρέμενε βοηθός. Λίγο πριν τα Χριστούγεννα, όταν και η ταινία θα βγει στις αίθουσες, θα περιμένουμε τα δικά σας σχόλια σε μια από τις πιο σημαντικές (όχι φυσικά με την έννοια των καλύτερων αλλά των πιο συζητημένων) ταινίες της χρονιάς. Το Σαββατόβραδο έκλεισε με κλοτσοπατινάδες μεταξύ σκηνοθετών και σεναριογράφων (Γιάνναρης και Κακκαβάς στον τελικό πυγμαχίας της κατηγορίας μύγας), κάτι για το οποίο σαν ενημέρωσε ήδη ο Άκης Καπράνος και δεν έχει νόημα να επεκταθούμε παραπάνω για δεύτερη φορά.

Αν και την Κυριακή την περάσαμε με την αναμονή της νέας ταινίας του μεγάλου Μπρουνό Ντιμόν, ξεχωρίσαμε από το τμήμα των Ανοιχτών Οριζόντων το Σουηδικό Μαϊμούδες (**½), ένα κρυμμένο παιχνίδι σεξουαλικής αφύπνισης σε τρία επίπεδα, αλλά και ένα μυστηριώδες και αυταρχικό παιχνίδι επιβολής. Τρία κορίτσια (ένα επτάχρονο που ερωτεύεται τον ξάδελφό της και ζητά να την “ξύσει” στην κοιλιά, μία δεκαπεντάχρονη και ένα... σιγανό ποτάμι εκθαμβωτικής ομορφιάς) μπλέκονται σε αλλεπάλληλες σωματικές προκλήσεις και επίμονα ψυχολογικά βασανιστήρια, ξεπερνούν τα όρια και αναζητούν τον απόλυτο έλεγχο, συνώνυμο της γυναικείας φύσης θαρρεί κανείς στο επιμύθιο της ενδιαφέρουσας ταινίας της Λίζα Άσαν. Ο Πάολο Σορεντίνο, τιμώμενο πρόσωπο μεταξύ άλλων στο φετινό φεστιβάλ, κάνει μοναδικό σινεμά στις Συνέπειες του έρωτα (***), όσο κι αν αφήνει να τον παρασύρει η δίχως όρια βιρτουοζιτέ του στην αφήγηση και την εικόνα. Ο Τόνι Σερβίλο δίνει άλλη μια θαυμάσια ερμηνεία, προάγγελο του ερμηνευτικού άθλου του Il divo μια τετραετία αργότερα. Το ίδιο βράδυ, ο Μπρουνό Ντιμόν (L’Humanite, Η ζωή του Ιησού, 29 Φοίνικες, Φλάνδρα) φιλοσοφεί πάνω σε γνώριμο ζήτημα για τον ίδιο, αυτό της απουσίας θεού, παίζοντας με τον τίτλο. Έξω Σατανά (***½), όπως τιτλοφορείται η νέα του ταινία, δεν είναι παρά Μέσα θεέ, μου λέει ο Άκης Καπράνος σε κουβέντα μας μετά ανοίγοντας μεγάλη συζήτηση. Για εμάς, το Εκτός Σατανά, όπως αλλιώς θα μπορούσε να διαβάσει κανείς τον τίτλο μπορεί να σημαίνει και μια πνευματική ανυπαρξία για όποιον δεν αναγνωρίζει καν το θεό. Το θαύμα της φύσης στη φύση που περιγράφει επίμονα ο Γάλλος σκηνοθέτης, είναι η σωτηρία όχι από τα παροδικά τραύματα αλλά από το κενό του θανάτου, εκεί που όλα ελπίζουμε να μας εξηγηθούν, αλλά προσπαθούμε να μείνουμε μακριά τους.

Βραβευμένος με το βραβείο του τμήματος Ένα Κάποιο Βλέμμα (για να μην ξεχνιόμαστε, αυτό είναι το βραβείο για τον Κυνόδοντα του Γιώργου Λάνθιμου 2 χρόνια πριν, αναλογιστείτε την τιμή) στο φετινό φεστιβάλ των Κανών, ο μεγάλος Ρώσος Αντρέι Ζβιαγκίντσεφ με το Ελένα (***½) κλείνει το μάτι σε ένα ψυχαγωγικό σινεμά στην επιφάνεια της ιστορίας του (ένας πλούσιος αφήνει εκτός κληρονομιάς το μοναδικό του άνθρωπο στον κόσμο και εκείνη σχεδιάζει να τον δολοφονήσει), για να μιλήσει για την ταξική πάλη και εναλλαγή στη χώρα του, μέσα από σκηνές διαμάντια: “στείλε το μικρό στο στρατό, είναι το καλύτερο σχολίο” προτείνει ο πλούσιος μεγαλοαστός όσο συζητάει στο χλιδάτο του διαμέρισμα, πριν μπει στο 120 χιλιάδων ευρώ τζιπ του και αναγκαστεί να παραχωρήσει προτεραιότητα σε μια ομάδα εργατών που περνούν το δρόμο - ποια είναι η παλιά Ρωσία και ποια η καινούρια; Το όνειρο που γκρεμίστηκε ή το όνειρο που αναδύεται από τα συντρίμμια όμως, δύσκολα θα καταφέρει να σώσει τον άνθρωπο, διεφθαρμένο στο εξής από ένα παρελθόν σκοτεινό και κουκουλωμένο. Το θλιβερό Q&A που ακολούθησε μας γέμισε ενοχές για την αδυναμία μιας ολόκληρης αίθουσας να ερμηνεύσει όπως της αξίζει, μια σπουδαία ταινία. Η δική μας, Γκέλυ Μαδεμλή, το διαχειρίστηκε όσο καλύτερα γινόταν αλλά τόσο ο απογοητευτικός Ζβιαγκίντσεφ όσο και το επίμονο κοινό σε μορφή όχλου, έμειναν να συζητάνε μπλοκάροντας την έξοδο κινδύνου για μία ώρα. Σαν κακή ποιοτική αντιστάθμιση για τη συνέχεια της βραδιάς το, θαρρείς και τηλεοπτικό, ξεχειλωμένο νεανικό ρομάντζο από τη Γαλλία, Ένας νεανικός έρωτας (*), θέλει να μιλήσει για τους έρωτες που δε σβήνουν στο χρόνο, αλλά αυτό που τελικά καταφέρνει, είναι να φλυαρεί κουραστικά για δύο ώρες, πάνω σε μία κοινότυπη ιστορία κακογραμμένων διαλόγων που δε δικαιολογεί ούτε ταινία μικρού μήκους.

Το πρώτο τετραήμερο του φεστιβάλ πέρασε τόσο γρήγορα, όσο και οι ελάχιστες παράλληλες εκδηλώσεις του. Καλεσμένοι που δεν ανταποκρίθηκαν ή μια διαφορετική προσέγγιση στο πλήθος και το κύρος τους, έδωσε στην ανάκτηση της αίγλης ένα ρυθμό που έκανε, προς το παρόν, μικρά προσεκτικά βήματα. Το φεστιβάλ αλλάζει κατεύθυνση, γίνεται πιο επαγγελματικό. Ξεχάστε τις προκρατήσεις από το τηλέφωνο με μία απλή σινεκάρτα, ξεχάστε τις ουρές έξω από γεμάτες προβολές που κατέληγαν σε είσοδο χωρίς εισιτήριο λίγο πριν την προβολή. Γίνεται ακόμα και ηλεκτρονικό σκανάρισμα των εισιτηρίων και επίμονη επίδειξη του αποδεικτικού ενός μηδενικού εισιτηρίου (σινεκάρτα ή διαπίστευση) και, αν αλλάξουν λίγα πράγματα στις αίθουσες, δε θα ήταν περίεργο να μιλήσουμε και για έκδοση αριθμημένων θέσεων. Αν θέλετε τη γνώμη μας, όσο κι αν ήταν αναγκαίες μερικές αλλαγές, δεν είναι ακριβώς αυτό που θέλουμε από το ΦΚΘ.

Αυτό που πρώτα όμως ζητάει κανείς, είναι οι καλές ταινίες του προγράμματος και εκεί το φεστιβάλ έχει κάνει εξαιρετική δουλειά. Ως εξαίρεση, στα πλαίσια του μέτριου διαγωνιστικού, την Τρίτη παρακολουθήσαμε τους Γάιδαρους (**), του 42χρονου Μεξικανού Οντίν Σάλαζ Φλόρες, ένα δράμα ποιητικών διαθέσεων που θέλει να πιάσει το νήμα από εκεί που το άφησε ο Σπασμένος Απρίλης, ερευνώντας το φόβο της βεντέτας, τη διάσπαση της οικογένειας, το σύμπαν της ενηλικίωσης, στο φόντο μιας ιστορικής περιόδου που στο Μεξικό κυριαρχούσε η πολιτική βία. Συνδυάζοντας στοιχεία βιογραφίας, εμπνευσμένος από την προσωπική ιστορία του πατέρα του σκηνοθέτη, η παιδική αθωότητα του Λαουτάρο συγκρούεται με το σύμπαν των ενηλίκων, την αδικία και τους φόβους τους, σε ένα ψυχολογικά βίαιο flash forward του χρόνου, με την υπερπροβολή του Φλόρες στην παράδοση και την κουλτούρα του τόπου του. Εκεί δηλαδή που τα φαντάσματα στοιχειώνουν για αιώνες ανήσυχα για τον άδικο θάνατό τους, εκεί που οι νεκροί περπατούν ανάμεσα στους ζωντανούς, εκεί που το δίκαιο ο λαός το ψάχνει στην εκδίκηση και την μπερδεμένη αντίληψη για την αξιοπρέπεια.

Βασικός υποψήφιος για το βραβείο του διαγωνιστικού τμήματος, το Ιδού ο αμνός (**½) είναι το ντεμπούτο του Ιρλανδού Τζον Μακίλνταφ, μια μικρή ιστορία που μιλάει για μεγάλα πράγματα, με ήρωες δύο απόκληρους που έχουν σχεδόν παρατήσει τη ζωή τους και η συγκυρία της γνωριμίας τους τους ωθεί σε ένα προσωπικό ταξίδι αναζήτησης της εσωτερικής τους ηρεμίας και λύτρωσης. Εικόνες, αποφάσεις αλλά ακόμα και ένας τίτλος που ξεπηδούν από τις καθολικές διδαχές, αλλά τους δίνουν χώρο αυστηρά περιορισμένο. "Μπορείς να πεις ότι ο θεός είναι νεκρός αλλά μας άφησε πίσω όλα τα σύμβολά του", λέει σε μία συνέντευξή του ο σκηνοθέτης που, για να ελαφρύνει το κλίμα της ταινίας του, δε διστάζει να διαποτίσει το road movie του με σκηνές που ξεσηκώνουν γέλια, όχι ακριβώς τυπικού βρετανικού χιούμορ.

Κάπου στο ενδιάμεσο, ο Ντανιέλε Λουκέτι δε μεγαλώνει τις προσδοκίες και δεν ξεφεύγει από τα δείγματα γραφής που είχε δώσει στην προηγούμενη ταινία, το ασθενικό δράμα "Ο αδερφός μου είναι μοναχοπαίδι" που είχε βρει το δρόμο προς τις αίθουσες και στη χώρα μας, με τη Ζωή μας (**), ενόσω παράλληλα ο Κωνσταντίνος Γιάνναρης έδινε την πιο ενδιαφέρουσα και γεμάτη κόσμο συνέντευξη τύπου. Ανάμεσα σε άλλα, ο μεγάλος Έλληνας κινηματογραφιστής μίλησε για την εξέλιξη ενός δημιουργού σε στιλ και φόρμα, αλλά και τον τρόπο που οι εμμονές παραμένουν να στοιχειώνουν το έργο του, χαρακτηρίζοντας τρομακτική όσο και ερεθιστική αυτήν την ψυχαναλυτική εσωτερική πάλη. Στο νέο του φιλμ , “Kalashikov”, δουλεύει ξανά με την ομάδα της Άκρης της πόλης, χωρίς την αφέλεια, όπως είπε ο ίδιος, εκείνης της εποχής.

Φτάνοντας στη μέση του φεστιβάλ, το διαγωνιστικό μέρος παίρνει τα πάνω του, όμως στις ειδικές προβολές οι ελληνικές ταινίες έχουν την τιμητική τους. Το μεγάλο ταλέντο του Φίλιππου Τσίτου αρκεί για την αναμονή της νέας ταινίας του, πάλι με τον Αντώνη Καφετζόπουλο στον πρωταγωνιστικό ρόλο (όπως και στην "Ακαδημία Πλάτωνος"), να περιφέρεται ως άλλος ήρωας από το σινεμά του Καουρισμάκι, ψάχνοντας το δίκαιο καταμεσής ενός Άδικου κόσμου (***) που πλέον αποτελεί τον κανόνα. Η θλιμμένη ματιά αυτού του σπουδαίου ερμηνευτή, καθρέφτης της σύγχρονης απογοήτευσης, της κούρασης πριν την παραίτηση. Ακόμη πιο πριν από αυτή, θα δώσει το δικό του αγώνα εκεί που μπορεί να το κάνει καλύτερα. Δε σκοπεύει να αλλάξει τον κόσμο, αλλά να ορθώσει τη δική του γροθιά αντίστασης στο κατεστημένο που ρίχνει το βάρος πάνω του. Στον εαυτό του, στον κόσμο του δηλαδή, που συνήθισε να είναι άδικος. Ως ανακριτής της αστυνομίας και πριν πεθάνει από την πλήξη και τη ρουτίνα του πρωτοκόλλου, αναζητά ψήγματα καταθέσεων που δικαιολογούν την αθώωση των παρανόμων που περνάνε από το γραφείο του. Δεν είναι θεός, όμως το σύστημα που έμαθε να δίνει δικαίωμα θεϊκής παρέμβασης στις ζωές των ανθρώπων από άλλους ανθρώπους, μπορεί να το πολεμήσει δίνοντας δεύτερες ευκαιρίες σε όσους αδίκησαν και αδικήθηκαν. Κορυφαία πλανοθεσία, βαθύς ανθρωπισμός και πραγματική ταυτότητα τόσο καλλιτεχνική όσο και εθνική ως κινηματογραφική ηθογραφία, αυτή είναι η ελληνική ταινία που μας γοήτευσε όσο καμία φέτος. Το γεμάτο Ολύμπιον άλλωστε, είναι η πιο χαρακτηριστική απόδειξη της εκτίμησης του κοινού στο πρόσωπο του δημιουργού.

Όταν καταστράφηκε κάθε έννοια οικονομίας και οι κινηματογραφιστές δεν αναζητούσαν στο χρήμα το σκοπό του σινεμά τους, στη γειτονική Ρουμανία άνθισε ένα ρεύμα κινηματογραφικό που αδυνατούσε να δημιουργήσει οτιδήποτε που δε θα ήταν αριστουργηματικό. Από τη βράβευση του Μουνγκίου και του "4 μήνες, 3 εβδομάδες και 2 μέρες" στο "Αστυνομία, ταυτότητα" και από εκεί στο "Όταν θέλω να σφυρίξω, σφυρίζω", οι ρουμάνικες ταινίες έρχονται με την αβάντα της χώρας παραγωγής τους και μόνο, δημιουργίες πρωτοεμφανιζόμενων ή άπειρων σκηνοθετών, σε ένα κοινό που προσδοκά πάντα κάτι ανάλογα άξιο. Στο τμήμα "Ματιές στα Βαλκάνια" τη Ρουμανία φέτος εκπροσώπησε επάξια ο Αντριάν Σιτάρου, βραβευμένος πριν χρόνια στο ίδιο φεστιβάλ, αυτή τη φορά με την καινούρια του ταινία και Με τις καλύτερες προθέσεις (***½). Κάτι σαν βαλκανικός "Ένας χωρισμός", το φιλμ του Σιτάρου αφήνει τους χαρακτήρες του να οργιάσουν φλυαρώντας άσκοπα και ανησυχώντας υπερβολικά, φτιάχνοντας τελικά εντός του χώρου δράσης (κυρίως το δωμάτιο ενός νοσοκομείου) έναν κόσμο τόσο μπερδεμένο, αγχωμένο και αποξενωμένο ως δείγμα ενός ευρύτερου, αλλά παρόμοιων ανησυχιών και συμπεριφορών. Η σκηνοθετική ματιά του Ρουμάνου δεν περνάει απαρατήρητη, ουσιαστικά μιλάμε για μια ρυθμική εναλλαγή μονοπλάνων διαρκείας, σε καθένα από τα οποία, η κάμερα παίρνει τη θέση ενός από τους συνομιλητές του πρωταγωνιστικού χαρακτήρα.

Δεν έχουμε δει την κόπια που παρουσίασε στο Βερολίνο Κωνσταντίνος Γιάνναρης, πριν αποφασίσει να προχωρήσει σε εκ νέου μοντάζ ολόκληρης της ταινίας του. Έτσι, η νέα έκδοση που φέρει τον υπότιτλο "Director's Cut" ήταν για εμάς η πρώτη επαφή με το Man at sea (**½), την ιστορία που εμπνεύστηκε ο Γιάνναρης για μια ομάδα λαθρομεταναστών που γίνονται δεκτοί από τον πλοίαρχο ενός εμπορικού πλοίου, κόντρα στις εντολές της εταιρίας, για να μιλήσει για θέματα γνώριμα στο σινεμά του (η αδυναμία αφομοίωσης του καινούριου, του ξένου αν θέλετε καλύτερα, στην παράδοση ενός ανθρώπου, μιας ομάδας ή μιας χώρας - ανάλογα με τη μεγαλοσύνη της κάθε ταινίας του). Ο εγκλωβισμός με το στανιό της φύσης αλλά και των διεθνών κανόνων και συμβάσεων στη φυλακή της εξορίας (το πλοίο) όπως σταδιακά την αισθάνονται οι λαθρομετανάστες, βραδυφλέγει τις εκρήξεις στις σχέσεις, υποβοηθούμενες από τη μαεστρία του Γιάνναρη που εδώ, όπως στο Δεκαπενταύγουστο και το χωριό του, αντιλαμβάνεται τη δυνατότητα να ζώσει το θρίλερ του χωρικά, αλλά και χάνοντας δυναμική από τους ανορθόδοξους αφηγηματικούς ρυθμούς και το μοντάζ που αφήνει ερωτηματικά γύρω από τις αντιδράσεις των χαρακτήρων. Αφορμώμενος ξανά από την ταξική πάλη, διαλύει το μικρόκοσμό του σε στρατόπεδα που πλησιάζουν και απομακρύνονται, όσο υπαγορεύει η απόγνωση. Και, μιας και δεν την αναφέραμε στον Άδικο κόσμο παραπάνω, όπως εκεί έτσι και εδώ, η πολυδιάστατη ερμηνευτική σιωπή της Θεοδώρας Τζήμου κραυγάζει από το πρώτο της πλάνο μέχρι το τελευταίο, πως έχει μια κοινωνία χαθεί σαν άλλος άνθρωπος στη θάλασσα.

Στη Ρωσία, οι άνθρωποι της διανόησης συνεχίζουν να ανησυχούν για την ταξική πάλη, ιδανικά ανισόρροπη όσο πουθενά στον κόσμο και, όπως ο Ζβιαγκίντσεφ με το θρίλερ δομημένο γύρω από την Έλενα και τη σύγκρουση μπουρζουαζίας και μικροαστών, έτσι και η Αγγελίνα Νικόνοβα με το Πορτρέτο στο λυκόφως της (***) στήνει έναν παραμορφωτικό καθρέφτη στην εκπρόσωπο της μπουρζουαζίας της και την αφήνει να πλησιάσει το είδωλο που γνωρίζει πως ουσιαστικά δεν είναι η αντανάκλασή της. Αφού ταπεινωθεί, θα κοιτάξει τη ζωή προς τα πίσω, θα βουτήξει στον πληγωμένο της ψυχισμό και θα θρέψει τη βία και την ηθική σήψη, όχι αποσιωπώντας αλλά παίρνοντας μέρος στην πραγματικότητα που αγνοούσε ή αδιαφορούσε. Δεν υπάρχουν απαντήσεις, μόνο έντονες σκηνές που κραυγάζουν ερωτήσεις που μένουν αναπάντητες στο πέρασμα των χρόνων.

Μετά το αδιάφορο θρίλερ Επιτηρητής Μωρού (*) που δεν είναι παρά μια κλισέ αμερικανική ιστορία παράνοιας και απώλειας που απλά μιλάει σουηδικά, το αριστούργημα των αδερφών Νταρντέν, Το παιδί με το ποδήλατο (****), με φόρα από τις Κάνες αλλά όχι με το Χρυσό Φοίνικα που άξιζαν από το γνώριμο φεστιβάλ τους (και θα ήταν ο τρίτος τους), κλείνει το μάτι στα 400 χτυπήματα και την πληγωμένη παιδική ηλικία που αγνοεί το περιβάλλον και αδυνατεί να κατανοήσει τον κόσμο των ενηλίκων, στον οποίο εισέρχεται με βία. Το βαθιά ανθρωπιστικό τους σινεμά είναι εδώ, παρόν σε ένα δράμα που, όπως πάντα, δεν ξεπέφτει σε φτηνές συγκινήσεις και μελό εκβιασμούς.

Το μεγαλόπνοο σχέδιο του Μενέλαου Καραμαγγιώλη συγκρούεται με το μικρών προθέσεων σινεμά του Παναγιώτη Φαφούτη στο διεθνές διαγωνιστικό. Ο πρώτος με το J.A.C.E. (*) μπλέκει στο χαοτικό ταξίδι 2μιση ωρών του ήρωά του, ιδέες και στιλ που μοιάζουν μπλεγμένες και όχι εμπνευσμένες όπως θα ήθελε ο ίδιος και ο δεύτερος με τον Παράδεισο (**), μετά από μια εντυπωσιακή έναρξη που αφιερώνει ιδανικά χρόνο στους πολλούς χαρακτήρες του και προετοιμάζει τις συγκρούσεις με μαεστρία (καμία σχέση δηλαδή με τον αυτόματο πιλότο του ντεμπούτου του με την “Κληρονόμο”), χάνεται στα αυτοκαταστροφικά και εν τέλει ανύπαρκτα κλεισίματα των υποϊστοριών του, φλύαρους και μακριά από την πραγματικότητα (που μέχρι εκείνη τη στιγμή φαίνεται να υπηρετούσε) διαλόγους. Όσο κι αν μιλάμε για χαμένη ευκαιρία, το ταλέντο και η προσωπικότητα του δημιουργού του, μας υποχρεώνει να τον αφήσουμε με την προσμονή της επόμενης δουλειάς του.

Το Without (***), εντυπωσιακά ώριμο ντεμπούτο ενός νεαρού Νεοϋορκέζου που βρίσκεται πίσω από όλα (σκηνοθεσία, παραγωγή, μοντάζ, σενάριο), ακολουθεί μια 19χρονη σε ένα ταξίδι εσωτερικής βύθισης στους εφιάλτες και τα σημάδια του παρελθόντος, μέσα από τη σχέση της με έναν ανάπηρο αλλά και δίχως ίχνος δυνατότητας επικοινωνίας ηλικιωμένο, όταν αποφασίζει να δουλέψει αναλαμβάνοντας τη φροντίδα του για μερικές ημέρες. Στο απομονωμένο νησί της Ουάσινγκτον χάνει κάθε επικοινωνία εκ του μακρόθεν, δίχως διαδίκτυο και τηλέφωνο, αλλά και αδυνατεί να βρει μια αντίστοιχη με τον εαυτό της. Η ταινία, εκτός από το ταλέντο ενός νέου σκηνοθέτη, μας συστήνει και μία εξίσου νεαρή ηθοποιό που δε διστάζει να εκτεθεί ερμηνεύοντας παράλληλα με την άνεση μιας εμπειρίας χρόνων, τον απαιτητικό ρόλο της.


Πάνος Τράγος

Σάββατο 15 Οκτωβρίου 2011

THE IDES OF MARCH (2011), του George Clooney


Το τεράστιο ζήτημα της ηθικής του σκανδάλου (στη θέση του οποίου, για ορισμένους εξ ημών, αρκεί μια καλοστημένη, χορταστική και πικάντικη σκανδαλολογία, πλήρως αναλογική με την κοινωνική θέση του βαλλόμενου στο κατηγορητήριο), μπορεί να είναι και η αποτελεσματικότερη εφαρμογή μιας αιώνιας διαλεκτικής, αμέτρητων παραμέτρων. Το σκάνδαλο δεν ψιθυρίζεται, αλλά κραυγάζει με όλους τους δυνατούς τρόπους. Το κοινωνικό στάτους το γιγαντώνει ή το συνθλίβει, εκμηδενίζοντας την αξία του στις συνειδήσεις και η εμετικά γενικευμένη έννοια που καλούμε σήμερα ως κοινή γνώμη αναλαμβάνει την επίδραση στην κοινωνία που από συγχυσμένη (που συγχέει, δηλαδή) οφείλει να συγχιστεί, καθώς η ταραχή και ο εκνευρισμός, είναι το όπλο της αυτοκριτικής των μικροαστών για την κατ’ εξακολούθηση εσφαλμένη τους ψήφο. Το σκάνδαλο είναι κυρίως εργασιακό, είναι η απάντηση στο προσωπείο του ιδανικού ηγέτη, του οικογενειάρχη διευθυντή, της ευγενούς ηθικής που διέπει το άτομο μπροστά στα σφραγισμένα μάτια ενός κόσμου που αρέσκεται στο να επινοεί. Το πολιτικό σκάνδαλο δε, η πιο αρρωστημένα ανισόρροπη αποθέωση της μικροαστικής ευχαρίστησης, είναι ο ιδανικός μοχλός που στα σάπια και τριτοκοσμικά κράτη εναλλάσσει εσαεί τη θλιβερή ανυπαρξία 2 κομμάτων στην εξουσία. Οι αποκαλύψεις σε ιδανικό timing, οι φήμες που οργιάζουν αλλά και μια σειρά αποκαλύψεων που θα όφειλαν να στείλουν κόσμο στην... κρεμάλα, απλώς γυρνάνε τη σελίδα εναλλάξ στο μονόφυλλο βιβλίο εξουσίας του εκάστοτε διπόλου, καθώς η μνήμη έχει προ πολλού εξαντληθεί, μαζί με την ηθική, την αξιοπρέπεια και την αξία. Όχι, δεν είναι κουτσομπολίστικη σκανδαλολογία η Siemens και το Βατοπέδι κι ας αντιμετωπίζεται ως τέτοια από τους μηχανισμούς της ενημέρωσης, ακριβώς τα φίλτρα που κατά παραγγελία θα διυλίσουν το συγχρονισμό της αποκάλυψης στην πάντοτε ελεγχόμενη οργή της μάζας. Μιας μάζας που ψέλλισε την ελπίδα της σε πρόσωπα ανελίξιμων σκουληκιών με χαρακτηρισμούς “ένας από εμάς”, στέλνοντας στον αγύριστο την έκφραση στο βασικότερο των σκανδάλων: το σεξουαλικό σκάνδαλο.

Ένα λεκιασμένο φόρεμα, πίσω στο 1998, έστειλε ένα ακόμη κάθαρμα (χαρακτηρισμός που φυσικά και δεν αποδίδεται λόγω 6-7 οικειοθελών ξενοπηδημάτων) σπίτι του, μαζί όμως με την ελπίδα της αλλαγής. Πάνω από μια δεκαετία αργότερα, η αποθέωση του ύψους της κοινωνικής πυραμίδας (ο επικεφαλής του ΔΝΤ και μια καμαριέρα), έστειλε το 50% της στήριξης ενός ολόκληρου λαού στο πρόσωπο ενός καπιταλιστή που θα έπρεπε να γυρνάει στομάχια στο άκουσμα του ονόματός του, στην ανυπαρξία, πριν φυσικά επανακάμψει, αφού όλα... κοπάζουν. Η υπερέκθεση και των δύο, μελετημένη κι αυτή σε βάθος από το επιστημονικά στημένο δίκτυο που λέγεται ΜΜΕ, αντέστρεψε με ευκολία το κλίμα ανάμεσα σε θύτη και θύμα ή μονοδρόμησε σε πρόσωπα την ευθύνη, προκειμένης της κομματικής εύνοιας. Η παραίτηση Καραμανλή δε σημαίνει πως, τη στιγμή που γράφεται αυτό το κείμενο, δεν οδεύουμε ακόμη και με τη μαθηματική ακρίβεια των δημοσκοπήσεων, σε μια νέα δεξιά κυβέρνηση. Η επανεκλογή ενός αλήτη εν μέσω της γενοκτονίας που εξελισσόταν δύο ηπείρους μακριά από τις ΗΠΑ, δε σήμαινε παρά την εναπόθεση της ελπίδας μιας γενιάς χαμένης από χέρι, στον πρώτο γιάπη του Χάρβαρντ, με μοναδικό κριτήριο το χρώμα του δέρματός του. Το Νόμπελ Ειρήνης έφερε φλας και πρωτοσέλιδα, αλλά δεν έφερε ούτε έναν στρατιώτη πίσω στην πατρίδα. Θα λέγαμε ούτε μισό, αλλά (και συγχωρέστε μας το μακάβριο λογοπαίγνιο) τέτοιους έφερε πολλούς.

Ο Τζορτζ Κλούνεϊ λοιπόν, έχοντας δηλώσει αλλά και αποδείξει πως ξέρει την πολιτική και τον ενδιαφέρει, παρότι δεν επιθυμεί να πολιτευθεί, γνωρίζει πολύ καλά και τον άλλο μηχανισμό του λαού: το σινεμά. Γνωρίζει πως να πειράξει ένα από τα, κατά τα λεγόμενα, ισχυρότερα πολιτικά θεατρικά κείμενα, φέρνοντάς το στα μέτρα του ίδιου. Δεν αποτελεί εξάλλου ευχάριστη έκπληξη εδώ και καιρό, αλλά μια σταθερή αξία δημιουργού, κι ας λοξοδρόμησε με το μέτριο Leatherheads, που ψάχνει κατά συρροή το ξάφνιασμα στα αραχνιασμένα θεματικά μοτίβα του αμερικανικού σινεμά. Επιλέγει ξανά το πολιτικό δράμα, χαμηλώνει τους τόνους και υπογραμμίζει τα κλειδιά ενός υποδειγματικού σεναρίου, στο οποίο έχει βάλει για τα καλά το χεράκι του. Κι αν σε κάποιους φανεί άτονη η πολιτική αντιπαράθεση ανάμεσα στους κορυφαίους ερμηνευτές που διαθέτει αυτή τη στιγμή το Χόλιγουντ (Τζορτζ Κλούνεϊ, Ράιαν Γκόσλινγκ, Πολ Τζιαμάτι, Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν), ας κλείσουν τα μάτια και ας αναλογιστούν πότε ήταν η τελευταία φορά που δεν έμπλεξε παραπατώντας, ένα πολιτικό θρίλερ χαρακτήρων σαν αυτό εδώ, σε αλληλοεπικαλυπτόμενα twist συνωμοσιών. Είναι η προσδοκία που γίνεται απογοήτευση, είναι η μάσκα της ψεύτικης εξουσίας, είναι το στυγνό πρόσωπο του συστήματος που μελετάται εδώ, χωρίς φτιασίδια, χωρίς ανοιχτά στόματα, χωρίς σκάνδαλα επί σκανδάλων, αλλά με ένα, μικρό, τόσο δα, σκάνδαλο, που η σεξουαλική του φύση και μόνο αρκεί για να το γιγαντώσει στα στόματα ενός έθνους, μιας γενιάς και μιας παγκόσμιας κοινωνίας κουτσομπολιού.

Πάνος Τράγος

Τρίτη 2 Αυγούστου 2011

BLITZ (2011), του Elliott Lester


Μια σειρά δολοφονιών ταράζει το νοτιοανατολικό Λονδίνο πίσω από τα ταμπλόιντ. Τα θύματα, πάντοτε αστυνομικοί, αυξάνονται συνεχώς. Ένας αδιάφθορος και επίμονος μπάτσος παλιάς κοπής και απαρχαιωμένων μεθόδων αναλαμβάνει να ανακαλύψει την ταυτότητα του κατά συρροή δολοφόνου. Παρότι εκ διαμέτρου αντίθετων μεθόδων με τον προϊστάμενό του, που δρα σύμφωνα με τους κανόνες, οι δυο αστυνομικοί θα πρέπει να συνεργαστούν για την εξιχνίαση των εγκλημάτων.

Το χαρμάνι της πιο όμορφης κινηματογραφικής έκπληξης των τελευταίων ημερών (αφού το διαμάντι που κρύβεται πίσω από τον τίτλο “The Veteran” δε θα κυκλοφορήσει τελικά αυτήν την εβδομάδα στις αίθουσες) δεν ψάχνει ανάμεσα σε καθαρόαιμους οπαδούς το κοινό του. Και, πιστέψτε μας, θα μπορούσε. Οπαδοί του Τζέισον Στέιδαμ υπάρχουν πολλοί, το ίδιο και των γαλλικών flic movies της δεκαετίας του 70, της αμερικανικής αστυνομικής περιπέτειας, του βρετανικού ρεαλισμού, των buddy movies, και όλοι θα βρουν κάτι να λατρέψουν. Ωστόσο το Blitz είναι εξαιρετικά σοβαρό: Γραμμένο πάνω σε κανόνες έτοιμους για να καταπατήσει ο πολύς Τζέισον Στέιδαμ, το αγγλικό φιλμ ενός Βρετανού βιντεοκλιπά που ζει στο Λος Άντζελες είναι γυρισμένο με αξιοθαύμαστη υπομονή, περιστρέφοντας τη μέθοδο και την ίντριγκα αντί της αμφιβολίας και του μυστηρίου, γύρω από μία τριάδα χαρακτήρων μελετημένων στην εντέλεια, σε ιδανικό μάλιστα κάστινγκ: ο Άγγλος νταής που όμως έχει τη σπίθα της ερμηνευτικής ποιότητας ενός Ίστγουντ από τα παλιά, ο Ιρλανδός μπαλαντέρ Πάντι Κόνσινταϊν που απογειώνει ακόμα και ένα μέτριο ρόλο, ο μεθοδικός -επίσης Ιρλανδός- ηθοποιός που παραδίδει έναν εφιαλτικό ψυχασθενή δολοφόνο πίσω από ένα νεανικό σώμα και μια χαλασμένη μόστρα.

Κι αν η επίκληση στο χιούμορ είναι ένα πολύ καλό όπλο για να καυτηριάσει κανείς τις μεθόδους, τις ταξικές διαφορές, την υπερβολή του Τύπου, άλλο τόσο είναι και μια μετρημένη αστυνομική περιπέτεια που άλλοτε σιγοβράζει κι άλλοτε εκρήγνυται, όπως ακριβώς και το αγρίμι της πόλης που κρατάει τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Γιατί, μπορεί να υπάρχει η συνταγή για ένα φιλμ που είναι γραμμένο πάνω στις νόρμες του παρελθόντος για το είδος, εύκολα όμως κάποιο λάθος στη δοσολογία μπορεί να χαλάσει το μείγμα. Κι όμως εδώ, ακόμη και τα κλισέ που ανακατεύονται με τη δράση και την αστυνομική μεθοδολογία, λειτουργούν σε μία ευχάριστη κινηματογραφική απόπειρα αναγέννησης ενός κράματος “Serpico” και “Jimmy -Ο Άνθρωπος από τη Γαλλία- Doyle”, που θα ανταμείψει με το παραπάνω.

Πάνος Τράγος

CASINO JACK (2010), του George Hickenlooper


“Στη ζωή αυτή είσαι ηγέτης ή σκλάβος”. Ζωή στα άκρα. Φυσιολογικό να συγχυστεί η αντίληψη ενός υπερλομπίστα στην πιο ανήθικη αυτοκρατορία της Δύσης, αυτήν που προέδρευε ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ. Τα άκρα που στραβώνουν τα υπεροπτικά του μάτια ώστε να αντιλαμβάνεται τη μετριότητα ως κανόνα. Στα σχολεία, στα όνειρα, στην οικογένεια, όπως ο ίδιος προσπαθεί να πείσει τον εαυτό του ενώπιον του (alter;) ego του που ετοιμάζεται να φτύσει στον καθρέφτη, αφού έχει καθαρίσει την αναπνοή του και βουρτσίσει τα δόντια του.

Αν δεν ξέρετε τι είναι λομπίστας, μη σκάτε, έτσι κι αλλιώς τίποτα δεν πρόκειται να αλλάξει. Οι ίδιοι πελάτες θα ακριβοπληρώνουν τις υπηρεσίες της πραγματικής εξουσίας για να βγάζουν δισεκατομμύρια που ποτέ δεν είναι αρκετά (γλιτώνοντας από την παρανομία της αμεσότητας με πολιτικά πρόσωπα). Σκληρές μπίζνες δηλαδή που πατάνε σε πτώματα και πληρώνουν αμαρτίες σε πολυτελείς σουίτες φυλακών, μία μέσα-δύο έξω επί 3μιση συναπτά έτη. Ή και καριέρα με πλούσιο βιογραφικό εκτός συνόρων. Ποιος μίλησε για Siemens;

Μια τέτοια ιστορία μπορεί να γίνει αρχιδάτο ντοκιμαντέρ, σκληρό πολιτικό δράμα ή φλου σάτιρα. Κι επειδή ντοκιμαντέρ έγινε και μάλιστα έκανε χαλασμό το 2010, όσο ο Σπέισι ετοιμαζόταν να οργιάσει σε άλλη μια αβανταδόρικη ερμηνεία (με το ελαφρυντικό μιας καλής επιλογής), αλλά και ο κύριος Χικενλούπερ (αν και κάπου έχω ακούσει πως είναι ασέβεια να αποκαλούμε “κύριο” κάποιον που έχει φύγει από τη ζωή) δεν είναι Σκορσέζε για να μπορεί να αποτυπώσει τις δαιδαλώδεις σχέσεις του υποκόσμου του χαρτογιακά, αυτό που μένει για την αληθινή ιστορία του Εβραίου ρεπουμπλικάνου λομπίστα είναι μια φρενήρης κωμωδία, δώρο για την αποφυλάκισή του που συνέπεσε με την έξοδο της ταινίας στις αίθουσες.

Μια ταινία δηλαδή που, ενώ πετυχαίνει στα ρυθμικά της αστεία να διασκεδάσει με ένα (μεγάλο) μάτσο αντιπαθητικών χαρακτήρων που χαντακώνονται διαδοχικά μέχρι τη μεγάλη κι απολαυστικά συθέμελη πτώση (και φυσικά μετατρέπονται σε καρικατούρες της κουτοπονηριάς και της βλαχοχλίδας), καταφέρνει να αστοχήσει στο μεγάλο στόχο που θα έπρεπε να έχει, έστω και στο φόντο μιας επίθεσης στο καπιταλιστικό σύστημα, κρατώντας για το φινάλε το μεγάλο, πανανθρώπινο και απείρως πιο σημαντικό μήνυμα: το -ξέρετε τι- κύριοι, σέρνει καράβι, σέρνει στόλο, σέρνει αυτοκρατορίες αχόρταγες και αδηφάγες που πέφτουν σαν κάστρο στην άμμο μπροστά στο θιγμένο γυναικείο εγωισμό.

Πάνος Τράγος

Παρασκευή 29 Ιουλίου 2011

SHANGHAI (2010), του Mikael Håfström


Γλαφυρή από την πρώτη της σκηνή αλλά τίμια όσο ένα φιλμ νουάρ περασμένων δεκαετιών, τούτη εδώ η καλύτερη ταινία του Σουηδού Μίκαελ Χάφστρομ, αρέσκεται να κινείται στην κόψη των ειδών, των χαρακτήρων, των νοημάτων. Λίγο πολιτικό θρίλερ, λίγος ιστορικός γρίφος, πολλή βία και ένα ελαφρύ πέπλο μυστηρίου ντύνουν μια ταινία που απλώνει, ούτε λίγο ούτε πολύ, 6 κεντρικούς χαρακτήρες πάνω από ένα φτηνό αλλά άψογα στημένο σετ εποχής ενώ ταυτόχρονα ερευνά μέσω των υποπλοκών της την αυθεντικότητα των ανθρώπινων σχέσεων, της ηθικής και της αδυναμίας. Χτισμένο σαν μυθιστόρημα πολλών σελίδων που επιθυμεί να διαβαστεί σε μια βραδιά, αναγκάζεται να γλιστρίσει με στιλ ανάμεσα στα είδη, ακόμα κι αν αυτό κοστίσει την ολοκλήρωση της κάθε ιστορίας που κινεί τη δραματουργία. Με στιλ, γιατί ενώ ο αδύναμος Τζον Κιούζακ δεν είναι ένας νεός μοιραίος Μπόγκαρτ, κι ας περιφέρεται στους δρόμους της Σανγκάης γοητεύοντας με μια του κίνηση, η ιλουστρασιόν ατμόσφαιρα υποβοηθά ένα πάσχον δράμα που κινδυνεύει κάθε στιγμή να χαθεί. Όπως οι κατάσκοποί του, ο Χάφστρομ επενδύει στον έρωτα ως κλειδί της εξέλιξης που αμβλύνει τις αντιστάσεις, τις ιδεολογίες, ακόμη και τις αντοχές. Κοντά στο φινάλε, αναζητήστε το βλέμμα ενός από τους σπουδαιότερους Ασιάτες ηθοποιούς και αποδώστε τα εύσημα εκεί που ανήκουν, σε ένα δράμα που κορυφώνει σωστά κρατώντας ένα φινάλε που σιγοβράζει για 100 λεπτά και εκρήγνυται στα... μουλωχτά, δίχως μουσικές, δίχως εύκολη λύτρωση, δίχως απαραίτητα αίσιο τέλος και με ένα The Killer δάνειο, προορισμένο να χάνεται και να βρίσκεται ανάμεσα σε απαιτητικούς, καλογραμμένους διαλόγους.

Πάνος Τράγος

CARLOS (2010), του Olivier Assayas


Στο ξεδιάλεγμα των σκηνών για τη theatrical version του Carlos (που, καθαρά με όρους τηλεοπτικούς, πρέπει ήδη να θεωρείται αριστούργημα), ο Ασάγιας κρατάει ακριβώς όσα πρέπει: Οι θριαμβευτικότερες "μπίζνες" (ο όρος δεν επιλέχθηκε τυχαία), οι γυναίκες της ζωής του σε απλή αναφορά, οι συναντήσεις με τον ιερό ιδρυτή του Λαϊκού Μετώπου για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης, άλλοτε με θαυμασμό στον στρατιώτη και άλλοτε με κατσάδιασμα για την απειθαρχία του, όλα είναι εδώ για να φτάσει στο στόχο του επιβλητικού έπους ο Ασάγιας. Στο κέντρο του οποίου βρίσκεται ο άνθρωπος που περιβάλλεται από το μύθο, ως οφείλει η τέχνη του κινηματογράφου: ο ιδεολόγος της Κουβανέζικης Επανάστασης και του Μάη του ‘68, έγινε σταρ που πoζάρει με στιλ απέναντι από τους φωτογραφικούς φακούς, που στρατιώτης και όχι “μάρτυρας” αρνείται το θάνατο και την επιτυχία της αποστολής του και συμβιβάζεται με 20 εκατομμύρια δολάρια και τη ματαίωσή της, που χτίζει τη συνέχεια της δράσης του πάνω στην υστεροφημία του, που διατηρεί καλές σχέσεις με τη STASI και την KGB των απάνθρωπων μεθόδων. Η διαλεκτική βρίσκει τη θέση που της αξίζει στο φιλμ του Ασάγιας: Θύτης του οργανωμένου εγκλήματος αλλά και θύμα του οικονομικού ιμπεριαλισμού, δε διστάζει να ρωτήσει ευθέως τον αστυνομικό που τον υποπτεύεται (πριν καθαρίσει με συνοπτικές διαδικασίες δυο-τριών σφαιρών) αν κρύβει αριστερές πεποιθήσεις. Γιατί όχι; "Είμαι με το δίκιο του πολίτη και για δρω την προστασία του" θα απαντήσει.

Πάνος Τράγος

MAJORITY (COGUNLUK) (2010), του Seren Yüce


Μαζί με το σαράκι του κατεστημένου που κατατρώει τον εκσυγχρονισμό της Κωνσταντινούπολης, στάσιμη και σε συνεχή υπαναχώρηση βρίσκεται ολόκληρη η τουρκική κοινωνία, μια κοινωνία δύο ταχυτήτων: της παράδοσης, που έχει τις βάσεις της στη μουσουλμανική ακαμψία, και της προόδου, που δρομολογείται από την ανάγκη αποδοχής από το δυτικό κόσμο, σύγκρουση που δίνει χαρακτήρα σχιζοφρενικό στη γείτονα για το δυτικό μάτι. Ηγεμονικά, η παράδοση χαϊδεύει την αυταρχικότητα αλλά και την απολυταρχία του πατέρα. Τόσο στα βάθη της Ανατολής, όσο και στις σύγχρονες πόλεις, όπως μας λέει εύστοχα ο νεαρός Σερέν Γιούτσε, οι απολιθωμένες ηθικές αξίες είναι ο μπούσουλας της οπισθοδρόμησης - της οποίας ο παραδοσιακός πατέρας γίνεται θιασώτης: φανατικός πατριωτισμός, θρησκευτική αφοσίωση, δομές απολύτως αναχρονιστικές. Η διάλυσή τους ξεφεύγει από τα στενά όρια της ατομικής ευθύνης και απλώνεται σε μία ευθύνη συλλογικότερη, μια ανατροπή της μάζας, της πλειοψηφίας που μέχρι σήμερα μένει στη σιωπή. Της πλειοψηφίας που επικροτεί τον αναιμικό ρόλο της γυναίκας στην κοινωνία, που αρνείται να αφυπνιστεί, που κλείνει τα μάτια μπροστά στο φόβο της αγνώστου προόδου και επιμένει να συντηρεί τη νοοτροπία κάτω από την οποία βρίσκεται θαμμένη η κοινωνική αλλαγή. Μια μόνιμη ανισορροπία μεταξύ του πεσιμιστικού προβληματισμού και της ελπίδας δίνει στο φιλμ τη διαλεκτική που έκρυψε νωρίτερα, κραυγάζοντας με μονοδιάστατους χαρακτήρες: ο πατέρας αφέντης, η υποταγμένη γυναίκα, ο νεαρός γιος που ενηλικιώνεται σύμφωνα με το πρότυπο. Πριν αναχθεί σε οικουμενικό σύμβολο, η μπουρζουαζία του πολύ ενδιαφέροντος φιλμ του Γιούτσε, αποκαθηλώνεται μόνη της, μετατρέποντας απλές καθημερινές αποφάσεις σε αποφάσεις ζωής, ορίζοντας μόνη το αδιέξοδό της. "Ποιο είναι το πιο τρελό όνειρό σου;", ρωτάει η Γκιουλ το Μερτκάν, μόνο για να τη ρωτήσει πίσω εκείνος: "Πες μου εσύ πρώτη". Στέρηση ονείρων, στέρηση στόχων, στέρηση μέλλοντος.

Πάνος Τράγος

SUPER 8 (2011), του J.J. Abrams


Εκτός από ένα εξαιρετικό θρίλερ φαντασίας, με τον Πόλεμο των Κόσμων του, ο Σπίλμπεργκ προχωρουσε και σε μία μεγάλη αλλαγή: συμπορευόμενος με τη μοντέρνα φαντασία, άφηνε πίσω το ανθρώπινο δράμα που είχε, στην αποθέωση του οξύμωρου, προσγειώσει στους επισκέπτες από τον ουρανό και έτρεφε την τρομολαγνεία της πανταχού παρούσας εξωτερικής απειλής, που εδώ εστίαζε στην οικογενειακή διάλυση. Και ενώ οι αγνές προθέσεις των κατοίκων του διαστήματος (Ε.Τ., Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου) έμεναν στο κινηματογραφικό παρελθόν μαζί με αντιρατσιστικά μηνύματα θαυμαστών εξαιρέσεων (District 9), οι εξωγήινοι κατέστρεφαν στην επεκτατική πορεία τους στο σύμπαν, έναν εύκολο αντίπαλο όπως οι κάτοικοι της Γης που πάντα ήταν, τεχνολογικά και όχι μόνο, υποδεέστεροι. Επαναφέροντας την τάση των b-movies της δεκαετίας του ‘50 και του ‘60 που έτρεμε τη γενική απειλή, η ανησυχία διαμοιραζόταν και στην πιο σύγχρονη εποχή του κινηματογράφου επεκτείνοντας το πολεμικό κλίμα. Ίσως γι'αυτό η πιο φανατική γενιά κινηματογραφόφιλων (αυτή δηλαδή που ενηλικιώθηκε κινηματογραφικά στα τέλη της δεκαετίας του 70), θα λατρέψει αυτό το θαυμάσια νοσταλγικό έργο του Τζέι Τζέι Έιμπραμς σε παραγωγή Στίβεν Σπίλμπεργκ, τη ρετρό αναφορά στα παιδικά όνειρα μιας ταινίας που είναι μεν παιδική αλλά αναζητά το κοινό της στους σημερινούς 35άρηδες. Τότε, βλέπετε, η εφηβεία επέτασσε κλεφτές εξόδους στα συνοικιακά σινεμά και αστρικά ταξίδια, τότε τα όνειρα δεν είχαν ημερομηνία λήξης, τότε το σινεμά ήταν όντως ο Παράδεισος. Τότε ένας άνθρωπος σημάδευε την κουλτούρα της εποχής με μια σειρά ταινιών για λόγους που κανείς δε χρειαζόταν να αναζητήσει. Το Super 8 δεν προσπαθεί να εντυπωσιάσει με την έκπληξη στην πλοκή του, αλλά να ενώσει στη σινεφίλ αγκαλιά του το Stand by Me στο μοτίβο της παιδικής αθωότητας του Ε.Τ. και όλα αυτά με το ανοιχτό στόμα που μας άφησε η τελική σκηνή στις Στενές Επαφές Τρίτου Τύπου. Κάθε άλλο παρά κινηματογραφικός αχταρμάς, ο φόρος τιμής του ικανότατου Έιμπραμς περνάει από το συναίσθημα της παιδικής μας θύμησης (σε ποιο συρτάρι έχουμε άραγε όλοι μας από μια -ζόμπι;- ταινία όπως των πιτσιρικάδων;) στο απόλυτα διασκεδαστικό μπλοκμπάστερ και από το αστυνομικό σασπένς στο ψυχαγωγικό επιμύθιο ενός παραμυθιού που ακόμα "περνάει η μπογιά του": ο σεβασμός της διαφορετικότητας άλλωστε, αναζητείται ακόμα.

Πάνος Τράγος

Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

NEVER LET ME GO (2010), του Mark Romanek


Στο λογοτεχνικό αριστούργημα του Καζούο Ισιγκούρο, ο Μαρκ Ρόμανεκ διάβασε την πλήρη αποδοχή και την ενσωμάτωση του τραγικού ήρωα στην καθημερινότητα του παρόντος. Η διεισδυτική του ανάγνωση δε σταμάτησε στον εφιάλτη του θνητού καθήκοντος και τη θλίψη μπροστά στη μαλθακή νεολαία που υποδουλώνεται στη μοίρα δίχως να ψάχνει την τύχη, παρά μόνο ελπίζοντας για την εύνοιά της, αλλά οριοθετεί χρονικά το ένστικτο της επιλογής μπροστά στο φόβο του θανάτου: Η απεραντοσύνη της διάρκειας γίνεται χρόνος πεπερασμένος, γίνεται ελπίδα, όχι μιας αιώνιας ζωής αλλά μιας ζωής ενός αιώνα. Γίνεται η βεβαιότητα του φυσικού θανάτου και η μάχη της προσωπικότητας έναντι στο χρόνο. Γίνεται έρωτας που μετριέται με το χρόνο. Γίνεται δύο ζωές και ξανά μία. Γίνεται βαθύ σημάδι στο πρόσωπο, γίνεται απελπισία στη ματιά μιας ζωής στην κατηφόρα. Και η απόπειρα του Ρόμανεκ γίνεται ιδανικό σινεμά, με τον έρωτα ως καθαρτήρια ελπίδα της τραγωδίας του ήρωα που όμως θα σωθεί δίχως τις επιλογές του, συνεπώς μια σωτηρία κάλπικη, στιγμιαία, πνιγηρή και ματαιόδοξη, που θα γδυθεί το μανδύα της και θα εμφανίσει τη βεβαιότητα του θανάτου ξανά από την αρχή. Μέχρι να έρθει η ώρα που φαντάζει ως της επιλογής, τα φορεμένα χαμόγελα μιας ζωής στην υποταγή, μιας ζωής που τόλμησε να αναρωτηθεί πώς είναι η αγάπη δίχως τη μαγικά ουτοπική ελευθερία του χρόνου, μιας ζωής που επέτρεψε στην ελπίδα να θανατωθεί από το πεπρωμένο, θα μας προετοιμάζουν για τη μεγαλειώδη εσωτερική μας διάλυση.

Πάνος Τράγος

BRIGHTON ROCK (2010), του Rowan Joffe


Το Καζίνο, ο Νονός, τα Καλά Παιδιά, ακόμα και οι Συμμορίες της Νέας Υόρκης, περιέγραψαν την άνοδο και την πτώση της ατομικής φιλοδοξίας εντοπίζοντας τις προβληματικές τους στην ελευθερία της επιλογής, στις ενοχές της, στο σκοτάδι της καταδίκης και του ηθικού θανάτου, πάντα στο φόντο των διδαχών του καθολικισμού. Κι αν ο καθολικισμός στο πρωτότυπο λογοτεχνικό έργο του Γκρέιαμ Γκριν υποστήριζε πρωτίστως τη σπουδή του βάρους της αιώνιας καταδίκης πάνω στις πράξεις και τις επιλογές μιας χαμένης νεολαίας αφήνοντας το στίγμα του ως γεννήτρια ηθικών διλημμάτων, το 25ετές flash forward του μικρού Τζόφι στις συγκρούσεις των Mods με τους Rockers, στα στιλέτα του Μπράιτον που παρέδιδαν στο κινηματογραφικό πάνθεον έναν ακόμη “Σημαδεμένο”, στη χλιδάτη μαφία που εξαφανιζόταν, είναι περισσότερο μια διασκευή του λογοτεχνικού πονήματος του Γκριν και λιγότερο του αριστουργήματος που γύρισε ο John Boulting το 1947. Εξ ού και η χανένη ταυτότητα προς αναζήτηση: μια ιστορία ενοχής, αμαρτίας και λύτρωσης στις γραφές ενός φιλμ νουάρ, ένα στυλιζαρισμένο θρίλερ δεμένο στους συμβατικούς κανόνες του είδους, μία μελοδραματική ηθογραφία, είδη που διαχωρισμένα άγαρμπα καταλήγουν τελικά στη νοσταλγία των χρόνων της αθωότητας που κρυβόταν πίσω από το μικροέγκλημα και το αδιέξοδό του.

Πάνος Τράγος

Παρασκευή 22 Ιουλίου 2011

THE EXPERIMENT (2010), του Paul Scheuring


Αναζητώντας μάταια το λόγο ύπαρξής της, η διασκευή στο ομώνυμο διαβρωτικό κοινωνικό θρίλερ του 2001 βρίσκει την εύκολη απαντηση στην τηλεοπτική δυναμική (καθόλου τυχαία, ο Σέρινγκ είναι ο δημιουργός του Prison Break). Με ηθικολογία πολυκινηματογράφου και εξοργιστική πολιτική αφέλεια στα σχόλια που κληρονόμησε από το γερμανικό της πρόγονο, η αμερικανική εκδοχή του Πειράματος σβήνει τις γραμμές ανάμεσα στις οποίες θα διάβαζε κανείς σε ένα υπόγεια επιθετικό δράμα και ένα μελετημένο κρεσέντο και κυριολεκτεί στα νοήματα: η γνωστή φράση του Κίσινγκερ πως “η εξουσία είναι το υπέρτατο αφροδισιακό”, εκλαμβάνεται από τον Σέρινγκ ως μια γραφική στύση κάτω από το παντελόνι του πιο αλλόφρονα από αυτούς που πήραν το ρόλο του δεσμοφύλακα και, αν αυτό δε σας φαίνεται κραυγαλέο, σας προκαλούμε να επιβιώσετε από τους τίτλους αρχής, όπου το πράγμα έχει ήδη βρωμίσει από τις επαναλήψεις των πλάνων με μάχες άγριων ζώων. Αν κλείσατε κατά λάθος τα μάτια και δεν πιάσατε ότι δεν απέχουμε δα και τόσο από τα ζώα, δε γλιτώνετε, φροντίζουν οι χαρακτήρες να σας το κάνουν λιανά λέγοντάς το ξανά και ξανά και ξανά, κάνοντας το σινεμά επιβίωση.

Πάνος Τράγος

THE COMPANY MEN (2010), του John Wells


Πάνω στο χρονικό διάνα πριν την εκτίμηση της οικονομικής κρίσης, μόνο το υπόγειο χιούμορ που τρυπάει στην καρδιά της δυτικής αντίληψης περί κατήφορου θα μπορούσε να γλιτώσει από το σιχτίρισμα: η εκ των έσω ανατροπή του κρυφού φόβου της μπουρζουαζίας (άφαντη η σκέψη να πουληθεί η πανάκριβη Πόρσε όσο οι εκπεσώντες γιάπηδες μεμψιμοιρούν) υποσκάπτει το άτομο του 21ου αιώνα που χάνει την ταυτότητα, τη σημασία, την αξία και την ύπαρξή του τελικά, όταν αναγκάζεται σε αλλαγή του κοινωνικού στάτους. Προϊόντα (και όχι παιδιά) του καπιταλισμού απ’ευθείας, οι ήρωες περιφέρονται σαν μαριονέτες επαναλαμβάνοντας την πικρία ενός συστήματος που τους ξέβρασε απότομα. Καυστικό και προσεκτικά δηκτικό, το The Company Men μοιράζει τις ευθύνες, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους θεατές του, απ’ευθείας στον καθένα ξεχωριστά. Η γιγάντωση του συστήματος, δυστυχώς, προϋπέθεσε την εξευτελιστική σμίκρυνση του ανθρώπου.

Πάνος Τράγος

LES QUATRE CENTS COUPS (1959), του François Truffaut


Η αδιαφορία των γονιών του και η άδικη και αυταρχική συμπεριφορά των δασκάλων, οδηγούν τον 13χρονο Αντουάν Ντουανέλ σε μια ολοκληρωτική φυγή από την καταπίεση όλων όσων συνθέτουν την καθημερινότητά του.

Το 1959 και μόλις στα 27 του χρόνια, ο θεωρητικός του σινεμά, Φρανσουά Τριφό, παρακινείται από τον Αντρέ Μπαζέν να γυρίσει την πρώτη του μεγάλου μήκους κινηματογραφική ταινία. Ο Μπαζέν γνωρίζει πως πίσω από το μαθητή του στην κατανόηση της κινηματογραφικής εικόνας, κρύβεται ένας φιλόσοφος της καθημερινότητας. Ο Τριφό δέχεται το στοίχημα και από τις πένες των Κινηματογραφικών Τετραδίων μετακομίζει πίσω από την κάμερα. Η νουβέλ βαγκ γεννιέται ανάμεσα στους δύο πόλους της: το πολιτικό, στρατευμένο σινεμά του πιστού αριστερού Ζαν Λικ Γκοντάρ και τον ποιητικό λόγο και κοινωνικό προβληματισμό του Φρανσουά Τριφό.

Κανείς δεν μπορεί να ζήσει με ενοχές. Κι όσο αυτές μας φορτώνονται στους ώμους, τόσο εμείς προσπαθούμε σπασμωδικά να τις απωθήσουμε. Με εκκίνηση τη βασική θέση αυτής της κοσμοθεωρίας του ο Τριφό ανακαλεί τις μνήμες μιας παιδικής ηλικίας που βρέθηκε πρόωρα στη σκληρή ενηλικίωση και ρίχνει καταμεσής ενός κόσμου που βιάζεται να ζήσει δίχως τις σκοτούρες των ενοχών το μοναδικό πλάσμα που αδυνατεί να αντιληφθεί το γύρω του: ένα παιδί. Από την έναρξή της, η ιστορία της καταπίεσης που οδηγεί στη φυγή προς το άπειρο (άρα και το άγνωστο) ενός εκ των πιο συγκλονιστικών φινάλε στην ιστορία του σινεμά, δεν είναι παρά η απόδραση από έναν κόσμο που ο πρωταγωνιστής του αδυνατεί να κατανοήσει. Ξεκινώντας από την ατυχία (και όλοι όσοι φιλοσοφούν πάνω στο ζήτημα της ίδιας της ζωής συγκλίνουν τις απόψεις τους στη θεμελιώδη σημασία της τύχης σε αυτή), ο 13χρονος Αντουάν στην πρώτη κινηματογραφική σκηνή του φυσικού του περιβάλλοντος ως παιδί τιμωρείται σκληρά για την τύχη του και μόνο: η φωτογραφία μιας ημίγυμνης γυναίκας που σκανδαλίζει τα αυστηρά ήθη των Παρισίων της δεκαετίας του ‘50, έχει κάνει το γύρο της τάξης στα χέρια των εφήβων μαθητών της πριν πέσει σε αυτά του Αντουάν - και μαζί, σε ένα καταστροφικό timing, στην αντίληψη του δασκάλου που τον τιμωρεί άμεσα. Αργότερα στο σπίτι ο Αντουάν οφείλει να δουλέψει υπερωρίες στήνοντας το τραπέζι για τους γονείς του που θα γυρίσουν κουρασμένοι από τις εργασίες τους και θα τον ανταμείψουν με περισσή αδιαφορία: η μητέρα θα αυτοθαυμαστεί στον καθρέφτη και ο πατέρας, αφού τσακωθεί μαζί της και αναθεματίσει την ίδια και το γιο της, θα επιστρέψει στις αγαπημένες του ασχολίες. Ο Αντουάν υπακούει και ακόμα δεν καταλαβαίνει.

Πριν την πλήρη βύθιση σε ένα σύμπαν ολότελα άγνωστο, μια ατυχής συνάντηση θα αντιστρέψει (και πάλι ακατανότητα) τις συμπεριφορές των γονιών του Αντουάν. Ο πλακατζής και συμπονετικός πατέρας θα φτάσει στα όρια της αντοχής του για την παραβατική συμπεριφορά του μικρού και η αδιάφορη και εγωίστρια μητέρα θα πλησιάσει το σπλάχνο της με πρωτοφανές ενδιαφέρον. Για άλλη μια φορά, το παράλογο ενήλικο σύμπαν είναι μακριά από όσα το μυαλό ενός 13χρονου αλητάκου μπορεί να φανταστεί. Μοναδικός τόπος συνάντησης της κουλτούρας της πόλης και του ανοιχτού, σαν τον ορίζοντα της θάλασσας, μυαλού ενός εφήβου που διψά για ζώη, το σινεμά. Εκεί που στη φαντασία επιτρέπεται να κλέψει πατώντας στα όρια της πραγματικότητας. “Το σινεμά με έσωσε από το έγκλημα” ομολογεί ο Τριφό σε μια συνέντευξη αργότερα, αφήνοντας ωστόσο ασαφή την έννοια της πρότασής του. Το σινεμά ως σωτηρία για το δημιουργό ή το θεατή;

Οι ενοχές πλημμυρίζουν το δράμα στην οθόνη μας και ενώ, παρά την πλήρη απουσία υποκειμενικού πλάνου (κι ας μας παρασύρει η περίτεχνη κίνηση της κάμερας στις αρχές μερικών σκηνών, κάτι με το οποίο φαντάζομαι ο Τριφό θα γελούσε πολύ), όλη η ταινία είναι η ματιά του Αντουάν στον κόσμο, καμία από αυτές δεν πηγάζει από το εσωτερικό αυτού. Είναι οι ενοχές εκείνες που μας φορτώνονται από την ιστορία της καταπίεσης, της αδιαφορίας, της κλωνοποίησης της συμπεριφοράς που αναζητούμε σε έναν κόσμο ετερόκλιτων προσωπικοτήτων, της καθημερινότητας που βιώνεται αντικειμενικά, των χαμένων ονείρων, του τρεχαλητού και της απόδρασης προς το άπειρο και το άγνωστο της θάλασσας και του ορίζοντα, πριν προλάβουμε να στρέψουμε το βλέμμα αποφεύγοντας μια οπτική επαφή που θα μας γεμίσει με τις δικές μας ενοχές. Και μόνο.

Πάνος Τράγος