Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράντου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ράντου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 3 Μαρτίου 2012

HUNGER (2008), του Steve McQueen

66 μέρες πείνας: Πείνα, όπως η εσωτερική ανάγκη, η ανεξέλεγκτη φυσική ορμή για ικανοποίηση του ενστίκτου για εύρεση τροφής. Και πείνα, όπως η ακόρεστη, μα εξωτερικευμένη και εκλογικευμένη πια, ανάγκη για ικανοποίηση μιας συνειδητής επιλογής.
Η απεργία πείνας και η επαναστατική δράση ως μια σύγκρουση εσωτερική, ανάμεσα στο ένστικτο και την επιλογή. Η εξωτερική σύγκρουση Αγγλίας – Β. Ιρλανδίας, ως αναγκαίο πλαίσιο και γενεσιουργός αιτία, περιορίζεται στην παραβολή κάποιων εξαγγελιών της Μάργκαρετ Θάτσερ και του γεμάτου παράσιτα σήματος ενός κλεφτού ραδιοφώνου σ'ένα κελί της φυλακής Μέιζ.
Κι ύστερα, η άβυσσος του εγκλεισμού.

Η συνειδητή, απόλυτα πολιτική επιλογή του σκηνοθέτη Στηβ ΜακΚουήν είναι να παραβλέψει το πριν και το μετά, και να στρέψει το φακό του μέσα στη φυλακή, μέσα στο κελί, μέσα στο μυαλό του επαναστάτη φυλακισμένου Μπόμπι Σαντς, αφήνοντας την άλλη πλευρά στα κλεφτά βλέμματα ένοχης και τις σφιγμένες ματωμένες γροθιές. Και όσο θορυβώδης και εκρηκτική είναι η δράση του ΙΡΑ που τον ενέπνευσε να γυρίσει την ταινία, τόσο υπόκωφη και βραδυφλεγής είναι η κινηματογράφησή του. Με εικόνες τόσο αβάσταχτα ρεαλιστικές που είναι σχεδόν αφόρητες στη θέασή τους (σε πολλά σημεία, κυριολεκτικά), δεν έχει ανάγκη από ιαχές και μελόδραμα -συγχρόνως όμως κάθε πλάνο του είναι υπολογισμένα δραματοποιημένο. Από τις αδυσώπητα σκληρές σκηνές των ξυλοδαρμών, στον αμείλικτο, στεγνό διάλογο/εσωτερικό μονόλογο του Σαντς με έναν καθολικό ιερέα πριν τη μεγάλη απόφαση, μέχρι και τις ποιητικά απογυμνωμένες τελευταίες στιγμές πριν το θάνατο, κάθε κεφάλαιο αυτού του ημερολογίου αποκαλύπτει μετρημένα μια διαφορετική πτυχή του πρωταγωνιστή του. Φυλακισμένος, διανοούμενος, αγωνιστής.
Και ήρωας;

Ίσως, μονάχα, όταν γίνεται άνθρωπος

Μαριάννα Ράντου

Τρίτη 21 Φεβρουαρίου 2012

HUGO (2011), του Martin Scorsese


Φανταστείτε, για μια στιγμή, έναν κόσμο χωρίς σινεμά. Έναν κόσμο πεζό κι αβάσταχτα πραγματικό, χωρίς πολύχρωμα φανταστικά ταξίδια σε άγνωστα μέρη, χωρίς ειδυλλιακά ρομάντζα να μας γεμίζουν ελπίδα ή να μας ραγίζουν την καρδιά, χωρίς ξέφρενες καταδιώξεις να μας ανεβάζουν την αδρεναλίνη, χωρίς ξεκαρδιστικές γκάφες να μας χαρίζουν γέλιο, χωρίς ανατριχίλες και σοκαριστικά ξαφνιάσματα για να σφίγγουμε το χέρι του διπλανού μας. Έναν κόσμο χωρίς κινηματογραφικά φιλιά, χωρίς εκρήξεις, πλεκτάνες, κυνηγητά, επικές πολεμικές σκηνές, μεγαλεπήβολα μουσικοχορευτικά θεάματα, χωρίς τη μαγεία του αδύνατου, χωρίς την αναζήτηση του άπιαστου, χωρίς επισκέψεις στο άπειρο. Έναν κόσμο που τα όνειρά μας δεν θα μπορούσαν να αποτυπωθούν στο σελιλόιντ. Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς τον Georges Méliès.

Ποιος είναι όμως αυτός ο θαυματουργός, αναντικατάστατος κύριος που γεμίζει με ζωή τις σκοτεινές αίθουσες και που, χωρίς αυτόν, θα είχαμε στερηθεί τόσες συγκινήσεις; Ο Georges Méliès έζησε στο Παρίσι στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, κι ήταν ένας ταχυδακτυλουργός, ένας ζωγράφος, ένας μάγος της εικόνας. Ήταν ο ιδιοκτήτης ενός παραμελημένου μαγαζιού με παιχνίδια, ένας εφευρέτης κι ένας πρωτοπόρος του κινηματογράφου μαζί. Ήταν ηθοποιός, σκηνοθέτης, σεναριογράφος, εικονολήπτης, μοντέρ και παραγωγός. Κι είναι, ακόμη, ο πραγματικός πρωταγωνιστής του «Hugo». "Αν ποτέ αναρωτιέσαι από που φτιάχνονται τα όνειρα, κοίτα γύρω σου: εδώ φτιάχνονται", θα μας πει κάποια στιγμή, δείχνοντας σ' ένα πιτσιρίκι το κινηματογραφικό του στούντιο, και συμπυκνώνοντας έτσι σε μια φράση τη μαγεία του «Hugo» -και μαζί κάθε άλλης ταινίας που κατάφερε να ξεπηδήσει από το πανί και να τρυπώσει στην καρδιά και τα όνειρά μας.

Η νέα ταινία του Martin Scorsese διηγείται την ιστορία ενός φτωχού, ορφανού αγοριού, που ζει μόνο σ' έναν σιδηροδρομικό σταθμό με μόνη του παρηγοριά τη σιγουριά που του δίνουν τα καλοκουρδισμένα ρολόγια του σταθμού που έχει αναλάβει, κρυφά, να συντηρεί. Ο Hugo Cabret είναι ένα μοναχικό, πληγωμένο παιδί που ψάχνει απελπισμένα μια ανάμνηση από την οικογένειά του, ή έστω μια μικρή στιγμή αγάπης από τον ψυχρό κόσμο που τον περιβάλλει. Στο δρόμο του θα βρεθεί, τυχαία, ένα κορίτσι που θα τον πιάσει από το χέρι και θα του ζητήσει να της δείξει έναν κόσμο γεμάτο περιπέτεια, κι εκείνος χωρίς να χάσει ευκαιρία θα απαντήσει στην πρόκλησή της. "Μα μπορεί να μπλέξουμε", θα του πει. "Μόνο έτσι θα ξέρεις ότι ζεις μια περιπέτεια", θα της απαντήσει. Και πράγματι, ξεκινώντας από το καλοκουρδισμένο του βασίλειο, θα φύγουν τρέχοντας και θα τρυπώσουν κρυφά σε ένα σινεμά, θα βρεθούν κυνηγημένοι, τιμωρημένοι, και τελικά, μέσω μιας σειράς περίεργων συμπτώσεων, αντιμέτωποι με ένα μυστικό που θα τους οδηγήσει σε μια απίθανη, φανταστική αποκάλυψη.

Είναι δύσκολο να γράψει κανείς για την ιστορία του «Hugo» και να μεταδώσει ταυτόχρονα με ακρίβεια το μεγαλείο της ταινίας. Να μεταδώσει με επαρκή τρόπο την αγάπη του Scorsese για το σινεμά, μια αγάπη που ξεχειλίζει από κάθε κάδρο και που δεν μπορεί παρά να σε ζεστάνει παρακολουθώντας τη. Το «Hugo» είναι μια απερίγραπτα όμορφη ταινία που υμνεί την ομορφιά των ταινιών. Είναι ένα συγκινητικό παραμύθι που έχει βαλθεί να αναδείξει τη ζεστασιά των κινηματογραφικών παραμυθιών. Είναι πάνω απ' όλα ένα μαγικό ταξίδι της φαντασίας, που μας ταξιδεύει στο πρώτο φανταστικό κινηματογραφικό ταξίδι που γυρίστηκε ποτέ: εκεί ακριβώς που ο μικρός Hugo θα βρει τις αναμνήσεις και τη ζεστασιά που έψαχνε, κι οι υπόλοιποι χαρακτήρες θα βρουν τη χαμένη τους αισιοδοξία, και εμείς, οι σύγχρονοι θεατές από την άλλη πλευρά της οθόνης θα ανακαλύψουμε για ακόμα μια φορά ποια είναι η μαγεία του κινηματογράφου, διά χειρός Scorsese.

Από τις πρώτες ταινίες του 1900, από εκείνο το κινούμενο τρένο των αδερφών Lumiere που τρόμαξε τόσο πολύ τους πρώτους παριζιάνους θεατές που πετάχτηκαν από τις θέσεις τους γιατί νόμιζαν πως το τρένο έρχεται καταπάνω τους, μέχρι το τρένο που βασανίζει στους εφιάλτες του τον Hugo Cabret το 2010 (και που το 3D του Scorsese το φέρνει με εξίσου εντυπωσιακό τρόπο καταπάνω μας, ξυπνώντας μέσα μας το πρωτόγνωρο εκείνο συναίσθημα που ένιωσαν οι θεατές εκατό χρόνια πριν), έχουν μεσολαβήσει αμέτρητες ώρες κινηματογραφικού φιλμ και άπειρες κινηματογραφικές στιγμές. Ο Scorsese (και ο Brian Selznick, ο συγγραφέας του υπέροχου βιβλίου "The Invention of Hugo Cabret", στο οποίο βασίζεται η ταινία) ξέρει τη μαγεία τους. Λατρεύει τις σκοτεινές αίθουσες, τις κινηματογραφικές ιστορίες, τις μικρές και μεγάλες κινηματογραφικές στιγμές. Και έχει βαλθεί με τρόπο θαυμαστό να τις συντηρήσει, να τις αναδείξει, να τις αναπλάσει και να τις κάνει, εκτός από αναπόσπαστο μέρος της Ιστορίας, και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας του. Και καταφέρνει να μας παρουσιάσει, με τη μορφή ενός αξιολάτρευτου παιδικού παραμυθιού, ένα υποδειγματικό μάθημα για την ιστορία του κινηματογράφου.

Φανταστείτε, μετά από ένα τέτοιο ταξίδι, έναν κόσμο χωρίς σινεμά. Χωρίς τον Méliès, χωρίς τον Scorsese. Χωρίς τον αγαπημένο σας σκηνοθέτη, χωρίς την αγαπημένη σας ταινία, χωρίς την αγαπημένη σας κινηματογραφική στιγμή. Φανταστείτε έναν κόσμο χωρίς σκοτεινές αίθουσες, χωρίς ονειροπόλους στα καθίσματα και χωρίς φανταστικά ταξίδια στο πανί.

Αν δεν μπορείτε, τότε το «Hugo» θα γίνει η αγαπημένη σας ταινία.

Μαριάννα Ράντου

(το κείμενο γράφτηκε για το www.cinemanews.gr)

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

TOP TEN ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ 3 - Μαριάννα Ράντου


1. THE USUAL SUSPECTS

Αν δεν πίστεψες την αφήγηση του
Verbal, αν δεν νόμισες ότι η σκοτεινή σκιά πίσω σου μπορεί να είναι ο Keyser Soze, αν δεν σου κόπηκε η ανάσα όταν έσπασε η πορσελάνη Kobayashi και δεν έπεσες στον ιστό που σχεδίασε ο Chris McQuarrie κι έστησε ο Bryan Singer, τότε είδες ένα απλό αστυνομικό θρίλερ και όχι ένα από τα συγκλονιστικότερα φιλμ νουάρ που έχουν γυριστεί ποτέ. Και, συμπτωματικά, την αγαπημένη μου ταινία της δεκαετίας.

2. TROIS COULEURS

Τρείς ταινίες σαν μία, τα τρία κεφάλαια ενός βιβλίου που θα μπορούσε να μιλάει για τη Γαλλία, για την Πολωνία, για την ενωμένη Ευρώπη, για τον Κισλόφσκι, για τις σχέσεις, για την ελευθερία, για την πίστη, για την αδελφότητα, για την ελπίδα, για την ισότητα, για την αγάπη -αλλά που τελικά μιλάει για σένα.

3. DECONSTRUCTING HARRY

Πιθανότατα ο Woody Allen να έχει γράψει και καλύτερα απ’ το συγγραφικό μπλοκ του Harry Block (ακόμα και μέσα στην ίδια δεκαετία των 90s). Όμως το Deconstructing Harry περιέχει ένα από τα πιο ευφυή ευρήματα του δαιμόνιου Woody που συμπυκνώνει σε μία σκηνή σχεδόν όλη του την φιλοσοφία: πρωτότυπο, με χιούμορ κοφτερό και ξεκαρδιστικό, με μια πινελιά σουρεαλισμού και υπερβολής, μα ταυτόχρονα τόσο ασύλληπτα observational και περιεκτικό που σου αφήνει μια πικρή, μελαγχολική επίγευση και διάθεση ενδοσκόπησης για όλες τις αλήθειες που κρύβει –το εύρημα του out of focus Robin Williams θα είναι για πάντα ένα από τα πιο αγαπημένα μου πράγματα σε ολόκληρη την φιλμογραφία του (και ένας από τους άπειρους λόγους που γυρνώ και ξαναγυρνώ σ’ αυτή την ταινία).

4. CHUNGKING EXPRESS

If memories could be canned, would they also have expiry dates? If so, I hope they last for centuries’. Το φιλμ είναι η κονσέρβα και μέσα το Chunking Express μια ανάμνηση που θα κρατάει για αιώνες.

5. THE AGE OF INNOCENCE

Πόση ματαιωμένη ζωή μπορείς να ζήσεις χωρίς να γυρίσεις για να ρίξεις μια ματιά στις στιγμές που δεν έζησες; Και πόσο πολύ μπορείς να κλάψεις με βουβούς λυγμούς χωρίς να πλημμυρίσουν τα μέσα σου; Ίσως ο
Scorsese να μην φαινόταν ο πιο κατάλληλος υποψήφιος για να μας δώσει τις απαντήσεις, κι όμως αυτός, των ‘σκληρών’ Κακόφημων Δρόμων, του Τράβις, και της μαφίας των Goodfellas, αποδείχθηκε ο ιδανικός για να ξεδιπλώσει με σπαρακτική καθαρότητα την απερίγραπτη σκληρότητα που έκρυβε η «αθωότητα» της Edith Wharton.

6. SEVEN

O
Jοhn Doe θα με στοιχειώνει για πάντα. Δεν έχω άλλα επιχειρήματα.

7. AMERICAN BEAUTY (Happiness)

Τυπικά την θέση παίρνει το American Beauty, ως ταινία προσωπικής μου κινηματογραφικής αφύπνισης. Αλλά στην πραγματικότητα η ταινία-τομή στην αμερικανικό suburban dream ήταν το Happiness, κι ας χρειάστηκαν κάποια χρόνια για να το αντιληφθώ.

8. CASINO

Ίσως εδώ να ταίριαζε με «αντικειμενικά» κριτήρια το Goodfellas –μα εγώ αυτό το τρίωρο έπος που είναι το Casino θα το βλέπω πάντα σαν την επιτομή της ιστορίας της ανόδου και της πτώσης και μια συγκλονιστική παραβολή για την διαβρωτική δύναμη της πρόσκαιρης εξουσίας. Εξάλλου, δεν μπορώ παρά να την αγαπώ για τα λατρεμένα κοστούμια του Ace-Robert DeNiro.

9. THE BIG LEBOWSKI

Ο Dude αξίζει μια θέση, μόνο και μόνο για τα χρόνια που έκανε για να με κατακτήσει. Δεν ήταν ο λόγος που με έκανε να εκτιμήσω τους Cohen, αλλά ήταν η ταινία που με έκανε –εκ των υστέρων– να καταλάβω ότι μπορώ να τους αγαπήσω.

10. THE TRUMAN SHOW

Ίσως το έχω δει λιγότερες φορές από κάθε άλλη ταινία στη λίστα, μα η ιστορία του Τρούμαν μ’ έχει επηρεάσει τόσο βαθιά και με τρόπο τόσο θεμελιώδη, που η απουσία της από αυτή τη λίστα θα ήταν ανειλικρινής. Και μπορεί ο ακούσιος εγκλεισμός του Τρούμαν στην τηλε-φυλακή να μου προκαλούσε ανέκαθεν απεριόριστη θλίψη, όμως το (όντως χλιαρό) φιλόδοξο τέλος συνεχίζει να μου δίνει παρηγοριά. Τότε την έλεγα προφητική. Σήμερα καταλαβαίνω πως ήταν απλώς επίκαιρη.
Good morning, and in case I don’t see ya, good afternoon, good evening, and good night!


Μαριάννα Ράντου


Κυριακή 5 Σεπτεμβρίου 2010

IN THE LOOP (2009), του Armando Iannucci


Τα μεγάλα κεφάλια σε ΗΠΑ και Μ. Βρετανία ορέγονται εισβολή στη Μέση Ανατολή, δεν ξέρουν όμως πώς να προωθήσουν την σχεδιαζόμενη πολεμική επιχείρηση στην κοινή γνώμη. Τη λύση θα τους δώσει ένας αδέξιος βρετανός Υπουργός ο οποίος κάνει κατά λάθος μερικές εύκολα παρεξηγήσιμες δηλώσεις στον αέρα, φέρνοντας το καυτό θέμα στο προσκήνιο. Από εκείνη τη στιγμή, τα πάντα βράζουν στον πυρετό ενός προαναγγελθέντος πολέμου. Πιέσεις, συζητήσεις, εκβιασμοί, μηχανορραφίες, συμβιβασμοί -οι διάδρομοι στο Foreign Office και το State Department έχουν πάρει φωτιά. Ο 'πόλεμος πριν τον πόλεμο' είναι εξίσου βάρβαρος, αδυσώπητος και ύπουλος, αν και, τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, λιγότερο αιματηρός.

Μια απολαυστική, ξεκαρδιστική πολιτική σάτιρα με διαλόγους-φωτιά που θα σας κάνουν να χασκογελάτε ασταμάτητα στο κάθισμά σας, αλλά και ταυτόχρονα ένα αποκαλυπτικό, δηκτικότατο σχόλιο για αυτά που γίνονται στο παρασκήνιο των μεγάλων γεγονότων. Το βρετανικό φλέγμα συμπλέκεται με το αθυρόστομο αμερικανικό χιούμορ, και το αποτέλεσμα είναι ένα ιδιοφυώς αστείο κράμα, συνδυασμένο με ατελείωτες αναφορές στην pop κουλτούρα (και όχι μόνο) που παρουσιάζει ανησυχητικές ομοιότητες με την υπάρχουσα πολιτική κατάσταση. Η γεμάτη με αδίστακτους προϊστάμενους και αριβίστες παρατρεχάμενους πολιτική σκηνή, η κατευθυνόμενη δημοσιογραφία και η αποχαυνωμένη κοινή γνώμη που συγκλονίζεται από σκανδαλάκια και δεν αντιλαμβάνεται το πραγματικό παιχνίδι που παίζεται κάτω από τη μύτη της, όλα μπαίνουν στο στόχαστρο του Armando Ianucci που με γλώσσα που τσακίζει κόκαλα δεν αφήνει τίποτα όρθιο στο πέρασμά του.

Εκτός όλων των υπολοίπων, το φιλμ αξίζει και μόνο για τον απίστευτο χαρακτήρα που πλάθει ο εξαιρετικός Peter Capaldi, έναν αδίστακτο, βρωμόστομο υψηλά ιστάμενο του Foreign Office που κάνει σκόνη όποιον βρεθεί στο δρόμο του, και που, αποδεικνύοντας ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη για τους Βρετανούς στο λαμπερό κόσμο του Hollywood, έμεινε έξω από τους δεύτερους ρόλους των φετινών βραβείων Oscar.

Μαριάννα Ράντου

Πέμπτη 22 Απριλίου 2010

THE FOUNTAIN (2006), του Darren Aronofsky


Είναι κάποια σημεία οριακά που δεν μπορούμε να τα αγγίξουμε. Η θνητότητά μας μας το απαγορεύει. Και στεκόμαστε μπροστά τους με φόβο και δέος, αδύναμοι να τα αντιμετωπίσουμε: Ο έρωτας και ο θάνατος. Η σχηματοποίηση του απόλυτου και η αδυναμία του ανθρώπου να το κατανοήσει, να το αποδεχτεί και να το ξεπεράσει. Σε τέτοιες περιπτώσεις, ο άνθρωπος δεν μπορεί κατά τη συνήθη τακτική του να εκλογικεύσει, να αρχίσει τις υπεκφυγές. Πρέπει απλά να βιώσει. Απόλυτα. Τον έρωτα ή το θάνατο. Ή και τα δύο μαζί. Να βιώσει το απόλυτο, αλλά και να είναι έτοιμος ανά πάσα στιγμή να αποδεχτεί την απώλειά του. Όπως γίνεται συνήθως. Μια λογική πορεία: Η αγάπη, η φθορά της και ο θάνατός (της). Και η αποδοχή του τέλους.

Υπάρχουν όμως φορές που το βίωμα γίνεται τόσο έντονο, που οι άνθρωποι δεν μπορούν να αποδεχτούν το τέλος. Και θέλουν να κάνουν οι ίδιοι το επόμενο βήμα, να φτάσουν προς το απόλυτο. Και να αποτρέψουν το αναπόφευκτο. «Ο θάνατος είναι αρρώστια, όπως κάθε άλλη. Και υπάρχει γιατρειά. Και θα την βρω», θα πει σε κάποια στιγμή ο Tom. Ποιά είναι λοιπόν η γιατρειά αυτής της αρρώστιας; Μπορεί να είναι η αγάπη; Ξεφεύγει κάτι από το θάνατο; Μπορεί η αγάπη να ξεφύγει από το θάνατο; Και, ακόμα περισσότερο, είναι αυτή που μπορεί να τον νικήσει;

Ίσως όχι σε αυτή τη ζωή. Ίσως όχι στην προηγούμενη, ίσως όχι στην επόμενη. Αλλά σε όλες μαζί, μπορεί. Αν είναι δυνατή, μπορεί να αντέξει στο διηνεκές, να ξεπεράσει το χώρο και το χρόνο και να ζήσει για πάντα, στην ψυχή αυτών που δεν μπορούν να την αφήσουν να φύγει. Θα ζει για πάντα, σε ένα χαραγμένο δαχτυλίδι, σε μια ανάμνηση, σε ένα σπασμένο κοντυλογράφο. Θα ζει για πάντα, σε ένα μισοτελειωμένο βιβλίο, που το τέλος του καλούμαστε να γράψουμε εμείς.

«Τελείωσέ το». Η προσταγή σε εμάς απευθύνεται. Δική μας είναι εντέλει η επιλογή. Ο Aronofsky μας έδειξε απλά το δρόμο για την «Πηγή της Ζωής». Εμείς όμως είμαστε αυτοί που θα επιλέξουμε αν θα βουτήξουμε ή όχι στα νερά της. Μια βουτιά προς το θάνατο του σώματος. Αλλά, ίσως, και προς την αθανασία της ψυχής.

Μαριάννα Ράντου

Παρασκευή 2 Απριλίου 2010

TROIS COULEURS (1993-94), του Krzysztof Kieslowski


Bleu [Liberté?]: Απώλεια, παραίτηση και θάνατος -κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ο κόσμος γύρω γίνεται εχθρός, η αγάπη πόνος και προδοσία, η ανάμνηση πληγή ανοιχτή και η ζωή άχθος ασήκωτο. Πως απελευθερώνεσαι από τη σκιά μιας ζωής που είναι μόνο βάρος; Η Julie επιλέγει να κλειστεί ερμητικά, να απαρνηθεί τα πάντα, ανθρώπους και συναισθήματα, για να νιώσει ελεύθερη από τη δέσμευση που κατέληξε να είναι η σχέση με τους άλλους. Όμως ο άνθρωπος είναι μισός χωρίς τον άλλον. Σαν την ανολοκλήρωτη συμφωνία του Patrice που μιλά για την αγάπη και την ένωση, μα μένει μετέωρη, μ' ένα σπαρακτικό μοτίβο να επαναλαμβάνεται ικετευτικά και να αποζητά επίμονα το τελευταίο του μέρος. Που θα έρθει, ανέλπιστα, όταν η Julie θα βρει το σωστό δρόμο για την πραγματική απελευθέρωση. Μια ταινία για την
ελευθερία; Περισσότερο, μια ταινία για την αγάπη.

Blanc [Égalité?]: Μια σχέση άνιση. Ο Karol αγαπά, έχει ανάγκη, λατρεύει. Η Dominique δεν αντέχει άλλο. Τον σπρώχνει μακριά, τον διώχνει, δεν έχει άλλα αποθέματα αγάπης. Ο Karol μόνος, ξένος στη σχέση του, ξένος στη χώρα που τον
φιλοξενεί, κάνει μαθήματα μήπως μάθει τη γλώσσα, μήπως μάθει να αγαπά με άλλο τρόπο. Μόνος με μια βαλίτσα στην χιονισμένη πατρίδα του, κι εκείνη στην άλλη άκρη του ακουστικού να τον πληγώνει. Ποιός είπε ότι όλοι στην αγάπη είναι ίσοι; O Karol το ελπίζει, το πιστεύει, και δε θα το βάλει κάτω μέχρι να πληρωθεί με το νόμισμα που πιστεύει πως του αξίζει. Μια ταινία για την ισότητα; Περισσότερο, μια ταινία για την ελπίδα.

Rouge [Fraternité?]: Μπορεί το γλυκό φως της ευαίσθητης Valentine να ζεστάνει το ψυχρό σκοτάδι του κυνικού γέρου Δικαστή; Συνειδητά αποσυρμένος από μια ζωή που τον πλήγωσε, ζει λανθάνων, χωρίς να ζει, κρυφακούγοντας και επικρίνοντας
τις ζωές των άλλων. Συμπτώσεις απανωτές σαν προδιαγεγραμμένα παιχνίδια της μοίρας, θα ανοίξουν μια χαραμάδα στην πόρτα του δικαστή και η Valentine θα προχωρήσει διακριτικά, μα επίμονα μέσα στην καρδιά του. Και ο νεαρός φέρελπις Auguste, η τύχη τί επιφυλάσσει γι'αυτόν; Το μέλλον του είναι προδιαγεγραμμένο, και καθρεφτίζεται στα μάτια του γέρου δικαστή, ή η διαδρομή μπορεί να αλλάξει; Κι όμως μπορεί, μόνο όμως αν πιστέψει πως μπορεί να ακολουθήσει το σωστό μονοπάτι, ακόμα ίσως και αντίθετα από τα σχέδια της μοίρας. Μια ταινία για την αδερφοσύνη; Περισσότερο, μια ταινία για την πίστη.

"Νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα· μείζων δε τούτων η αγάπη".

Μαριάννα Ράντου

Παρασκευή 12 Μαρτίου 2010

THE HURT LOCKER (2008), της Kathryn Bigelow


Ο πόλεμος που διαλύει τον άνθρωπο, διαλυμένος στα εξ ων συνετέθη: χώμα, αίμα, ιδρώτας -και θάνατος. Χωρίς δραματοποίηση, χωρίς ωραιοποίηση, χωρίς μελοδραματισμούς. Η κάμερα να ανασαίνει, να λαχανιάζει, να καρδιοχτυπά μαζί με τα μέλη μιας ομάδας εξουδετέρωσης εκρηκτικών μηχανισμών σ’ έναν αφιλόξενο, αποπνικτικό τόπο, γεμάτο από θολούς εχθρούς χωρίς πρόσωπα. Είναι το Ιράκ του 2004, μα θα μπορούσε να είναι οποιοδήποτε εχθρικό έδαφος σε καιρό πολέμου. Παρακολουθούμε σε απόσταση αναπνοής τον ειδικό πυροτεχνουργό Γουίλιαμ Τζέιμς και τα μέλη της ομάδας του, τους λοχίες Έλντριτζ και Σάνμπορν. Δεν είμαστε όμως εδώ για να τους ψυχογραφήσουμε, ούτε για να μάθουμε τις προσωπικές τους ιστορίες. Είμαστε εδώ για να τους δούμε εν δράσει, για να δούμε τις αντιστάσεις τους σε συνθήκες πολέμου, μα, κυρίως, για να συνειδητοποιήσουμε τις επιπτώσεις του πολέμου επάνω σε αυτούς.

Το “Hurt Locker” είναι μια πολεμική ταινία που δεν αξιοποιεί τον πόλεμο ως αφορμή για να αφηγηθεί ανθρώπινες ιστορίες, αλλά που χρησιμοποιεί τους ανθρώπους για να ξεδιπλώσει την πραγματικότητα του πολέμου. Και, αποτυπώνοντάς την με ντοκιμαντερίστικη ακρίβεια, να την καταδικάσει. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται ο Τζέιμς. Ένα προβληματικό, κοινωνικά ανίκανο άτομο. Που δεν μπορεί να πλησιάσει την οικογένειά του, που δεν μπορεί να πάρει μια απλή απόφαση στο σουπερ μάρκετ, που ζει για μια ένεση αδρεναλίνης θέτοντας σε κίνδυνο τον εαυτό του και τους άλλους. Ένας άνθρωπος που «ο πόλεμος είναι το ναρκωτικό του». Και που, βέβαια, είναι ο μόνος που επιβιώνει (και απολαμβάνει) τον πόλεμο. Αντίθετα, οι συστρατιώτες του, τύποι ανθρώπων καθημερινών και φυσιολογικών, δεν θα έχουν την τύχη του: Ο ηγετικός και ψύχραιμος (Τόμσον) δεν έχει το απαιτούμενο θράσος και το πολεμικό ένστικτο, καταλήγοντας νεκρός ήδη από τις πρώτες σκηνές. Ο ευαίσθητος και ανασφαλής (Έλντριτζ) δεν έχει θέση στο πεδίο της μάχης, βασανίζεται από ψυχολογικά προβλήματα, για να εγκαταλείψει τελικά τραυματισμένος. Ο μορφωμένος και ευγενής (Κέιμπριτζ) δεν έχει συναίσθηση του τι συμβαίνει γιατί σκέφτεται με όρους πραγματικού κόσμου -και σκοτώνεται. Τέλος, ο συνετός και ορθολογικός (Σάνμπορν) πνίγεται απ’ όλα αυτά που βλέπει γύρω του κι αποζητά απελπισμένα μια διέξοδο από τον παραλογισμό του πολέμου.

Το μήνυμα που είναι κλειδωμένο στον φωριαμό του πόνου συνάγεται εξ αντιδιαστολής, αυτό όμως δεν το κάνει λιγότερο δυνατό: Ο πόλεμος δεν είναι, δεν μπορεί να είναι και δεν πρέπει να είναι για τον φυσιολογικό άνθρωπο –ο οποίος φεύγει από το πεδίο της μάχης είτε τραυματισμένος σωματικά, είτε ψυχολογικά, είτε νεκρός. Και τι απομένει; Για να επιβιώσεις στον πόλεμο πρέπει να είσαι (ή να γίνεις) απάνθρωπος. Να καταλήξεις αναίσθητος, κι ο πόλεμος θα λειτουργεί ως το ναρκωτικό σου. Όπως ο Τζέιμς, το κεντρικό πρόσωπο σε μια ταινία που τα πρόσωπα δεν έχουν σημασία, που αναδεικνύεται όχι στον θετικό ήρωα με τον οποίο ο θεατής ταυτίζεται, αλλά σ’ ένα πρότυπο προς αποφυγή, σ’ αυτό που κινδυνεύει ο άνθρωπος να καταλήξει μέσα από όλη αυτή την ψυχοφθόρα διαδικασία.Κι όταν τελικά και ο ίδιος ο Τζέιμς συνειδητοποιεί επιστρέφοντας στο σπίτι του ότι έχει χάσει κάθε τι ανθρώπινο από μέσα του, επιλέγει να γυρίσει εκεί που ανήκει, στο πεδίο της μάχης. Όχι επειδή θέλει, αλλά γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Δεν έχει θέση στον κόσμο των ανθρώπων, του οποίου τους όρους δεν μπορεί να συνειδητοποιήσει. Και καθώς η επόμενη αποστολή του ξεκινά, το (αντιστραμμένο) αντιπολεμικό μήνυμα του Μπόαλ και της Μπίγκελοου στέκει εκεί, απέναντι μας, στο πάνω μέρος της οθόνης που μετρά τις μέρες αντίστροφα, καθαρό και ουσιαστικό:
Ο πόλεμος είναι μόνο γι’ αυτόν. Μην γίνετε σαν κι αυτόν.

Μαριάννα Ράντου

Δευτέρα 15 Φεβρουαρίου 2010

LETTERS FROM IWO JIMA (2006), του Clint Eastwood


Το τέλος το Β’ παγκοσμίου πολέμου είναι σε όλους γνωστό. Μια πτήση του Enola Gay, οι ατομικές βόμβες, τα "μανιτάρια" και το τέλος. Η συνειδητοποίηση όμως που θα οδηγούσε σε αυτή την πράξη πρέπει να είχε έρθει πιο πριν. Όταν οι Αμερικανοί μάχονταν μέρχις εσχάτων με τους Ιάπωνες και αυτοί έμοιαζαν να μη το βάζουν ποτέ κάτω. Ίσως και από αυτή την ίδια την αρχική μάχη για το ξερονήσι της Ιβο Τζιμα, που, αν ο Κλιντ Ιστγουντ δεν είχε στρέψει το φακό του δις το 2006, μεγάλο μέρος του κόσμου πιθανόν να αγνοούσε. Άλλωστε τί είναι; Ένα ξερό, σχεδόν ακατοίκητο κομμάτι γης στην άκρη του Ειρηνικού. Που όμως ταυτόχρονα είναι κομμάτι της γης της Ιαπωνίας. Της γης που οι Γιαπωνέζοι είχαν ορκιστεί στον αυτοκράτορά τους να προστατεύσουν μέχρις εσχάτων. Με απόλυτη αυτοθυσία, «ποτέ από το χρέος μην κινούντες».

Η αυτοθυσία είναι μια έννοια απόλυτα συνυφασμένη με την έννοια του πολέμου. Η ζωή του στρατιώτη δεν μετρά: Θυσιάζεται για την πατρίδα και την οικογένεια. Ο στρατιώτης στην πρώτη γραμμή και η οικογένεια να μένει πίσω, για να προστατευτεί. Μένει πίσω, για να παραμείνει ζωντανή. Ζωντανή, μα μισή. Και έτσι η αυτοθυσία μετατρέπεται σε δίλημμα: «Να πεθάνω για να σώσω την οικογένεια και την πατρίδα ή να μείνω ζωντανός για να βοηθήσω την οικογένεια και την πατρίδα;». Ανθρώπινες σκέψεις, γεμάτες τρομακτικές αντιφάσεις. Έχουμε ίσως από καιρό ξεχάσει πως στον πόλεμο αυτοί που πολεμούν είναι πάντα άνθρωποι. Που ήταν άνθρωποι πριν τον πόλεμο, είναι κατά τη διάρκειά του και θα συνεχίσουν να είναι μετά το πέρας του -αν βγουν ζωντανοί. Ακόμα κι όταν αποκτηνώνονται από τη βαρβαρότητα, είναι πάντα άνθρωποι.

Έτσι ο κάθε πόλεμος είναι ένα συνοθύλευμα από αντιφάσεις. Και ερωτηματικά. Που βγαίνουν στην επιφάνεια εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Τις τελευταίες, τις κλειστές. Μέσα στις κλειστές σήρραγγες και στα χαρακώματα, εκείνες τις στιγμές που νιώθεις τον εχθρό να πλησιάζει. Πίσω από τα κλειστά στόματα και τα κενά βλέμματα υπάρχουν ανομολόγητες σκέψεις. Αμείλικτα «γιατι;». Όποιοι και αν πολεμούν, εναντίον όποιων κι αν πολεμούν. Εκείνες τις κλειστοφοβικές στιγμές, όλα συμπυκνώνονται σε λίγες σκέψεις. Ή σε λίγες αράδες σ’ενα αγαπημένο πρόσωπο, που κάθε δευτερόλεπτο συνειδητοποιείς πως μάλλον δε θα ξαναδεις ποτέ. Αναμνήσεις καθημερινότητας, φόβοι του πολέμου, σκέψεις απλές –τις σύνθετες τις κόβει η λογοκρισία–, στιγμές ασήμαντες και σημαντικές, αράδες που γράφτηκαν για να εκφράσουν τον φόβο ή για να τον ξορκίσουν, γραμμές που βρίσκονται τόσο κοντά στο θάνατο που μοιάζουν γραμμένες με αίμα. Τόσο συγκλονιστικά αληθινές μα και τόσο απλές.

Αυτά είναι τα γράμματα από την Ιβο-Τζιμα. Ελευθερία, οικογένεια, αξιοπρέπεια, πατρίδα, σωτηρία: Ένα συνοθύλευμα από ιδανικά συμπυκνωμένο στις τελευταίες γραμμές που γράφτηκαν από το τρεμάμενο χέρι καποιου στρατιώτη. Δεν έχει σημασία ο τόπος, ο χρόνος, ο βαθμός, ο εχθρός. Το συνοθύλευμα των ιδανικών είναι το ίδιο. Με ένα όπλο ενάντια στον εχθρό, με ένα μαχαίρι ενάντια στον εαυτό σου, με μια χειροβομβίδα να σου σκαει στα χέρια, με μια λευκή σημαία, είναι όλα μια προσπάθεια να υπηρετήσεις το δικό σου.

Μαριάννα Ράντου